Αρχιμανδρίτη Αστερίου Χατζηνικολάου, «Η Ορθοδοξία στη θύελλα του σύγχρονου Συγκρητισμού»
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τό τέλος
τῆς δευτέρας μ.Χ. χιλιετίας
συνέπεσε μέ τόν μεγαλύτερο Θρίαμβο
τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ
στή μακραίωνη πορεία της.
Ἕνα θρίαμβο,
πού τίς ἀληθινές διαστάσεις του,
συνεπαρμένοι
ἀπό τούς ταχεῖς ρυθμούς
τῆς σύγχρονης ζωῆς,
δέν συνειδητοποιήσαμε ἀκόμη.
Στίς χῶρες
ὅπου ἡ ἀθεΐα ἔγινε νόμος
καί ἡ ἁγία πίστι τοῦ Χριστοῦ
θεωρήθηκε παρανομία,
ἡ Ἐκκλησία
σύρθηκε ὑβρισμένη
στά δικαστήρια,
ὡδηγήθηκε ταπεινωμένη στήν ἐξορία,
προσηλώθηκε αἱμόφυρτη
στό μεγαλύτερο σταυρό πού γνώρισε
στή δισχιλιόχρονη ἱστορία της.
Οἱ διωγμοί τῆς πίστεως
στίς χῶρες
τοῦ ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ
ἦσαν οἱ μεγαλύτεροι
σέ ἔντασι καί διάρκεια,
καί οἱ διῶκτες ἀπεδείχθησαν
οἱ ἐφευρετικώτεροι σέ φρικτά μέσα
καί τρόπους ἐξοντώσεως τῶν πιστῶν.
Στή γειτονική μας Ἀλβανία
ἀπεσχηματίσθησαν ὅλοι οἱ κληρικοί,
κλείσθηκαν ὅλοι οἱ ναοί,
ἐπί δεκαετίες δέν λειτουργοῦσε
οὔτε ἕνα ἱερό θυσιαστήριο,
δέν ἄναψε οὔτε ἕνα κερί,
πού ἡ ταπεινή του φλόγα νά φωτίση
τό ἱερό Εὐαγγέλιο
πάνω στήν ἁγία Τράπεζα.
Στίς χῶρες τοῦ ἀθέου μαρξισμοῦ
ὁ διωγμός δέν ὑπῆρξε
ἕνα περιστασιακό φαινόμενο.
Ἦταν ὁλοκληρωτικός,
διαρκής, ἀνελέητος.
Ὁ διωγμός
ἦταν ἡ πιό ἀκραία ἔκφρασι
τῆς κυριαρχούσης νοοτροπίας,
πού δέν ἀρκέσθηκε μόνο
στό νά ἐπιχειρῆ νά καταπνίγη
κάθε ἐκδήλωσι θρησκευτικότητος,
ἀλλά ἀπέβλεπε
στό νά μήν τῆς ἐπιτρέπη
οὔτε κἄν νά γεννηθῆ.
Ἀθεϊστικά σεμινάρια,
ἀθεϊστικές ἐκπομπές
καί Θεατρικές παραστάσεις,
ἀθεϊστικές διαλέξεις καί ἐκδόσεις,
ἀντιθρησκευτικά ἐκθέματα
σέ Μουσεῖα καί Πινακοθῆκες
καί κάθε τι σχετικό,
πλημμύρισαν τίς χῶρες
πού εἶχαν προηγουμένως ζυμωθῆ
μέ τήν ὀρθόδοξη πίστι,
καί χρησιμοποιήθηκαν συστηματικά
γιά νά ἐπηρεάσουν
ἀκόμη καί τά παιδιά
ἀπό τήν πιό μικρή τους ἡλικία,
προκειμένου νά δημιουργήσουν
μιά πραγματικά ἄθεη κοινωνία.
Καί ὅταν ὅλα αὐτά
ἀδυνατοῦσαν νά φέρουν
τό ἐπιθυμητό ἀποτέλεσμα
καί ἐχρησιμοποιοῦντο
τά πιό βίαια μέσα
διωγμοῦ τῶν πιστῶν,
οἱ σύγχρονοι ἀδίστακτοι διῶκτες
πολλές φορές δέν ἀρκέσθηκαν
νά θανατώνουν μόνο τό σῶμα,
ἀλλά ἐπιχειροῦσαν
νά πλήξουν καί τήν ψυχή!
Χρησιμοποίησαν
ἀκόμη καί ψυχοφάρμακα
καί ψυχιατρικά ἄσυλα
καί ἄλλες παρόμοιες μεθόδους
γιά ὑγιεῖς πιστούς,
προκειμένου νά ἀλλοιώσουν
τήν προσωπικότητά τους,
νά διαταράξουν
τήν ψυχοσωματική τους ἰσορροπία,
νά καταστρέψουν μονίμως
καί σέ βάθος
τήν ὅλη ψυχοσωματική ὕπαρξι
τῶν ἀπηνῶς διωκομένων πιστῶν.
Ὁ Νέρων καί ὁ Διοκλητιανός
τέτοιους διωγμούς
δέν εἶχαν κάνει.
Γι’ αὐτό καί
ἡ δική τους ἧττα καί ντροπή
ἦταν μικρότερη.
Στό τέλος τοῦ 20οῦ αἰῶνος
τό ἐπιβλητικό οἰκοδόμημα
τῶν ἀθεϊστικῶν καθεστώτων
τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης
κατέρρευσε σάν χάρτινος πύργος
καί οἱ διῶκτες τῆς πίστεως
ὑποχωροῦσαν ταπεινωμένοι
«μηδενός διώκοντος».
Ἡ Ἐκκλησία ἔβγαινε καί πάλι
ἀπό τίς κατακόμβες
στολισμένη «ὡς πορφύραν καί βύσσον»
τά αἵματα τῶν μαρτύρων της,
ἀκμαία, Θριαμβεύτρια,
λαμπρότερη ἀπό τόν ἥλιο,
ὡραιότερη ἀπό τή σελήνη,
δυνατή ὅσο ποτέ.
Τή δύσι τῆς 2ας χιλιετίας
φώτιζαν μέ τό ἱλαρό φῶς τους
τά φωτοστέφανα
ἑκατομμυρίων συγχρόνων μαρτύρων
τῆς πίστεως,
ἡ ὁποία ἀπεδείχθη
ἄλλη μιά φορά
«ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον».
Ἀλλά στόν 20ό αἰῶνα
ἡ Ἐκκλησία δέν ἀντιμετώπισε μόνον
ἀπό τούς ἐξωτερικούς ἐχθρούς της
τόν μεγαλύτερο
στήν ἱστορία της πειρασμό.
Καί ἡ ἐκ τῶν ἔσω πολεμική
στόν αἰῶνα πού πέρασε
πῆρε ἕνα δραματικώτερο χαρακτῆρα.
Ἡ αἵρεσι,
ὡς ἐσωτερικός κίνδυνος,
δέν παρουσιάσθηκε αὐτή τή φορά
μέ τό ἀληθινό της πρόσωπο.
Ὁ κίνδυνος προεκλήθη
ἀπό τό πνεῦμα τοῦ συγκρητισμοῦ,
πού ἄρχισε σταδιακά νά διεισδύη
μέσα στά σπλάγχνα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Καί δυστυχῶς
αὐτό τό πνεῦμα τό ὑπηρέτησε,
παρά τίς ἐνδεχομένως καλές
στήν ἀρχή προθέσεις της,
καί ἡ λεγομένη Οἰκουμενική Κίνησι,
πού ἀναπτύχθηκε στόν 20ό αἰῶνα
καί ζητοῦσε νά βοηθήση
στήν πραγματοποίησι
τοῦ ἱερωτάτου σκοποῦ
τῆς ἐπανενώσεως
ὅλων τῶν Χριστιανῶν.
Τό ὅραμα τῆς πραγματοποιήσεως
τῆς μιᾶς ποίμνης
ὑπό τόν ἕνα ποιμένα,
τό αἴτημα
τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου
«ἵνα πάντες ἕν ὦσιν»,
οἱ ἀδιάλειπτες προσευχές τῆς Ἐκκλησίας
«ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»
προεβλήθησαν ὡς ὁ ἅγιος στόχος
τῶν σχετικῶν προσπαθειῶν.
Ὅμως ὁ Οἰκουμενισμός,
ὁ ὁποῖος ἀνεπτύχθη
γιά νά ὑπηρετήση
μέ διάφορες μεθόδους
αὐτή τήν προοπτική,
ἀπεδείχθη τελικῶς
«ὁ σύγχρονος
μέγας πειρασμός
τῆς Ὀρθοδοξίας».
Τό πνεῦμα
ἑνός παγκοσμίου
θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ
κυριάρχησε
στίς σχετικές ἐνέργειες.
Σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία
καλεῖται καί πάλι
νά ὑπερασπισθῆ
τήν ἀκεραιότητα τοῦ δόγματος
καί νά κηρύξη
τή σταθερή
καί ἀταλάντευτη
πεποίθησί της
ὅτι αὐτή παραμένει
ἡ ἀληθής,
ὀργανική
καί ἀδιάσπαστη συνέχεια
τῆς ἀρχαίας
καί ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας,
ἡ Ἐκκλησία
τῶν ἁγίων Ἀποστόλων
καί τῶν θεοφόρων Πατέρων,
ἡ μία, ἁγία, καθολική
καί ἀποστολική Ἐκκλησία
τοῦ Χριστοῦ,
ἐντός τῆς ὁποίας
ὁ ἄνθρωπος πραγματοποιεῖ
τόν ὕψιστο σκοπό τῆς ζωῆς του,
τή σωτηρία καί τή θέωσι.
Ἄν τό τέλος τῆς 2ας
καί ἡ ἀρχή τῆς 3ης μ.Χ. χιλιετίας
βρίσκουν τήν Ἐκκλησία θριαμβεύτρια
ἀπέναντι τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν της,
ἀπέναντι τῆς πιό ἀπάνθρωπης βίας
καί τοῦ φοβερώτερου διωγμοῦ,
τήν βρίσκουν συγχρόνως μαχόμενη
μέ τά κύματα
ἑνός ὕπουλου ἐσωτερικοῦ ἐχθροῦ,
τοῦ συγχρόνου
θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ.
Τό ἱερό σκάφος της
κλυδωνίζεται καί πάλι.
Ἡ θάλασσα μαίνεται γύρω του
καί τά κύματα ἐγείρονται ἀπειλητικά.
Γνωρίζουμε οἱ πιστοί
ὅτι ὅσες θύελλες καί ἄν ξεσπάσουν,
ὅσοι πόλεμοι καί ἄν κηρυχθοῦν,
ὅσα κύματα καί ἄν σηκωθοῦν,
«τοῦ Ἰησοῦ τό πλοῖον
καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει»,
ἡ κιβωτός τῆς σωτηρίας μας,
ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία,
«ναυάγιον οὐχ ὑπομένει».
Διότι στά ταραγμένα πελάγη
αὐτοῦ τοῦ κόσμου
ποντοπορεῖ μέ κυβερνήτη της
τόν ἴδιο τόν Χριστό,
καί τά πανιά της φουσκώνει
ἡ ζείδωρη αὔρα
τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Γι’ αὐτό
καί παρ’ ὅλους τούς ἀνέμους
καί τίς θύελλες,
ἔχουμε τήν πεποίθησι
ὅτι θά μᾶς ὁδηγήση τελικῷς
μέ ἀσφάλεια
στόν ἀκύμαντο λιμένα
τῆς ἄνω βασιλείας.
Ἐμεῖς ὅμως
πρέπει νά γνωρίζουμε
καί τούς κινδύνους
καί τή δύναμί της,
γιά νά συμμετέχουμε ὑπεύθυνα
καί στόν ἀγῶνα της.
Σ’ αὐτές τίς ἔννοιες
θά στρέψουμε στή συνέχεια
τήν προσοχή μας.
Ὁ συγκρητισμός στό παρελθόν
Ὁ συγκρητισμός,
μέ τήν εὐρύτερη ἔννοια τοῦ ὅρου,
εἶναι ἡ τάσι
νά ἀναμειχθοῦν
καί ἐναρμονισθοῦν
ἀνόμοια ἤ καί ἀντίθετα στοιχεῖα,
πού ἀνήκουν
σέ διάφορα πεδία
τῆς δραστηριότητος
τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ὅρος συνήθως χρησιμοποιεῖται
μέ τή στενώτερη ἔννοια,
καί τότε ἀναφέρεται
στό θρησκευτικό πεδίο
καί δηλώνει
τήν τάσι πού ὑπῆρχε
ἀπό τούς ἀρχαίους χρόνους
νά ἀναμειγνύωνται θρησκεῖες,
Θεοί καί θρησκευτικές τελετές.
Στούς τελευταίους
πρίν ἀπό τήν ἐποχή
τοῦ Χριστοῦ αἰῶνες,
ἡ προσέγγισι καί ἀνάμειξι
τῶν ἀρχαίων πολιτισμῶν,
ἑλληνιστικοῦ
καί ἑλληνορωμαϊκοῦ,
εἶχε σάν συνέπεια
τήν προσέγγισι
καί τήν ἀνάμειξι
καί στή συνέχεια
τή διαφοροποίησι
τῶν ἀρχαίων θρησκειῶν.
Ὁ ἀρχαῖος συγκρητισμός
ἐκδηλωνόταν μέ τή σύγκρασι
διαφόρου προελεύσεως
θρησκευτικῶν στοιχείων.
Οἱ ἑλληνικοί θεοί
ἔγιναν γνωστοί
στά κέντρα τῆς ἀνατολῆς,
καί οἱ ἀνατολικές θεότητες,
ὅπως π.χ.
ἡ Κυβέλη καί ὁ Ἄττις
τῆς Φρυγίας,
ἡ Ἴσις καί ὁ Ὄσιρις
τῆς Αἰγύπτου,
ἔγιναν δεκτές
στόν ἑλληνικό κόσμο.
Οἱ διάφορες θεότητες
ἀφωμοίωναν ἡ μία τήν ἄλλη
ἤ καί πολλές ἄλλες θεότητες.
Στήν ἀρχή
τοῦ 4ου π.Χ. αἰῶνος
ἀπό τίς ἑλληνικές πόλεις
τῆς Νοτίου Ἰταλίας
εἰσήχθησαν
στή ρωμαϊκή θρησκεία
ὁ Ἀπόλλων, ὁ Ἑρμῆς
καί ἄλλες θεότητες
τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.
Στήν ἀρχή
τοῦ 3ου π.Χ. αἰῶνος
τό δωδεκάθεο τοῦ Ὀλύμπου
ἀφωμοίωνε τούς ρωμαϊκούς θεούς
καί κατόπιν
ἡ ρωμαϊκή θρησκεία
γινόταν δεκτή
ἀπό τούς ὑποτεταγμένους στή Ρώμη
λαούς τῆς Ἀνατολῆς,
ἐνῶ ἀντιστρόφως
οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες
εἰσχωροῦσαν στή Ρώμη
καί στή Δύσι γενικώτερα.
Ἡ χριστιανική Ἐκκλησία
τῶν πρώτων αἰώνων
ἔχει νά παλέψη
μέ συγκρητιστικές
ἰουδαΐζουσες αἱρέσεις,
πού ἀναμειγνύουν
ἰουδαϊκά
καί χριστιανικά στοιχεῖα.
Στό πρῶτο ἥμισυ
τοῦ 2ου μ.Χ. αἰῶνος
οἱ θρησκευτικές
συγκρητιστικές τάσεις
παρουσιάζουν ἰδιαίτερη ἔντασι
καί ἀπό τά μέσα τοῦ αἰῶνος αὐτοῦ
ἐμφανίζεται κυρίως ὁ Γνωστικισμός,
αἵρεσι πού συνεδύαζε
τέσσαρα εἴδη στοιχείων,
ἑλληνικά, ἀνατολικά,
ἰουδαϊκά καί χριστιανικά,
καί πού μέ διάφορες μορφές
ταλαιπώρησε πολύ
τήν ἀρχαία Ἐκκλησία.
Ὁ ἀνατολικός πολιτισμός
καί οἱ ἀνατολικές Θρησκεῖες
εἰσχωροῦσαν στή Δύσι
καί τήν ἐπηρέαζαν
σέ μεγάλο βαθμό,
μέ ἀποτέλεσμα
νά ἀλλοιώνουν τά φρονήματα,
τίς πεποιθήσεις καί τή ζωή
πολλῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.
Χαρακτηριστικός ἐκπρόσωπος
αὐτῶν τῶν τάσεων
εἶναι ὁ αἱρετικός Μάνης,
ἱδρυτής τοῦ Μανιχαϊσμοῦ,
ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε
νά ἑνώση θρησκευτικά
τή Δύσι μέ τήν Ἀνατολή.
«Ὁ Μάνης θεωροῦσε
τίς ἄλλες θρησκεῖες
προπαρασκευαστικά στάδια,
προδρόμους του τόν Βούδδα,
Ζωροάστρη καί Ἰησοῦ,
τόν ἑαυτό του δέ
ὡς τόν
ὑπό τοῦ Ἰησοῦ προαγγελθέντα
«παράκλητο».
Τήν διδασκαλία του διεμόρφωνε
ἀναλόγως τῶν ναῶν
στούς ὁποίους ἐδίδασκε.
Ἔτσι, στούς Πέρσες
ἀνεμείγνυε ὀνόματα
ἀπό τήν ἱερή τους βίβλο Ἀβέστα,
στούς Ἕλληνες
φιλοσοφικές ἔννοιες,
καί στούς Χριστιανούς
στοιχεῖα ἀπό τήν Καινή Διαθήκη».
Στόν ἐκτός τοῦ χριστιανισμοῦ κόσμο
ἀναπτύσσονται στούς μετέπειτα χρόνους
θρησκεῖες πού προσπαθοῦν νά ἀναμείξουν
στοιχεῖα βουδισμοῦ καί σιντοϊσμοῦ,
ἤ ἰνδουϊσμοῦ καί μωαμεΘανισμοῦ,
ἤ συγχρόνως μωαμεθανικά,
ἰουδαϊκά, χριστιανικά
καί ἰνδουϊστικά στοιχεῖα.
Τόν 19ο αἰῶνα στό Ἰράν
ἐμφανίζεται ὁ Βαχαϊσμός,
πού διδάσκει
ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες
περιέχουν μέρος τῆς ἀληθείας.
Στήν Ἰνδοκίνα
ἐμφανίσθηκαν τελευταῖα θρησκεῖες
πού συγκαταριθμοῦν
μεταξύ τῶν θεῶν τους
τόν Χριστό,
τόν Κομφούκιο,
τόν Βούδδα
καί τόν Λάο-Τσέ.
Οἰκουμενική Κίνησι καί συγκρητισμός
Ἡ πολύ σύντομη αὐτή ἀναφορά
στήν μέχρι τόν 19ο αἰῶνα
πορεία τοῦ συγκρητισμοῦ
διευκολύνει στήν κατανόησι
τοῦ κινδύνου
πού παρουσιάσθηκε
στήν ἐποχή μας.
Ἡ Οἰκουμενική Κίνησι,
ἡ ὁποία ἀποβλέπει,
ὅπως ἤδη ἀναφέραμε,
στήν ἐπανένωσι
ὅλων τῶν χριστιανῶν,
μποροῦμε νά ποῦμε
ὅτι συμπληρώνει 100 χρόνια,
ἐφ’ ὅσον τήν ἀρχή της
συναντοῦμε στά 1902,
ὅταν ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης
Ἰωακείμ ὁ Γ’
μέ Πατριαρχική καί Συνοδική Ἐγκύκλιο
πρός τίς κατά τόπους
Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες
Θέτει τό θέμα
τῆς μεταξύ τῶν χριστιανικῶν «Ἐκκλησιῶν»
προσεγγίσεως.
Σημαντικό ὄργανο
πού χρησιμοποιήθηκε
γιά τήν πραγματοποίησι
τῶν σκοπῶν
τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως
ἀπό τό 1948 καί μετά
ἦταν τό γνωστό
Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν,
πού ἑδρεύει στή Γενεύη
καί τό ὁποῖο
προσφάτως χαρακτηρίσθηκε
ὡς «ἐνσάρκωσις
τοῦ Θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ
τῆς ἐποχῆς μας»
καί ὡς «Παγκόσμιον Συνονθύλευμα
τῶν Αἱρέσεων»,
καθ’ ὅσον «ὡς γνωστόν,
εἶναι ἕνας θρησκευτικός ὀργανισμός
ἐπί τοῦ ὁποίου δεσπόζει ἀσφυκτικῶς
καί κυριαρχεῖ σχεδόν συντριπτικῶς
ἡ Προτεσταντική παναίρεσις,
καί εἰς τόν ὁποῖον
συμμετέχει ἀνεπιτρέπτως
τόσον ἐξ ἐπόψεως «ἀρχῆς»,
ὅσον καί ἐξ ἐπόψεως
τῶν ἐκεῖ κρατουσῶν συνθηκῶν
καί ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία».
Δέν θά ἐπιμείνουμε ἰδιαίτερα
στό σημεῖο αὐτό,
διότι ἔχουν γραφῆ ἀρκετά
γιά τόν τρόπο δράσεως τοῦ Π.Σ.Ε.,
γιά τίς σχέσεις του
πρός τόν διεθνῆ Μασονισμό
καί τούς ὀλέθριους
ἀπώτερους σκοπούς του.
Θά ὑπογραμμίσουμε ἁπλῶς ἐδῶ
ὅτι τό πνεῦμα πού κυριαρχεῖ
σ’ ὅλες τίς σχετικές προσπάθειες
εἶναι τό πνεῦμα τοῦ Οἱκουμενισμοῦ,
ὁ ὁποῖος
«ὡς ἄλλος ὁδοστρωτήρ
ἀποβλέπει εἰς τήν ἐξίσωσιν
πασῶν τῶν Ἐκκλησιῶν,
εἰς τήν ἐπιβολήν
ἑνός δογματικοῦ
καί θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ
καί εἰς τήν δημιουργίαν
ἑνός εἴδους πανθρησκείας».
Ὁ Οἰκουμενισμός
δέν ἀναγνωρίζει,
δυστυχῶς, πουθενά
τήν ἀληθῆ Ἐκκλησία
τοῦ Χριστοῦ.
Ἀντίθετα «ἐπιδιώκει
νά ἀντικαταστήση
τήν ἀληθῆ ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας
-Μία, Ἁγία,
Καθολική καί Ἀποστολική-
μέ τήν ἀνατρεπτική ἰδέα
μιᾶς παναιρετικῆς ἑνώσεως.
Πράγματι, ὁ Οἰκουμενισμός
δέν δείχνει ἐνδιαφέρον
στή διάκρισι
μεταξύ ἀληθείας
καί αἱρέσεως».
Ἡ προσέγγισι
τῶν χριστιανικῶν «Ἐκκλησιῶν»
μέσα σ’ αὐτό τό πνεῦμα
τοῦ διαρκῶς ἐπεκτεινομένου
οἰκουμενικοῦ συγκρητισμοῦ,
πού τοποθετεῖ
ὅλες τίς «Ἐκκλησίες»
στό ἴδιο ἐπίπεδο,
πού θέτει τήν αἵρεσι
δίπλα στήν ἀλήθεια
καί προωθεῖ ἔτσι
τήν ἰσοπέδωσι τῶν πάντων,
δέν ὑπῆρξε βεβαίως ἀκίνδυνη
γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Πολλές φορές
οἱ σχετικές προσπάθειες ἐγίνοντο
ἐπί ζημίᾳ τῆς ἀληθείας.
Μέ περισσή ἐπιπολαιότητα καί σπουδή
ἁπλώνονταν γέφυρες
μικρές καί ἀνεπαρκεῖς
γιά νά γεφυρώσουν
τεράστια χάσματα
καί νά ἐκμηδενίσουν
ἀποστάσεις καί διαφορές
πολύ σημαντικές
στό δόγμα,
στό ἦθος
καί στή νοοτροπία
τῶν «Ἐκκλησιῶν».
Παραθεωρήθηκε τό γεγονός
ὅτι ἡ ἀλήθεια μέ τήν αἵρεσι
δέν ἔχουν ποσοτική διαφορά.
Ἡ ἀληθεια δέν εἶναι ἁπλῶς
καλύτερη ἀπό τήν αἵρεσι
καί ἡ αἵρεσι
δέν ἔχει λιγώτερη ἀλήθεια,
ὥστε μέ κάποια προσθήκη
νά γίνη καί αὐτή Ὀρθοδοξία.
Ἡ αἵρεσι εἶναι πλάνη.
Εἶναι σκοτάδι καί ἐγωισμός,
εἶναι ἁμαρτία καί θάνατος.
Καί ὁ θάνατος
δέν καταπολεμεῖται
μέ φάρμακα.
Ζητεῖ τόν νικητή του.
Καί ἡ ἁμαρτία
δέν παίρνει βελτίωσι·
νά γίνη λιγώτερο ἁμαρτία
καί κατόπιν ἀρετή.
Ἡ ἁμαρτία θέλει
μετάνοια καί ἐπιστροφή,
ὅπως ἀκριβῶς καί ἡ αἵρεσι.
Ἀλήθεια καί αἵρεσι ἀνήκουν
σέ τελείως διαφορετικούς κόσμους.
Δέν εἶναι συγκρίσιμα μεγέθη.
Μέσα ὅμως στό πνεῦμα
τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ
ἀναμειγνύονται ἔτσι,
ὥστε καί ἡ ἀλήθεια νά προσβάλλεται
καί ἡ αἵρεσι
νά μή βρίσκη Θεραπεία.
Ἑνοποίησι τοῦ κόσμου καί συγκρητισμός
Ἐκεῖνο τό ὁποῖο παρουσιάζει
πολύ μεγαλύτερη τήν ἀπειλή
γιά τήν Ὀρθοδοξία σήμερα
εἶναι ὅτι
τό πνεῦμα τοῦ συγκρητισμοῦ
εὐνοεῖται ἀπό τίς συνθῆκες
τῆς ἐποχῆς μας
καί ἀναπτύσσεται
ὄχι μόνον σέ διαχριστιανικό,
ἀλλά καί σέ παγκόσμιο
διαθρησκειακό ἐπίπεδο.
Ἡ καταπληκτική πρόοδος
τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνικῆς
διευκόλυνε μέ τήν ἀνάπτυξι
τῶν σχετικῶν μέσων
τίς ἐπικοινωνίες τῶν ἀνθρώπων,
τό πλησίασμα τῶν κοινωνιῶν,
τίς ταχύτατες μετακινήσεις
ἀπό τό ἕνα ἄκρο τῆς γῆς στό ἄλλο,
τή μαζική καί λεπτομερῆ
ἐνημέρωσι τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ ὀργάνωσι
ἑνός παγκοσμίου
οἰκονομικοῦ μηχανισμοῦ,
πού θά ἄνοιγε τό δρόμο
γιά μιά πρώτη
οἰκονομική ἑνοποίησι
τοῦ κόσμου
καί θά μποροῦσε στή συνέχεια
νά διευκολύνη τή μετάβασι
σέ μιά παγκόσμια κυβέρνησι,
δέν ἀποτελεῖ πλέον
ἕνα ἀπίθανο μελλοντικό ὅραμα.
Ἕνας διεθνής στρατός
παρουσιάζεται ἤδη νά ἐπεμβαίνη
σέ διάφορα σημεῖα τῆς γῆς
μέ τή μορφή
«εἰρηνευτικῶν δυνάμεων»
τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν.
Τό Διαδίκτυο ἁπλώνει
λεωφόρους ἐπικοινωνίας
σ’ ὅλη τήν ἐπιφάνεια τῆς γῆς.
Μέ πολύ μικρό κόστος
μπορεῖ ὁ καθένας
νά ἔχη ἄμεση πρόσβασι
σέ κάθε εἴδους ἰδέες,
εἰδήσεις καί πληροφορίες
ἀπό κάθε γωνιά τοῦ κόσμου
χρησιμοποιώντας τό Internet
καί μέσῳ αὐτοῦ
τοῦ παγκόσμιου ἐργαλείου
μποροῦν εὔκολα
οἱ διάφορες κουλτοῦρες
καί νοοτροπίες
νά διαπλάθουν
ἕνα μοναδικό μαζικό νοῦ.
Κάτω ἀπό αὐτές τίς συνθῆκες
ἡ τάσι πολιτικῆς,
πολιτιστικῆς, οἰκονομικῆς
καί νομισματικῆς ἑνοποιήσεως
πού διακρίνει τόν σύγχρονο κόσμο
εἶναι ὁλοένα αὐξανόμενη.
Ἡ ἰδέα τῆς παγκοσμιοποιήσεως,
ἐκτός ἀπό τίς οἰκονομικές ἀφετηρίες της
καί τούς οἰκονομικούς της στόχους,
παρουσιάζεται νά ἐπηρεάζη
καί τή γενικώτερη νοοτροπία
τῆς συγχρόνου ἐποχῆς
καί ἀνοίγει τόν δρόμο
γιά μιά πιό βαθειά ἑνοποίησι.
Φαίνεται πώς
δέν μᾶς χωρίζει πιά
μεγάλη ἀπόστασι
ἀπό τό «παγκόσμιο χωριό»
μέ τήν «πλανητική συνείδησι»,
στήν ὁποία
ἡ ἔννοια τοῦ Ἔθνους-Κράτους
εἶναι πολύ ἐξασθενημένη
καί ἡ ἰδέα
μιᾶς πολυφυλετικῆς,
πολυπολιτισμικῆς,
ἀλλά καί πολυθρησκευτικῆς κοινωνίας
κυριαρχεῖ.
Γιατί νά μήν ὑπερβοῦμε
τίς μεταξύ μας διαφορές;
Γιατί νά μήν προσπαθήσουμε
νά ζήσουμε ἑνωμένοι
σέ μία ἀνεκτική
ὅλων τῶν διαφορῶν
κοινωνία;
Γιατί νά μήν ἐπιδιώξουμε
καί μία θρησκευτική
ἐπί τέλους προσέγγισι
μεταξύ μας;
Ὅλες οἱ θρησκεῖες
τό ἴδιο πρᾶγμα λένε,
μέ τόν δικό της τρόπο
ἡ καθεμιά.
Στό τέλος-τέλος ὅλοι
κάτω ἀπό τήν ὀμπρέλα
τοῦ οὐρανοῦ ζοῦμε
καί οὐσιαστικά
σέ ἕνα Θεό πιστεύουμε.
Ἀλλά ἡ νοοτροπία αὐτή
δέν εἶναι μόνον ὕποπτη.
Εἶναι καί ἐντελῶς ἀπαράδεκτη.
Δέν εἴμαστε καθόλου αἰσιόδοξοι
μπροστά στή νέα κατάστασι,
ὅπως τήν διαμορφώνουν
μέ πολλές ὑποσχέσεις
οἱ σύγχρονες συνθῆκες ζωῆς
τοῦ κόσμου,
πού φαίνεται
νά δίνουν στήν Ἐκκλησία
τή μεγάλη εὐκαιρία σήμερα
νά φθάση πιό εὔκολα
στά πέρατα τῆς οἰκουμένης,
νά ἁπλώση πιό σύντομα
«ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»
τό δίχτυ τοῦ κηρύγματος
τοῦ Εὐαγγελίου,
νά φέρη ἀποτελεσματικώτερα εἰς πέρας
τήν οἰκουμενική της ἀποστολή.
Διότι ἡ μεγάλη εὐκαιρία
μπορεῖ εὔκολα νά μετατραπῆ
σέ ὀλέθρια παγίδα.
Τό πλησίασμα τῶν ἀνθρώπων
καί τῶν λαῶν
νά ἐξαλείψη
τίς φυσικές τους ἰδιαιτερότητες.
Οἱ Θύλακες ἀντιστάσεως
τῆς ἀληθείας
νά χαθοῦν.
Στό γκρίζο μέσο ὅρο
νά κινδυνεύσουν
νά ἐξαφανισθοῦν
καί ἐκεῖνοι πού πρέπει
νά μείνουν ἑδραῖοι
καί ἀμετακίνητοι
στήν ἀληθινή πίστι,
γιά νά μεταδίδουν
τή σώζουσα χάρι της
στόν κόσμο,
καί ἐκεῖνοι
πού πρέπει νά ἀνανήψουν
καί νά λυτρωθοῦν
ἀπό τό σκοτάδι
τῆς ἀγνοίας,
τῆς πλάνης
καί τῆς ἁμαρτίας.
Ἡ παγκοσμιότητα
τοῦ χαρακτῆρος τῆς Ἐκκλησίας
δέν πρέπει
νά κινδυνεύση νά χαθῆ
στή σύγχρονη τάσι
πού ἀναπτύσσει
μιά ἄχρωμη παγκοσμιοποίησι.
Ἡ οἰκουμενικότητα τῆς Ἐκκλησίας
δέν πρέπει νά ἐξαφανισθῆ
στά κύματα
τοῦ συγχρόνου Οἱκουμενισμοῦ.
Ὄχι!
Δέν εἴμαστε ὅλοι
περίπου ἴδιοι.
Ὅλοι καλούμεθα
νά γίνουμε ἕνα,
μία ψυχή,
ἕνας ἄνθρωπος.
Ἀλλ’ αὐτό
δέν εἶναι κατορθωτό
παρά μόνον
διά τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου.
Κάθε τάσι
ἑνοποιήσεως τοῦ κόσμου
πού ἀγνοεῖ
τόν μόνο Ἑνοποιό,
ὁ Ὁποῖος
γι’ αὐτό ἀκριβῶς
ἦλθε στόν κόσμο,
«ἵνα τά τέκνα τοῦ Θεοῦ
τά διασκορπισμένα
συναγάγῃ εἰς ἕν»,
εἶναι καταδικασμένη
σέ ἀποτυχία.
Ὁ κόσμος
δέν μπορεῖ νά ἑνωΘῆ
ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἡ ἀληθινή ἀνθρώπινη κοινωνία
δέν μπορεῖ νά γίνη πραγματικότητα
ἔξω ἀπό τή θεανθρώπινη κοινωνία
τῆς Ἐκκλησίας,
πού καλεῖ τόν νέο λαό τοῦ Θεοῦ
στή νέα ὑπερφυῆ πραγματικότητα
πού δημιούργησε
ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός Του
μέ τό Αἷμα Του,
μέ τόν Σταυρό
καί τήν Ἀνάστασί Του.
Ἄν ἦταν δυνατό
νά τά καταφέρουμε μόνοι μας,
δέν θά χρειαζόταν
νά ἔλθη Ἐκεῖνος στή γῆ.
Καί δέν Θά μᾶς τό δήλωνε
τόσο ξεκάθαρα:
«Χωρίς ἐμοῦ
οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν».
Χωρίς Ἐκεῖνον
δέν γίνεται τίποτε.
Χωρίς τήν χάρι
τῆς Ἁγίας
καί Ὁμοουσίου
καί Ζωοποιοῦ
καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος,
τῆς τελείας κοινωνίας
τῶν τριῶν Θείων προσώπων,
στό πρότυπο τῆς ὁποίας καί μόνον
μπορεῖ νά οἰκοδομηθῆ
ἡ ἀληθινή ἀνθρώπινη κοινωνία,
κάθε προσπάθεια γιά ἑνότητα
Θά καταλήγη
στήν ἐξωτερική μόνον συγκόλλησι
ἑτερογενῶν στοιχείων,
πού στόν πρῶτο μικρό κραδασμό
θά διαχωρίζωνται βίαια
καί θά ἐξακοντίζωνται
ἀσυγκράτητα στά χάη.
Τό βλέπει αὐτό εὔκολα κανείς
στόν σύγχρονο διεσπασμένο
καί ἀλληλομισούμενο κόσμο!
Εἶναι χαρακτηριστικό
ὅτι στή Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία
ἡ συγκρητιστική τάσι
παρουσιαζόταν ἔντονη
καί ἀποσκοποῦσε
στήν ἑνοποίησι
τῶν εἰδωλολατρικῶν θρησκειῶν,
τῆς ρωμαϊκῆς,
τῆς ἑλληνικῆς
καί τῶν ἀνατολικῶν,
πού ἐφιλοξενοῦντο
στόν ἀπέραντο χῶρο της.
Ἡ πολιτική ἑνοποίησι
εὐνοοῦσε τήν ἀνάπτυξι τάσεων
Θρησκευτικῆς ἑνοποιήσεως.
Οἱ συνθῆκες
τῆς ἐποχῆς ἐκείνης
«προκάλεσαν ἤ τουλάχιστον
ἐνίσχυσαν τόν συγκρητισμό,
τήν ἀνάμειξι
καί ἀφομοίωσι
τῶν διαφόρων θεοτήτων.
Σχηματίσθηκε ἡ ἀντίληψι
ὅτι ὅλοι οἱ λαοί
ὑπό τά διάφορα ὀνόματα
καί τίς διάφορες λατρεῖες
λατρεύουν τήν ἴδια θεότητα,
ἀπό αὐτήν δέ τήν ἀντίληψι
προέκυψε τάσι πρός μονοθεΐα
(συγκρητιστική μονοθεΐα)».
Φαίνεται
«ὅτι ἡ ἐποχή τῆς γεννήσεως
τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ
δέν ἦταν ἐποχή ἀθεΐας
ἤ θρησκευτικῆς ἀδιαφορίας,
ἀλλ’ ἐποχή θρησκευτικοῦ ὀργασμοῦ.
Ἄρχισε δέ μάλιστα ἀντίδρασι
κατά τῆς ἠθικῆς ἐκλύσεως
τῶν χρόνων ἐκείνων.
Ἡ ἵδρυσι τοῦ κράτους
τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου
καί τοῦ ρωμαϊκοῦ κράτους,
στά ὁποῖα ἐνώθηκαν
πολύ διαφορετικοί λαοί,
γέννησε στούς διανοουμένους
ἰδέες ἠθικές
καί θρησκευτικές
μέ μονοθεϊστικές τάσεις».
Σέ ὅλα αὐτά ἐπιδροῦσαν
καί τά ἀνατολικά μυστήρια,
«πού σάν ξένα καί αἰνιγματικά
εἶχαν ἰδιαίτερη ἑλκυστικότητα».
Εἶναι φανερές οἱ ὁμοιότητες
τῆς ἐποχῆς μας
καί ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.
Καί σήμερα στή Δύσι
ὑπάρχει ἔντονο ἐνδιαφέρον
γιά τόν ἀνατολικό μυστικισμό
καί τίς πρακτικές του.
Καί σήμερα ὑπάρχει προσέγγισι
καί ἀνάμειξι τῶν θρησκειῶν
καί ἡ αἴσθησι ὅτι ὅλοι,
μέ διαφορετικούς τρόπους,
τόν ἕνα Θεό πιστεύουμε,
ὅλοι τόν ἴδιο Θεό προσκυνοῦμε.
Οἱ ἔντονες τάσεις
πού ἐπικρατοῦν καί ἀποβλέπουν
στήν ἑνοποίησι τοῦ συγχρόνου κόσμου
εὐνοοῦν πολύ περισσότερο
στήν ἐποχή μας
τήν ἀνάπτυξι τοῦ συγκρητισμοῦ,
τήν σύγκλισι τῶν θρησκευτικῶν τάσεων,
τήν ἑνοποίησι τῶν διαφόρων Θρησκειῶν
καί τελικά τήν ἰδέα τῆς πανθρησκείας.
Ἑνιαία διοίκησι,
ἑνιαία οἰκονομία,
ἕνα νόμισμα,
μία θρησκεία!
Ποτέ ἄλλοτε
ὁ Θρησκευτικός συγκρητισμός
δέν μποροῦσε νά ἔχη
τόσο εὐνοϊκές συνθῆκες ἀναπτύξεως
ὅσες διαθέτει σήμερα.
Διεθνής τρομοκρατία καί συγκρητισμός
Ἀλλά σήμερα ὑπάρχει
ἕνα ἀκόμη σημαντικό στοιχεῖο,
τό ὁποῖο κινεῖ τόν κόσμο
πρός ἑνοποίησι
καί συνεκδοχικά αὐξάνει
τίς θρησκευτικές
συγκρητιστικές τάσεις.
Ἡ ἀνάγκη ἀντιμετωπίσεως
τῆς τρομοκρατίας,
πού ἁπλώνει ἀπειλητικά
τά μαῦρα σύννεφά της
γιά νά καλύψη
ὅλο τό συνοφρυωμένο
καί κατατρομαγμένο
πρόσωπο τῆς γῆς,
δημιουργεῖ
μία ὁλοένα αὐξανόμενη ἀνάγκη
τῆς συσπειρώσεως τῶν λαῶν.
Σήμερα ζοῦμε
τήν παγκοσμιοποίησι
τοῦ τρόμου.
Στήν ἐποχή μας
παρουσιάσθηκε τό γεγονός
πού λίγες δεκαετίες πρίν
δέν θά μπορούσαμε
νά φαντασθοῦμε.
Ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα
τρομάζει ταυτοχρόνως.
Δισεκατομμύρια ἄνθρωποι
αὐξάνουν μαζί τούς παλμούς
τῆς ἀγωνίας τους.
Ὅλος ὁ κόσμος ζῆ
τό ἀποτρόπαιο αἴσθημα τῆς φρίκης
παρακολουθώντας ἀπό τή μικρή ὀθόνη
τό ἀνόσιο ἔργο τῶν τρομοκρατῶν,
τήν ὥρα πού αὐτό πραγματοποιεῖται.
Οἱ ἄνθρωποι
σφίγγουν τά χείλη τους μαζί,
κλείνουν τά μάτια τους
καί στρέφουν ἀλλοῦ
τό πρόσωπό τους
ταυτοχρόνως.
Μιά ἀκαριαία ἐκκένωσι φόβου
σ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων τίς καρδιές
ἐπιβάλλει τήν ἄμεση ἀνάγκη
ἀντιμετωπίσεώς του
ἀπό ὅλους.
Καί ἡ ἀπαίτησι
εἶναι πλέον τόσο μεγάλη,
ὥστε οἱ ἰσχυροί τοῦ κόσμου
νά ἀπειλοῦν:
«Ὅποιος δέν εἶναι μαζί μας
θά θεωρῆται ἐχθρός».
Γιά πρώτη φορά
οἱ ἐλευθερίες
θυσιάζονται πρόθυμα
χάριν τῆς ἀσφαλείας
καί οἱ συνειδήσεις
παύουν νά ἀντιδροῦν.
Ὁ φόβος
ἀπό τούς σεσημασμένους τρομοκράτες
καί οἱ ἀπειλές
καί τά ἀντίποινα
τῶν ἀντιπάλων τους
τίς παραλύουν.
Καί ὅταν
καί οἱ μέν
καί οἱ δέ
ἐπικαλοῦνται τόν Θεό,
ὅπως ὁ καθένας τόν πιστεύει,
καί ὅταν αὐτοί
πού ὑπερασπίζονται τάχα
τήν εἰρήνη τῆς γῆς
καλοῦν σέ συμπροσευχές
ὅλους τούς θρησκευτικούς ἀρχηγούς,
ἡ ἄρνησι
θά ἰσοδυναμοῦσε γι’ αὐτούς
μέ προδοσία.
Τό νά ξεχωρίση ὁ Ὀρθόδοξος,
γιά νά δώση τή δική του
γνήσια μαρτυρία τῆς καταφυγῆς
στόν μόνο ἀληθινό Θεό,
εἶναι ὅλο καί πιό δύσκολο.
Αὔριο Θά εἶναι ἡρωικό
καί ἡ μαρτυρία τῆς ἀληθείας
θά συνεπάγεται ἴσως τό μαρτύριο.
Οἱ χριστιανοί
μέ τήν ἀποφυγή τῆς συμμετοχῆς
σέ τέτοιες διαδικασίες
θά θεωρηθοῦν εὔκολα
ἐχθροί τοῦ κοινοῦ καλοῦ
καί βεβαίως
θά σηκώσουν ἄλλη μία φορά
τό σταυρό τοῦ διωγμοῦ.
Πῶς μποροῦμε ὅμως
νά προχωρήσουμε
σέ τέτοιους συμβιβασμούς;
Νά συμπροσευχηθοῦμε ὅλοι
καί νά δεηθοῦμε
ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ κόσμου.
Ἀλλά ποῦ Θά ἀπευθύνουμε
τίς δεήσεις μας;
Στόν ἕνα Θεό,
ὅπως ὁ καθένας τόν πιστεύει;
Καί δικαιοῦται ὁ καθένας
νά πιστεύη ὅπως θέλει τόν Θεό;
Θά προσευχηθοῦμε μήπως ὅλοι μαζί,
ἀλλά στόν δικό του θεό ὁ καθένας;
Καί ὑπάρχουν πολλοί θεοί,
ὥστε ὁ καθένας
νά ἔχη καί τόν δικό του;
Καί ὕστερα·
Θά προσευχηθοῦμε ὅλοι μαζί
ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ κόσμου;
Ἀλλά τό περιεχόμενο
τῆς λέξεως αὐτῆς
διαφέρει πάρα πολύ,
ὅταν τή συναντοῦμε
στό «χριστιανικό λεξιλόγιο»
ἤ ὅταν συζητοῦμε γι’ αὐτή
μέ τή νοοτροπία
ἄλλων θρησκειῶν.
Ἡ κίβδηλη, ἡ ἀσταθής
καί ὑποκριτική συχνά,
ἡ ἀπατηλή
καί ἐπιφανειακή εἰρήνη,
ὅπως ὁ κόσμος τήν ἐννοεῖ
καί οἱ ἀνθρώπινοι ὀργανισμοί
τήν ἐπιδιώκουν,
ποιά σχέσι μπορεῖ νά ἔχη
μέ τήν βαθειά καί ἀναφαίρετη
καί σ’ αὐτήν ἀκόμη
τήν κατάστασι τοῦ πολέμου
«ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν»
εἰρήνη τοῦ Θεοῦ,
πού φρουρεῖ τίς καρδιές
καί τίς σκέψεις τῶν πιστῶν
ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ;
Ἀλλά καί αὐτήν ἀκόμη τήν εἰρήνη,
ὅπως τήν ἐννοεῖ
καί τήν ἐπιδιώκει
ὁ κόσμος τῶν ἀνθρώπων,
πῶς εἶναι δυνατόν
νά τήν ἐπιτύχη
χωρίς τόν ἄρχοντα τῆς εἰρήνης,
τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό,
ὁ Ὁποῖος
ὡς τό μοναδικό
θεανθρώπινο πρόσωπο
ἐξησφάλισε τήν εἰρήνη
ὄχι μέ ἐξωτερικές διευθετήσεις,
ἀλλά μέ τήν προσφορά
τῆς Θυσίας τοῦ ἑαυτοῦ Του
ὑπέρ τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου
καί ἔγινε ἔτσι ὁ ἴδιος
«ἡ εἰρήνη ἡμῶν»;
Ποτέ δέν ἔπαυσαν οἱ ἄνθρωποι
νά ἀναζητοῦν τήν εἰρήνη
καί ποτέ οἱ πόλεμοι
μεταξύ τους
δέν σταματοῦν.
Πῶς εἶναι λοιπόν δυνατόν
νά σταθοῦμε
δίπλα στούς Μωαμεθανούς,
πού θεωροῦν τόν πόλεμο ἱερό,
στούς Ἰνδουϊστάς,
πού ἀντιλαμβάνονται τήν εἰρήνη
ἀόριστα καί ἀμφίβολα
ὡς παθητική κατάστασι
ἠρεμίας καί αὐτολυτρώσεως,
ἤ στούς Ἑβραίους,
πού ἐφόνευσαν
τόν μόνο ἀληθῆ
χορηγό τῆς εἰρήνης
καί δέν μετάνοιωσαν ἀκόμη,
καί νά προσευχηθοῦμε ἀπό κοινοῦ
ὑπέρ τῆς εἰρήνης;
Ποιόν θά ἐμπαίζουμε τότε,
τόν ἑαυτό μας,
τόν Θεό,
ἤ ὅλοι οἱ συμπροσευχόμενοι
ὁ ἕνας τόν ἄλλον;
Εἶναι φανερό
ὅτι σ’ ἕνα κόσμο
γεμᾶτο σύγχυσι,
σ’ ἕνα κόσμο
πνευματικά ἀποπροσανατολισμένο,
αὐτοί οἱ ἐπικίνδυνοι συγχρωτισμοί
ὁδηγοῦν σέ ἀνεπίτρεπτους συμβιβασμούς.
Τά κριτήρια τῆς ἀληθείας ἀλλοιώνονται
καί εἶναι ὅλο καί πιό δύσκολο
ἡ Ὀρθόδοξη πίστι νά διατηρήση
τή συνείδησι τῆς αὐθεντικότητος
καί ἄρα τῆς μοναδικότητός της.
Δέν μποροῦμε
οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί
νά ἀνεχθοῦμε
τόν ὑποβιβασμό τῆς Ὀρθοδοξίας
σ’ ἕνα πολιτιστικό μέγεθος
καί τόν περιορισμό
τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας
σέ ἐγκόσμιους ρόλους.
Κάτω ἀπό τήν ἀφόρητη πίεσι
τῶν ἐγκοσμίων προβλημάτων
καί τήν ἀδήριτη ἀνάγκη
ἀποτελεσματικῆς ἀντιμετωπίσεώς τους,
ἡ Ἐκκλησία κινδυνεύει νά λησμονήση
τήν κύρια ἀποστολή της,
πού εἶναι ὁ ἀγώνας της
νά εἰρηνεύση τούς ἀνθρώπους
μέ τόν Θεό
καί ἔτσι νά φέρη
καί τήν εἰρήνη στόν κόσμο.
Πῶς εἶναι δυνατόν
νά συμμετέχη σέ προσπάθειες
πού ἀποβλέπουν
στό νά εἰρηνεύσουν
τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους,
ὅταν οἱ προσπάθειες αὐτές
ἀγνοοῦν τόν μόνον ἀληθινό Θεό,
τόν μόνο δυνάμενο
νά φέρη στίς ἀνθρώπινες καρδιές
καί σ’ ὅλο τόν κόσμο
τήν ἀληθινή καί μόνιμη εἰρήνη;
Ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι
ἐγκόσμιος εἰρηνευτικός ὀργανισμός,
ἀλλά ἱερό καθίδρυμα σωτηρίας.
Ἄν λησμονήση τό κύριο,
τό σωτηριολογικό της ἔργο,
δέν μπορεῖ νά ἐπιτελέση
οὔτε τήν κοινωνική της ἀποστολή.
Ἡ ἐμβέλεια τῶν ὁραμάτων
καί τῶν δυνατοτήτων της
ὑπερβαίνει πολύ τόν ὁρίζοντα
τῶν ἐντός τοῦ κόσμου ἐπιδιώξεών της,
ὅσο μεγάλες καί ἄν εἶναι αὐτές.
Ἡ ἐξάρτησι ἀπό τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς
Στή μικρή μας πατρίδα,
ὅπως καί σέ ἄλλες μικρές χῶρες,
ὑπάρχει ἕνας ἐπί πλέον πειρασμός.
Οἱ μικρές χῶρες
ἔχουν τήν ἀνάγκη
συμπαραστάσεως τῶν μεγάλων.
Ζητοῦν βοήθεια πολιτική,
στρατιωτική,
κυρίως οἰκονομική.
Ἡ ἄρνησι νά προβοῦμε σέ παραχωρήσεις
σέ ζητήματα θρησκευτικῆς ζωῆς
πιθανῶς θά ἀναστείλη
τίς ἀπό μέρους τους οἰκονομικές παροχές.
Ἄν τηρήσης ἐπιφυλακτική στάσι
ἀπέναντι τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης,
τοῦ πνευματικοῦ πατέρα τῆς Εὐρώπης,
ὅπως θέλουν νά τόν ξέρουν οἱ Δυτικοί,
τότε καί ἡ Εὐρώπη
στέκεται ἐπιφυλακτική ἀπέναντί σου.
Καί ἡ Εὐρώπη ἔχει τόν χρυσό!
Καί δέν ἀφήνει ἀτιμώρητη
τήν προσβολή ἐκείνου πού,
κατά τίς ἐλπίδες τῶν Λατίνων,
εἶναι ὁ ἐπίδοξος πνευματικός ἡγέτης
ὅλου τοῦ κόσμου,
ὁ αὐριανός Θρησκευτικός πλανητάρχης.
Ὁ πειρασμός εἶναι ὁ ἴδιος
μέ ἐκεῖνον στόν ὁποῖο ἔπεσαν
στή Φερράρα-Φλωρεντία
ὅσοι προσπαθοῦσαν νά ἐξασφαλίσουν
τή βοήθεια τῶν Δυτικῶν
πρός τό κυκλούμενο
ἀπό τά νέφη τοῦ Ἰσλάμ
Βυζάντιο,
κάνοντας παραχωρήσεις στήν πίστι.
Εἶναι γνωστή ἡ θλιβερή συνέχεια.
Δέν μποροῦμε νά πουλήσουμε
τά πρωτοτόκιά μας
ἀντί πινακίου φακῆς.
Ἄν δύση ἡ Ἀνατολή,
ἀπό ποῦ ὁ κόσμος
θά πάρη τό φῶς του;
Ἄν ἡ Ἐκκλησία
περιμένη ἐνίσχυσι
ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ κόσμου,
ἀρνεῖται τή δύναμι τῆς εὐσεβείας.
Ἄν ἡ Ὀρθοδοξία
φοβηθῆ τήν πτωχεία,
χάνει τόν πλοῦτο της.
Ἡ Ἐκκλησία μας
δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῆ
τόν Σταυρό της.
Διότι δέν θά μπορεῖ πιά
νά κηρύττη τήν Ἀνάστασι.
Ἀπό τή στιγμή
πού θά φοβηθῆ τόν Θάνατο,
παύει νά ζῆ.
Ἡ ἀσκητική της ἐμπειρία,
ἡ μαρτυρική της παρουσία στόν κόσμο
καί ἡ σταυροαναστάσιμη πορεία της
φανερώνουν τόν τρόπο τῆς ζωῆς της,
πού δέν εἶναι ἄλλος
ἀπό τόν καθ’ ἡμέραν
ὑπέρ τῆς ἀληθείας θάνατο.
Ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας
γράφεται πάντοτε μόνον μέ αἷμα.
Μέ τό αἷμα τοῦ Θεοῦ
καί τό αἷμα ἐκείνων
πού γίνονται πρόθυμα
οἱ κοινωνοί τῶν παθημάτων Του.
Δέν ἀνήκουμε σέ μιά Ἐκκλησία
πού ζητεῖ νά κερδίση τόν κόσμο
μέ τό νά γίνεται ἡ ἴδια κόσμος.
Ἔτσι θά μποροῦσε νά κερδίζη
μόνον ἐπιπόλαιους ὀπαδούς
καί ὄχι «ἄχρι θανάτου» πιστούς.
Ἀνήκουμε σέ μιά Ἐκκλησία
πού εἶναι στή φύσι της
ἀσκητική καί ταπεινή
καί μόνον ὅσο παραμένει τέτοια
μπορεῖ μέ τό ἱλαρό φῶς της νά φωτίζη
μέσα στά σκοτάδια τοῦ κόσμου
τά μονοπάτια τῆς τεθλιμμένης ὁδοῦ
τῆς ἀπαγούσης εἰς τήν ζωήν.
Βήματα τοῦ συγκρητισμοῦ στήν ἐποχή μας
Ἀναφέραμε μέχρις ἐδῶ
τά βασικά στοιχεῖα
πού συνθέτουν τό πλαίσιο ἀναπτύξεως
τοῦ συγχρόνου διαχριστιανικοῦ
καί διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ,
μέσα στό ὁποῖο
καταργοῦνται τά σύνορα
μεταξύ τῶν δογμάτων
καί τῶν θρησκειῶν.
Στό σημεῖο αὐτό
εἶναι ἐνδιαφέρον νά ὑπενθυμίσουμε
ἐπιγραμματικά καί ἐπί τροχάδην
ὡρισμένα μόνο γεγονότα
τοῦ τελευταίου καιροῦ,
τά ὁποῖα μέσα σ’ αὐτό τό πλαίσιο
προώθησαν τό ὀλέθριο πνεῦμα
τοῦ συγκρητισμοῦ.
Τό 1960 συστήθηκε
ἕνα ἀμερικανικό ἵδρυμα
μέ τήν ἐπωνυμία
«Ναός τῆς Κατανόησης»
(Temple of Understanding)
ὡς ἕνα εἶδος
«Συνδέσμου τῶν ἑνωμένων Θρησκειῶν»,
μέ σκοπό νά
«χτίσει τό συμβολικό ναό
σέ πολλά μέρη τοῦ κόσμου».
Στή δεύτερη διάσκεψι κορυφῆς
τοῦ Συνδέσμου,
τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1970 στή Γενεύη,
ὀγδόντα ἀντιπρόσωποι
ἀπό δέκα θρησκεῖες
συναντήθηκαν
γιά νά συζητήσουν
μεταξύ ἄλλων καί
«τό σχέδιο τῆς δημιουργίας
μιᾶς παγκόσμιας
κοινότητας θρησκειῶν».
Στίς 2 Ἀπριλίου,
στόν καθεδρικό ναό
τοῦ Ἀγίου Πέτρου
ἔλαβε χώρα μία «ἄνευ προηγουμένου»
ὑπερ-ὁμολογιακή λειτουργία
καί προσευχή.
Ὁ Προτεστάντης πάστορας Babel
(νά εἶναι ἆραγε σημαδιακό
τό ὄνομά του;)
μίλησε γιά
«μιά πολύ μεγάλη μέρα
στήν ἱστορία τῶν θρησκειῶν»,
κατά τήν ὁποία
«ὁ καθένας προσευχήΘηκε
στή δική του γλῶσσα
καί σύμφωνα μέ τό τυπικό
τῆς θρησκείας πού ἐκπροσωποῦσε»,
καί κατά τήν ὁποία
«οἱ πιστοί ὅλων τῶν θρησκειῶν
κλήθηκαν νά συνυπάρξουν
στή λατρεία τοῦ ἴδιου Θεοῦ».
Τόν Ἰούνιο τοῦ 1965
στό San Francisco ἔγινε μία
«Συνέλευση θρησκειῶν
γιά τήν Παγκόσμια Εἰρήνη»,
ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς 2Οῆς ἐπετείου
ἀπό τῆς ἱδρύσεως
τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν
στήν πόλι αὐτή.
«Ἰνδουϊστές, Βουδιστές,
Μουσουλμάνοι, Ἑβραῖοι,
Προτεστάντες, Καθολικοί
καί Ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι
ἀναφέρθηκαν στό «θρησκευτικό» ἵδρυμα
γιά τήν παγκόσμια εἰρήνη,
καί ὕμνοι ὅλων τῶν πίστεων
ἑρμηνεύθηκαν ἀπό μιά χορωδία
μέ 2.ΟΟΟ μέλη
«ἀπό κάθε πίστι».
Στήν ἀρχή τοῦ 1970
λαμβάνει χώρα στόν Λίβανο
μία συνδιάσκεψι
μεταξύ Ἰνδουϊστῶν, Βουδιστῶν,
Χριστιανῶν καί Μουσουλμάνων.
Καί κατόπιν στή Ζυρίχη
ἀκολουθεῖ ἄλλη συνδιάσκεψι,
στήν ὁποία ἐκπρόσωποι τοῦ Π.Σ.Ε.
διακηρύττουν τήν ἀνάγκη
νά πραγματοποιηθῆ «διάλογος»
μέ τίς μή χριστιανικές θρησκεῖες.
Τόν Ἰανουάριο τοῦ 1971
στή συνάντησι
τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Π.Σ.Ε.
στήν Ἀντίς Ἀμπέμπα
ὁ Ὀρθόδοξος Μητροπολίτης Βηρυττοῦ
κατέπληξε ἀκόμη καί πολλούς Προτεστάντες,
ὅταν μίλησε γιά τήν
«αὐθεντική πνευματική ζωή
τῶν ἀβαπτίστων»
καί ἀκόμη γιά τήν «χάρη
πού ἐπισκέπτεται ἕνα Βραχμάνο,
ἕνα Βουδιστή, ἤ ἕνα Μουσουλμάνο
πού διαβάζει τίς δικές του Γραφές»!
Στή συνάντησι αὐτή
ἡ Κεντρική Ἐπιτροπή τοῦ Π.Σ.Ε.
ἀπεφάσισε νά ἐνθαρρύνη
τήν πραγματοποίησι
διαθρησκειακῶν συναντήσεων
καί προγραμμάτισε γιά τό 1972
διάλογο μεταξύ Χριστιανῶν
καί Μουσουλμάνων.
Τό 1972 ἐπίσης
ἡ Ἑλληνική Ὀρθόδοξη Ἀρχιεπισκοπή
Βορείου καί Νοτίου Ἀμερικῆς
ὀργανώνει γιά πρώτη φορά
ἐπίσημο θεολογικό διάλογο
μέ τούς Ἑβραίους.
Στό διάλογο αὐτό
οἱ Ἕλληνες θεολόγοι συμφώνησαν
«νά ἐπαναθεωρήσουν
τά λειτουργικά τους κείμενα,
ὥστε νά βελτιώσουν ἀναφορές
στούς Ἑβραίους καί στόν Ἰουδαϊσμό,
ὅταν αὐτές εἶναι ἀρνητικές
ἤ ἐπιθετικές».
Τό 1986 ὁ Πάπας διοργανώνει
τό Α’ Διαθρησκευτικό Συνέδριο
στήν Ἀσσίζη
μέ συμμετοχή ἐκπροσώπων
τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν,
τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, Μωαμεθανισμοῦ
καί ἄλλων Θρησκειῶν,
μέ εἰσηγήσεις, συζητήσεις
καί ἀπαράδεκτες συμπροσευχές.
Τήν ὀργάνωσι
τέτοιας συνθέσεως Συνεδρίων
ἐπαναλαμβάνει τό Βατικανό
ἀπό τότε κάθε χρόνο.
Τόν Νοέμβριο τοῦ 2000
ἀντιπρόσωποι ἕνδεκα μεγάλων θρησκειῶν
συναντήθηκαν στό Κατμαντού,
πρωτεύουσα τοῦ Νεπάλ,
σέ εἰδικό Διεθνές Συνέδριο
πού εἶχε σχέσι
μέ τά οἰκολογικά προβλήματα
τῆς Γῆς.
Τήν ἔναρξι εἰδικῆς τελετῆς
«Ταξίδι στό Κατμαντού:
Ἱερά Δῶρα γιά ἕναν Ζωντανό Πλανήτη»,
πού ἔγινε στά πλαίσια τοῦ Συνεδρίου,
κήρυξε ὁ βασιλιάς τοῦ Νεπάλ,
πού θεωρεῖται
ὅτι εἶναι ἡ ἐνσάρκωσι
τοῦ ἰνδουϊστικοῦ θεοῦ Βισνού.
Τήν πρώτη ἡμέρα τῶν ἐκδηλώσεων
ἔγινε «τελετουργική ἐκδήλωσι
κατά τό θρησκευτικό τυπικό
τῶν Σιντοϊστῶν,
κατά τήν ὁποία δόθηκαν καί
οἱ σχετικές σιντοϊστικές εὐλογίες
πρός τή φύσι καί τούς ἀνθρώπους.
Τό ἀπόγευμα τῆς ἴδιας ἡμέρας
δόθηκαν εὐλογίες
κατά τό Ζωροαστρικό τυπικό...».
Ἐκεῖ παρόντες καί οἱ Χριστιανοί,
οἱ Προτεστάντες, οἱ Παπικοί
καί οἱ Ὀρθόδοξοι!
Νά ἀναφέρουμε στό σημεῖο αὐτό
τήν «Οἰκουμενική Χάρτα»,
ἡ ὁποία συνετάγη
ἀπό τό Συμβούλιο Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν,
δηλαδή Ὀρθοδόξους, Ἀγγλικανούς,
Προτεστάντες καί Παλαιοκαθολικούς,
καί ἀπό τό Συμβούλιο
Καθολικῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων
τῆς Εὐρώπης.
Τό κείμενο τῆς «Χάρτας»,
ὅπως ἀναθεωρήθηκε
κατά τή Συνεδρία Ἐργασίας
τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν
τόν Ἰούλιο τοῦ 2000
στόν Ἅγιο Νικόλαο Κρήτης,
εἶναι ἕνα ἀπό τήν ἀρχή ὥς τό τέλος
ἀπαράδεκτο οἰκουμενιστικό κείμενο.
Εἶναι «κείμενον Θολόν,
ἀόριστον,
ὁμιχλῶδες,
διάτρητον
εἰς πάρα πολλά σημεῖα...
Μόνον ἄγευστοι
τῆς Ὀρθοδόξου Θεολογίας
καί ἄμοιροι τῆς Ἁγιοπνευματικῆς
καί Ἁγιοπατερικῆς Παραδόσεως,
τήν ὁποίαν διασώζει
ἀκεραίαν καί ἀπαραχάρακτον
ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική
καί Ἀποστολική Ἐκκλησία,
δηλαδή ἡ καθ’ ἡμᾶς
Ὀρθόδοξος Καθολική
Ἀνατολική Ἐκκλησία
τοῦ Χριστοῦ,
Θά προσυπέγραφαν
τήν «Οἰκουμενικήν» αὐτήν «Χάρταν».
Καί βεβαίως ἔτσι εἶναι.
Διότι ἡ «Χάρτα»
κάνει λόγο συνεχῶς
ὄχι περί τῆς μιᾶς Ἐκκλησίας,
τήν ὁποία ἵδρυσε
ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός,
ἀλλά περί «Ἐκκλησιῶν»,
θεωρώντας
ὅλες τίς αἱρετικές
ὁμολογιακές ὁμάδες
ὡς ἰσοδύναμες «Ἐκκλησίες».
Τό κείμενο διαπνέεται
ἀπό τήν ἀπαράδεκτη
«θεωρία τῶν Κλάδων»,
πού ἀρνεῖται ὅτι
ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
εἶναι ἡ ἀληθινή Ἐκκλησία.
Ὅσοι τό ὑπογράφουν «ὑπόσχονται
νά μή προτρέπουν ἀνθρώπους
νά ἀλλάσουν τήν Ἐκκλησίαν αὐτῶν»,
σάν ὁ καθένας νά δικαιοῦται
νά ἔχη τήν «Ἐκκλησία» του.
Ὑπόσχεται ἀκόμη
«νά ἀναγνωρίζουν
τό δικαίωμα παντός ἀνθρώπου
νά ἀναζητῇ τήν ἀλήΘειαν
καί νά προβάλλῃ
τήν ἀλήθειαν ταύτην
κατά τήν συνείδησιν αὐτοῦ»,
σάν νά ἔχη καταργηθῆ πλέον
ἡ αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας
καί ἔσχατο κριτήριο τῆς ἀληθείας
νά εἶναι ἡ συνείδησι τοῦ καθενός.
Θεωροῦν δέ
ὅτι οἱ διαφορές μας
μέ τούς αἱρετικούς
εἶναι «περί τήν ἔκφρασιν»,
δηλαδή ἁπλῶς λεκτικές,
καί ὄχι περί τήν οὐσίαν,
διότι προφανῶς γι’ αὐτούς
εἶναι χωρίς οὐσιαστική σημασία
τά δόγματα!
Ἀκόμη,
ὅσοι ὑπογράφουν τήν «Χάρτα»
δηλώνουν ὅτι
«αἰσθάνονται τήν ὕπαρξιν
ἰδιαιτέρας σχέσεως»
πού τούς συνδέει
μέ τόν Ἰουδαϊσμό,
καί γι’ αὐτό
ὑποστηρίζουν τόν διάλογο
μέ τόν Ἰουδαϊσμό,
ὅπως ἐπίσης καί μέ τό Ἰσλάμ.
Δηλαδή μέ αὐτούς
πού ἐπί 2000 χρόνια
πολεμοῦν ἐμφανῶς καί ἀφανῶς,
ὕπουλα καί μεθοδικά
τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ,
ἤ μέ ἐκείνους
πού θεωροῦν τόν Χριστό
ἁπλό προφήτη,
πρόδρομο τοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ,
καί ἔχουν ὁδηγήσει στό θάνατο
στρατιές μαρτύρων
τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἐπίσης
τό κείμενο τῆς «Χάρτας»
κάνει λόγο διά
«κοινήν μαρτυρίαν
πρός διαφύλαξιν τῆς ἀξιοπρεπείας
τοῦ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ
δημιουργηθέντος ἀνθρώπου»
καί ὅσοι τό ὑπογράφουν
δηλώνουν ὅτι
«ἐπιδιώκουν νά διαφυλάξουν
τήν «ψυχήν τῆς Εὐρώπης»
ἐμμένοντες
εἰς τάς βασικάς χριστιανικάς ἀξίας,
ὡς τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην,
τήν ἀγάπην, τήν ἐλευθερίαν,
τήν ἀνοχήν, τήν σύμπραξιν
καί τήν ἀλληλεγγύην...».
«Ἀλλ’ ὅλα αὐτά μόνα των
εἶναι ἕνας ψυχρός,
ἄψυχος καί ἀσπόνδυλος
κοσμικός ἀνθρωπισμός...
Διά τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν
ἡ ἀγάπη, ἡ εἰρήνη,
ἡ ἐλευθερία, ἡ δικαιοσύνη κ.τ.ὅ.
ἐννοοῦνται πάντοτε «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ»·
δέν ἐννοοῦνται ἐγκοσμιοκρατικά,
οὑμανιστικά.
Ὅλα αὐτά τά ἀγαθά εἶναι,
πρέπει νά εἶναι
«καρπός τοῦ Πνεύματος»
καί ὄχι ἀποτέλεσμα καιροσκοπικῶν
καί ἰδιοτελῶν συμβιβασμῶν.
Διότι ἐάν δέν ἐμπνέωνται
καί δέν ζωογονοῦνται
ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ,
δέν ἠμποροῦν νά συμβάλουν
εἰς τήν καλλιέργειαν
ὑγιῶν διαπροσωπικῶν
ἤ διεθνῶν σχέσεων.
Χωρίς τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ
κτίζομεν ἐπί τῆς ἄμμου!
Δέρομεν εἰς ἀέρα!»
Ἀλλά ἐκεῖ καταλήγουμε,
ὅταν δέν σεβώμεθα
τήν ἁγία παρακαταθήκη τῆς πίστεως,
ὅσα μέ αἵματα καί θυσίες πολλές
μᾶς παρέδωσαν οἱ Πατέρες μας.
Ὁ παγκόσμιος θρησκευτικός συγκρητισμός
ἁπλώνει τά πλοκάμια του
καί περισφίγγει
ὅλο καί πιό ἀσφυκτικά
τόν κόσμο μας.
Τώρα καί μέ τίς ὑπογραφές
τῶν Ὀρθοδόξων!
Δέν πρέπει νά παραλείψουμε
νά ἀναφερθοῦμε
στόν ἐνδοτισμό τῶν Ὀρθοδόξων
κατά τούς διαλόγους
μέ τούς Ἀντιχαλκηδονίους
καί στήν ἐπικίνδυνη προσέγγισι
καί τόν ὀλέθριο ἐναγκαλισμό
τῶν Μονοφυσιτῶν
ἀπό μέρους κυρίως
τῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας
καί Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ρουμανία
ἦταν ἡ πρώτη Ὀρθόδοξη χώρα
στήν ὁποία τόν Ὀκτώβριο τοῦ 2000
στήθηκε ἄγαλμα
τοῦ Πάπα Ἰωάννου-Παύλου Β’
ἔξω ἀπό τήν Πρεσβεία τοῦ Βατικανοῦ
στό Βουκουρέστι.
Τά ἀποκαλυπτήρια ἔγιναν
ἀπό τόν Ὀρθόδοξο Πατριάρχη Ρουμανίας,
τόν Πρόεδρο τῆς Ρουμανίας
καί παπικούς ἡγέτες!
Ὁ Πάπας ἦλθε
γιά πρώτη φορά
καί στήν Ἀθήνα
τόν Μάϊο τοῦ 2001
παρά τήν καθολική σχεδόν ἀντίδρασι
καί τίς ἔντονες διαμαρτυρίες
τοῦ συνειδητῶς θρησκεύοντος
Ὀρθοδόξου Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
Βεβαίως ὅλοι κατάλαβαν
ὅτι ὁ σκοπός τῆς ἐπισκέψεώς του
δέν ἦταν προσκυνηματικός.
Αὐτό ἦταν ἁπλῶς ἡ πρόφασι.
Οὔτε καί τέλειωσαν ὅλα
μέ κάποιες ἐντυπωσιακές
ποιμαντικές ἐκδηλώσεις.
«Τό τί σκοποί ἐπετεύχθησαν
ἀπό τίς δύο ἀντιπροσωπεῖες
ἴσως ν’ ἀργήσουμε νά τό μάθουμε
καί ἴσως νά μήν τό μάθουμε ποτέ»,
παραδέχονται οἱ ἐν Ἑλλάδι Οὐνῖτες
καί Παπικοί
στήν ἐφημερίδα τους.
Ἀλλά τί σημαίνει ἡ δήλωσι αὐτή;
Δέν ὑποδηλώνει σαφῶς
ὅτι οἱ Παπικοί παραδέχονται πώς
ἐκτός τῶν σκοπῶν ἐκείνων
οἱ ὁποῖοι προεβλήθησαν ἀρχικῶς,
ὑπῆρχαν καί ἄλλοι, τούς ὁποίους
«ἴσως νά μήν τούς μάθουμε ποτέ»;
Δικαιούμεθα ἆραγε
πίσω ἀπό τή σύντομη ἐπίσκεψι
τοῦ Ρωμαίου Ποντίφηκα
νά μή διακρίνουμε καί
τήν ὕπουλη προσπάθεια διεισδύσεως
στό χῶρο τῆς Ἑλλαδικῆς Ὀρθοδοξίας
ἑνός ἄλλου πνεύματος,
ὅταν μάλιστα
οἱ ἴδιοι οἱ Παπικοί
κάνουν λόγο καί
γιά ἄλλους ἀφανεῖς σκοπούς;
Ὅταν μετά τήν πρώτη ἐπίσκεψι
σύντομα ἐκδηλώθηκε ἡ διάθεσι
γιά δεύτερη στήν Πάτμο,
καί ὅταν λίγους μῆνες μετά
προσεκλήθη ὁ Ἀρχιεπίσκοπος
Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος
νά ἐπισκεφθῆ τό Βατικανό,
πῶς μποροῦμε νά ἐφησυχάζουμε;
Ἡ πατρίδα μας
δέχθηκε τελευταῖα καί ἄλλη ἐπίθεσι
ἀπό τό πνεῦμα
τοῦ παγκοσμίου συγκρητισμοῦ.
Γιά τούς Ὀλυμπιακούς ἀγῶνες
τοῦ 2004 στήν Ἀθήνα
ὑπῆρξε ἡ ἰδέα
ἀπό ἕνα ξένο ἀρχιτέκτονα,
ὁ ὁποῖος συμμετέχει
στά ἔργα προετοιμασίας τῶν ἀγώνων,
νά γίνη ὑπόγειος ναός
στό Ὀλυμπιακό Στάδιο
καί μάλιστα νά ἀφιερωθῆ
στόν «ἄγνωστο θεό»,
«ὥστε νά μποροῦν
νά προσεύχωνται σ’ αὐτόν οἱ ἀθλητές
πού Θά συμμετάσχουν
στούς Ὀλυμπιακούς Ἀγῶνες,
ἀνεξαρτήτως Θρησκείας!»
Καί ὁ «ἄγνωστος θεός» λοιπόν ἐπιστρέφει
καί ὁ δωδεκαθεϊσμός ἐπιστρέφει
καί ὅλοι κινδυνεύουμε νά ἐπιστρέψουμε
στήν πρό 2000 χρόνων ἐποχή ἕτοιμοι,
κάτω ἀπό τό βάρος
τῆς ποικίλης συγχρόνου ἁμαρτίας
καί ἀποστασίας,
νά πέσουμε
νά προσκυνήσουμε καί πάλι
τά εἰδωλα!...
Δηλαδή τά δαιμόνια!
Διότι γνωρίζουμε ὅτι
«πάντες οἱ θεοί τῶν ἐθνῶν δαιμόνια»,
ὅλοι οἱ θεοί τῶν ἐθνικῶν
εἶναι δαιμόνια,
ψευδῆ πλάσματα
καί ἐπινοήματα τῆς φαντασίας τους
καί ἐμπνεύσεις τοῦ διαβόλου.
Ἀλλά στήν πατρίδα μας
ἐκτός ἀπό τίς ἔξωθεν ἐπιθέσεις
ὑφιστάμεθα καί τίς συνέπειες
τῶν ἐκ τῶν ἕσω
ἀπαραδέκτων ὑποχωρήσεων.
Τόν Αὔγουστο τοῦ 2001
μέ ἀπόφασι τοῦ Ὑπουργείου
Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων
οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ ἀναγνωρίσθηκαν
ὡς γνωστή θρησκεία
καί μάλιστα μέ τήν προσωνυμία
«Χριστιανοί Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ».
Οἱ γνωστοί πολέμιοι τοῦ Χριστοῦ,
οἱ ἀντίχριστοι Χιλιαστές,
θεωρήθηκαν ξαφνικά Χριστιανοί!
Πόσα θλιβερά καί παράδοξα
συμβαίνουν στήν Ὀρθόδοξη πατρίδα μας
τόν τελευταῖο καιρό!
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔλεγαν:
«Ὁ μή κατά τήν Παράδοσιν
τῆς (Ὀρθοδόξου) Καθολικῆς Ἐκκλησίας
πιστεύων... ἄπιστός ἐστιν».
Θεωροῦσαν ἄπιστο
αὐτόν πού παρεξέκλινε
ἀπό τήν Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας.
Σήμερα Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες μας
διστάζουν νά ὀνομάσουν αἱρετικούς
τούς Παπικούς,
καί Ὀρθόδοξοι πολιτικοί μας
βαπτίζουν «Χριστιανούς»
τούς ἀντιχρίστους!
Καί αὐτό
παρά τήν ἀπόφασι
τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου
Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων,
πού θεωρεῖ τούς Χιλιαστάς
«ἀμφισβητούμενη θρησκεία»,
παρά τό ὅτι
τά Συμβούλια Ἐπικρατείας
τῆς Γαλλίας καί τῆς Γερμανίας
θεωροῦν τούς Χιλιαστάς
μή ἀναγνωρισμένη θρησκεία,
παρά τό ὅτι
«στήν Ἑλλάδα σωρεία ἀποφάσεων
τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων,
οἱ ὁποῖες συνιστοῦν πάγια νομολογία,
δέχονται ὅτι οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ
δέν ἀποτελοῦν γνωστή θρησκεία
κατά τό Σύνταγμα,
ἡ δέ αὐτοαπόκλησή τους ὡς «Χριστιανῶν»
εἶναι ἀπατηλή καί παραπλανητική,
γινόμενη γιά λόγους
προσηλυτισμοῦ ἀφελῶν».
Ἡ ἀπόφασι τοῦ Ὑπουργείου
Ἐθνικῆς Παιδείας καί Θρησκευμάτων,
σύμφωνα μέ τά ἀνωτέρω,
θεωρεῖται βέβαια
ἀπόφασι «παράνομη, παράτυπη
καί ἐξεδόθη καθ’ ὑπέρβαση
τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς Διοικήσεως».
Εἶναι δύσκολο νά πιστέψουμε
ὅτι αὐτά εἶναι ἁπλές ὑποχωρήσεις
καί ὄχι μεθοδεύσεις,
οἱ ὁποῖες ἐντάσσονται
στά γενικώτερα σχέδια
τῶν ἀρχιτεκτόνων τῆς «Νέας Τάξης»,
πού ἀπεργάζονται τήν ἅλωσι
καί τῆς Ἑλλάδος
καί τῆς Ὀρθοδοξίας γενικώτερα
καί προετοιμάζουν τό ἔδαφος
πάνω στό ὁποῖο
θά ἐπιχειρήσουν νά στήσουν
τήν Παγκόσμια Ἐκκλησία,
τήν Πανθρησκεία τῆς Νέας Ἐποχῆς.
Σάν ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα
ἀναπτύξεως τοῦ συγχρόνου πνεύματος
τοῦ οἰκουμενικοῦ συγκρητισμοῦ
νά ἀναφέρουμε στό σημεῖο αὐτό
καί τή Μονή τοῦ Μπόζε
τῆς Βορείου Ἰταλίας,
ὅπου ἐγκαταβιοῦν
περί τούς 70 μοναχοί,
ἄνδρες καί γυναῖκες,
καθολικοί καί μερικοί προτεστάντες,
καί στήν ὁποία τελευταίως ὠργανώθηκαν
Διεθνῆ Οἰκουμενικά Συμπόσια.
«Δυστυχῶς ἐδῶ
γίνεται ἐφαρμογή στήν πράξη
τοῦ πῶς βλέπει ἡ λεγομένη Νέα Ἐποχή
τήν ἀνάπτυξη μοναστηρίων
στό πλαίσιο τῆς κινήσεως
τοῦ διαχριστιανικοῦ
καί διαθρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ
γιά τό γκρέμισμα
τῶν διαχωριστικῶν ὁρίων
μεταξύ δογμάτων καί θρησκειῶν.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ξένη
πρός μία τέτοια ἀντίληψη».
Ὅμως, παρά τή σαφῆ αὐτή δήλωσι
ἐπισήμου ὀργάνου τῆς Ἐκκλησίας μας,
στό Η’ Διεθνές Οἰκουμενικό Συμπόσιο
στό μοναστήρι τοῦ Μπόζε
τόν Σεπτέμβριο τοῦ 2000
συμμετέσχον πολλοί ἀκαδημαϊκοί
καί ἐκκλησιαστικοί ἐκπρόσωποι
ἀπό τήν Ἑλλάδα
καί τίς ὁμόδοξες Βαλκανικές χῶρες
καί ἐπίσης ἀρκετοί Ὀρθόδοξοι μοναχοί
ἀπό τήν Ἑλλάδα.
Ὁπωσδήποτε
ὁ χῶρος τοῦ Ρωμαιοκαθολικισμοῦ
ἔχει διαβρωθῆ
ἀπό τήν ὀλέθρια νοοτροπία
τοῦ παγκοσμίου συγκρητισμοῦ
πολύ περισσότερο.
Εἶναι ἐντυπωσιακό ὅτι οἱ Παπικοί
ἔχουν ἀρχίσει νά χρησιμοποιοῦν
τήν ἰνδουϊστική γιόγκα
στήν «πνευματική» τους ζωή
καί καθολικοί «μοναχοί πειραματίζονται
μέ ἰνδουϊστικές
Θρησκευτικές πρακτικές».
Ἕνας Βενεδικτῖνος μοναχός
γράφει βιβλίο μέ τόν τίτλο
«Χριστιανική γιόγκα»
καί σ’ αὐτό συγχέει
τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα
τῆς Φιλοκαλίας
μέ τίς ἀπαράδεκτες τακτικές
«ἀνατολικοῦ διαλογισμοῦ»,
ὁ ὁποῖος ἐξασκεῖται σήμερα
σέ ἀνδρικά καί γυναικεῖα
ρωμαιοκαθολικά μοναστήρια.
Καθολικός ἱερέας γράφει βιβλίο
μέ τίτλο «Χριστιανικό Ζέν»
καί προσφέρει
σέ ἕνα πιό ἐκλαϊκευμένο ἐπίπεδο
μία ἀνατολική θρησκευτική πρακτική,
προτείνοντας τήν τεχνική
τοῦ Ἰαπωνικοῦ Ζέν,
ἡ ὁποία εἶναι παρόμοια
μέ τήν τεχνική τῆς Ἰνδικῆς γιόγκα.
Ὁ συγγραφέας
ἐπικαλεῖται τήν Φιλοκαλία
καί «συνιστᾶ τή χρήση
τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ
κατά τό διαλογισμό Ζέν
γι’ αὐτούς πού τό ἐπιθυμοῦν».
Εἶναι ἕνα ἐπί πλέον
φοβερό σημεῖο τῶν καιρῶν
ὅτι οἱ πρακτικές
τῶν Θρησκειῶν τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς
Θεωροῦνται συμβατές μέ τή νοοτροπία
τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος,
ὅπως αὐτή ἀποτυπώνεται
στά θεοφώτιστα συγγράμματα
τῶν ἁγίων Πατέρων,
τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἀπόσταγμα
τῆς ἐν Χριστῷ βιοτῆς
καί ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τους.
Τό Γαλλικό Καθολικό περιοδικό
«Ἑορτές καί Ἐποχές»
ἀφιέρωσε τό τεῦχος
τοῦ Δεκεμβρίου 2001
στήν ἐν σιωπῇ προσευχή.
Προβάλλει τή συνέντευξι
κάποιου Βενεδικτίνου μοναχοῦ
πού ἐπεξεργάσθηκε μία μέθοδο
«χριστιανικοῦ διαλογισμοῦ».
Στίς σελίδες τοῦ τεύχους
μπορεῖ κανείς νά δῆ
βυζαντινές εἰκόνες,
εἰκόνες προσευχομένων ἁγίων ἐρημιτῶν
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,
φωτογραφίες Ρωμαιοκαθολικῶν
προσευχομένων μοναχῶν,
Βουδιστές μοναχούς
σέ ὥρα προσευχῆς,
ἐκτενεῖς ἀναλύσεις
τῶν δικῶν τους πρακτικῶν,
τῶν στάσεων πού βοηθοῦν
σέ αὐτοσυγκέντρωσι,
τῶν καταλλήλων ἀναπνευστικῶν κινήσεων,
καί πολλές φωτογραφίες
προσευχομένων χριστιανῶν τῆς Δύσεως
σέ στάσεις πού ὑποδεικνύει
ἡ δαιμονοκίνητη «πνευματικότητα»
τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς.
Ὀρθόδοξοι,
Καθολικοί
καί Βουδιστές,
ὅλοι σέ ἕνα μεῖγμα,
στό ὁποῖο μάλιστα ὑπερτερεῖ
ἡ δόσι τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς!
Τό 1963 ὁ Φώτης Κόντογλου
μέ ἀνοικτή ἐπιστολή του
πρός τόν Πατριάρχη Ἀθηναγόρα
διεμαρτύρετο,
διότι στό ἐπίσημο ἔντυπο
τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως
«Ἀπόστολος Ἀνδρέας»
ἐδημοσιεύετο καί
μία φωτογραφία τοῦ Πάπα.
Αὐτή ἡ ἀκρίβεια
χαρακτήριζε τότε
τήν ἀγρυπνοῦσα συνείδησι
τῶν πιστῶν τέκνων τῆς Ἐκκλησίας
καί μέ τέτοια εὐαισθησία
ἀντιδροῦσαν.
Σήμερα;
Σέ πολλά ὀρθόδοξα περιοδικά,
μετά μάλιστα
τήν πρόσφατη ἐπίσκεψι
τοῦ Πάπα στήν Ἑλλάδα,
δημοσιεύονται
χωρίς καμμία ἀναστολή
πλῆθος φωτογραφίες
τοῦ Ρωμαίου Ποντίφηκα
καί τῶν Καρδιναλίων του.
Καί στά καθολικά περιοδικά
δημοσιεύονται φωτογραφίες
Βουδιστῶν μοναχῶν
καί προβάλλεται
μέ ἐκτενῆ δημοσιεύματα
ἡ τακτική τους.
Ὅλοι τόσο διαφορετικοί
καί ὅλοι τόσο κοντά
ὁ ἕνας στόν ἄλλο!
Χωρίς ὅμως κανείς νά ἀλλάζη.
Σάν νά εἴμαστε ὅλοι ἕνα.
Σάν νά λέμε ὅλοι τό ἴδιο.
Ἀλλά μέ τόν δικό του τρόπο
ὁ καθένας.
Ὄχι μέ τόν τρόπο
πού μᾶς δίδαξε ὁ Θεός.
Ἡ διάβρωσι τοῦ συγχρόνου κόσμου
ἀπό τό πνεῦμα
τοῦ παγκοσμίου θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ
προχωρεῖ μέ ἐπιταχυνόμενους ρυθμούς
καί ζητεῖ νά διαμορφώση
τή «νέα θρησκευτική συνειδητότητα»,
στήν ὁποία ἡ εὐσέβεια θά ἀντικατασταθῆ
ἀπό μία ἀόριστη, ἀσαφῆ
καί ξένη πρός τό Ἅγιο Πνεῦμα πνευματικότητα,
ἡ πίστι θά παραχωρήση τή θέσι της
στίς παράδοξες καί ὕποπτες ἐμπειρίες,
ἡ προσευχή στό διαλογισμό
καί ἡ αἰώνια διά τοῦ Χριστοῦ σωτηρία
στήν αὐτολύτρωσι ἀπό τίς συνέπειες
τῶν ψυχικῶν κυρίως ἀδιεξόδων
τοῦ παρόντος.
Διαθρησκειακές συναντήσεις καί συγκρητισμός
Πρέπει νά κάνουμε εἰδικό λόγο καί
γιά τίς διαθρησκειακές συναντήσεις
πού, ὅπως ἔχουμε ἤδη ἀναφέρει,
ἄρχισαν τό 1986
μέ πρωτοβουλία τοῦ Πάπα
στήν Ἀσσίζη τῆς Ἰταλίας
καί ἐπαναλαμβάνονται τακτικά.
Ἰδιαίτερη ἔμφασι δόθηκε
στή διαθρησκειακή συνάντησι
πού πραγματοποιήθηκε,
μετά τήν τελευταία ἔξαρσι
τῆς διεθνοῦς τρομοκρατίας,
τόν Ἰανουάριο τοῦ 2002
καί πάλι στήν Ἀσσίζη
μέ πρωτοβουλία τοῦ Πάπα.
Οἱ σχετικές ἐκδηλώσεις
ἔγιναν εὐρύτερα γνωστές
ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως.
Ὅλες αὐτές
οἱ διαθρησκειακές συναντήσεις
καί οἱ διάλογοι
«ἀποβλέπουν ἀφ’ ἑνός στήν προβολή
κοινῶν ἀνθρωπιστικῶν ἀξιῶν
καί στήν ἐπικράτησι
τῆς ἐλευθερίας,
τῆς δικαιοσύνης,
τῆς ἀγάπης
καί τῆς εἰρήνης
ἰδίως μέσα στίς πολυπολιτισμικές
καί πολυθρησκευτικές κοινωνίες
καί ἀφ’ ἑτέρου στήν περιφρούρησι
τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τῶν μελῶν
τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν μειονοτήτων».
Μία βασική ἐπιδίωξι
τῶν διαλόγων αὐτῶν
εἶναι ἡ ἐπισήμανσι
«τῶν σημείων ἐπαφῆς
μεταξύ τῶν θρησκειῶν,
πού διευκολύνουν
τήν κοινή ἀνθρωπιστική ἀντιμετώπισι
τῶν διεθνῶν καί κοινωνικῶν προβλημάτων».
Γίνεται φανερό
ἀπό τίς παραδοχές αὐτές
ὅτι μέσα στή νοοτροπία
πού ἐπικρατεῖ
στίς διαθρησκειακές συναντήσεις
ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἐγκλωβίζεται
στήν ὁριζόντια,
στήν ἐγκόσμια προοπτική
τῶν διαφόρων ἄλλων θρησκειῶν,
χάνει τή δυνατότητα νά ἐκπληρώση
τήν κύρια ἀποστολή της
καί νά δείξη στόν κόσμο
τήν κατακόρυφη διάστασι,
τήν προοπτική τοῦ οὐρανοῦ
καί τῆς αἰωνιότητος,
περιορίζεται στήν ἐνασχόλησι
μόνο μέ τά κοινωνικά προβλήματα
καί τίς ἀνθρωπιστικές ἀξίες,
ὑποβιβάζεται στό ἐπίπεδο
μιᾶς κοσμικῆς θρησκείας
μέ ὠφελιμιστικό
καί χρησιμοθηρικό χαρακτῆρα,
παρασύρεται νά ὁμιλῆ
περί ἀγάπης,
περί δικαιοσύνης,
περί ἐλευθερίας,
ἰσότητος καί εἰρήνης,
ἀλλά μέ τήν ψυχρή γλῶσσα τοῦ κόσμου.
Ἐμεῖς γνωρίζουμε
ὅτι ὅλα αὐτά
τά δίνει ὁ Χριστός
στήν Ἐκκλησία Του
«οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσιν».
Γι’ αὐτό
καί οἱ κοινές προσευχές
καί διακηρύξεις,
τά κοινά ἀνακοινωθέντα
πού συχνά διατυπώνονται
στίς διαθρησκειακές συναντήσεις
εἶναι στεγνά ἀνθρωπιστικά κηρύγματα
καί ὄχι μηνύματα σωτηρίας.
Καί γιά τόν λόγο αὐτό
πολύ ἀπέχουν ἀπό τό νά μιλοῦν
γι’ αὐτό πού βαθύτατα ἀναζητοῦμε
καί ἔχουμε ἄμεση ἀνάγκη ὅλοι μας.
Μᾶς μιλοῦν γιά εἰρήνη
καί ἐννοοῦν ἁπλῶς
τήν ἀπουσία πολέμου
καί ὄχι τήν ὑπερκόσμια κατάστασι
πού ὑπάρχει στήν ψυχή τοῦ πιστοῦ
καί πού τήν ἐξησφάλισε
ἡ ἐνανθρώπησι τοῦ Υἱοῦ
καί Λόγου τοῦ Θεοῦ,
ἡ Σταύρωσι καί ἡ Ἀνάστασί Του.
Μιλοῦν γιά ἀγάπη
καί ἐννοοῦν
ἕνα ἁπλό ἀνθρώπινο συναίσθημα
καί ὄχι τήν πνευματική κατάστασι
πού δημιουργεῖ στήν ψυχή
ἡ παρουσία τοῦ πρώτου καρποῦ
τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Μιλοῦν γιά ἰσότητα
καί δέν ἐννοοῦν
τήν ἐξύψωσι ὅλων
στό «καθ’ ὁμοίωσιν»,
ἀλλά τήν ἰσοπέδωσι
στήν χωρίς ἀδικίες κατανομή
τῶν ἐγκοσμίων ἀγαθῶν.
Κάνουν λόγο γιά ἀληθινή κοινωνία
καί ἐννοοῦν
τήν ἁπλῆ ἀνθρώπινη συνύπαρξι
καί ὄχι τήν κατά τό πρότυπο
καί μέ τήν χάρι
τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐπιτυγχανόμενη
ἄρρηκτη καί συμπαγῆ ἑνότητα
τῶν πιστῶν.
Ὅλα γίνονται ἀνθρώπινα.
Τίποτε δέν μένει θεϊκό.
Ἀλλά ὑπάρχει κάτι
ἀληθινά ἀνθρώπινο,
πού νά μήν εἶναι θεϊκό;
Θά μποροῦσε νά ὑποστηριχθῆ
ὅτι ἡ συμμετοχή μας
στίς διαθρησκειακές συναντήσεις
μᾶς δίνει τήν εὐκαιρία
νά φανερώσουμε οἱ Χριστιανοί
τήν ἀλήθεια σ’ αὐτούς
πού τήν ἀγνοοῦν.
Ἀλλά δέν πρέπει νά παραβλέψουμε
τήν πραγματικότητα,
ἡ ὁποία ἀποδεικνύει
ὅτι τό πρᾶγμα εἶναι πολύ δύσκολο,
διότι «κάθε θρησκεία
ἔχει τήν ἀξίωσι
τῆς μοναδικῆς ἰσχύος,
τῆς ἀπολυτότητος
καί τῆς ὑψίστης αὐθεντίας,
ἡ ὁποία μέ συναίσθημα ὑπεροχῆς
δέν ἀνέχεται μειοδοσίες
καί συμβιβασμούς
εἰς βάρος τοῦ περιεχομένου της,
ἀλλ’ ἀντιθέτως θέλει
δι’ ἀναπτύξεως ἱεραποστολικοῦ ἔργου
νά προσελκύση ὅλους
στήν ἰδική της πίστι».
Δέν εἶναι πολύ δύσκολη
μόνον ἡ ἐπίδρασι
τῶν Χριστιανῶν
στούς ἀλλοθρήσκους,
ἀλλά ἀκόμη καί
ἡ θετική ἐπιρροή τῶν Ὀρθοδόξων
στούς ἄλλους Χριστιανούς
μέσα στὸ Π.Σ.Ε.,
ἐφ’ ὅσον μάλιστα
τό Καταστατικό του ἀπαγορεύει
τήν ἄσκησι προσηλυτισμοῦ
εἰς βάρος ὁποιασδήποτε «Ἐκκλησίας»
πού εἶναι μέλος του,
καί ἑπομένως
ὁποιαδήποτε προσπάθεια
διαφωτισμοῦ τῶν ἑτεροδόξων
θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθῆ
ὡς ἄσκησι ἀθεμίτου προσηλυτισμοῦ.
Ἡ μέχρι τώρα πορεία
αὐτῶν τῶν ἐπικοινωνιῶν,
τῶν συναντήσεων καί διαλόγων
ἔχει ἀποδείξει
ὅτι οἱ μέν ἑτερόδοξοι,
καί πολύ περισσότερο
οἱ ἀλλόθρησκοι,
δέν μετακινοῦνται
ἀπό τίς θέσεις τους
οὔτε στό ἐλάχιστο,
ἐμεῖς δέ οἱ Ὀρθόδοξοι
ἀποδεικνυόμεθα εὐάλωτοι
σέ ποικίλους συμβιβασμούς.
Γι’ αὐτό
καί φθάνουμε
νά διερωτώμεθα:
«Θά ὑπάρξη στούς διαλόγους
κοινή προσευχή;
Καί ἐάν ναί,
ποῖο περιεχόμενο
πρέπει νά ἔχη αὐτή;
Τί θά ποῦμε σχετικῶς
ἀπό ὀρθόδοξη σκοπιά
γιά τή συμπροσευχή;».
Ἀλλά γιατί
αὐτός ὁ προβληματισμός,
μάλιστα στό ἐπίσημο Δελτίο
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος;
Δέν ἔχει ἀπαντήσει
στά ἐρωτήματα αὐτά,
καί μάλιστα
ἐδῶ καί πολλούς αἰῶνες,
ἡ πρακτική τῶν Ἁγίων μας
καί δέν ἔχουν τεθῆ ὅρια
ἀπό τήν Κανονική Τάξι
καί Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας μας,
τά ὁποῖα δέν μποροῦμε
νά ὑπερβοῦμε;
Πράγματι,
οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας
χάραξαν ἐπακριβῶς τήν ἀσφαλῆ ὁδό,
τήν ὁποία καί ἐμεῖς
πρέπει ἀπαρεγκλίτως
νά ἀκολουθοῦμε.
Καί ἐκεῖνοι πάλι
ἀκολούθησαν τήν τακτική
πού πρῶτοι
οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ ἐφήρμοσαν
στήν ἀντιπαράθεσί τους
μέ τούς ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος
κατ’ ἐπανάληψιν στάθηκε
μπροστά στό λαό τῶν Ἰουδαίων
καί διεκήρυξε τήν ἀλήθεια
καθαρή καί χωρίς περιστροφές.
Ἐπέρριψε σ’ αὐτούς
τήν εὐθύνη τῆς Σταυρώσεως τοῦ Κυρίου,
χωρίς νά φοβηθῆ.
Κήρυξε μέ παρρησία
τήν Ἀνάστασί Του.
Καί ὅταν ὁ λόγος του
κατένυξε τίς καρδιές
τῶν ἀκροατῶν του
καί αὐτοί ρωτοῦσαν «τόν Πέτρον
καί τούς λοιπούς ἀποστόλους·
τί ποιήσομεν, ἄνδρες ἀδελφοί;»,
ὁ Πέτρος κήρυξε κήρυγμα
σωτηρίου μετανοίας.
«Μετανοήσατε», τούς εἶπε,
«καί βαπτισθήτω ἕκαστος ὑμῶν
ἐπί τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ
εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν,
καί λήψεσθε τήν δωρεάν
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἀλλά καί στό συνέδριο τῶν Ἰουδαίων
παρουσιάσθηκαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι,
ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης,
οἱ ὁποῖοι, ἄν καί κατηγορούμενοι,
στάθηκαν ἐκεῖ
μέ ἄφοβο θάρρος
καί παρρησία.
Καί ὁ Πέτρος
«πλησθείς Πνεύματος Ἁγίου»
μίλησε γιά τή Σταύρωσι
καί τήν Ἀνάστασι τοῦ Κυρίου
καί διεκήρυξε
τήν διά μόνου τοῦ Χριστοῦ σωτηρία.
Καί οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων,
οἱ σύνεδροι ἐκείνου τοῦ
παρανόμου συνεδρίου,
«θεωροῦντες
τήν τοῦ Πέτρου παρρησίαν
καί Ἰωάννου,
καί καταλαβόμενοι ὅτι
ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καί ἰδιῶται,
ἐθαύμαζον...».
Τέτοια ἦταν ἡ στάσι
καί αὐτά τά ἀποτελέσματα προκαλοῦσε
ἡ συμμετοχή τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ,
τῶν πρώην ἁπλοϊκῶν ψαράδων
καί ἀγραμμάτων κατά κόσμον ἀνθρώπων,
στά συνέδρια ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.
Καί ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος
τήν ἴδια τακτική ἀκολούθησε
καί δέν δίστασε
καί μέ τούς ἐθνικούς
νά ἔλθη σέ συζητήσεις
καί στούς Ἐπικούρειους
καί τούς Στωικούς φιλοσόφους
νά εὐαγγελισθῆ τήν πίστι.
Ἡ ὁμιλία του στήν Ἀθήνα,
στόν Ἄρειο Πάγο,
εἶναι μνημειώδης
καί ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα ἀντιμετωπίσεως
τῶν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας.
Πῆρε ἀπό τίς ἀναζητήσεις,
τή ζωή καί τή φιλοσοφία τους
τίς ἀφορμές
καί μίλησε μέ θάρρος
γιά μετάνοια,
γιά ἀνάστασι νεκρῶν
καί παγκόσμια κρίσι,
καί ἄς τόν ἐχλεύασαν ἀρκετοί
καί ἄς ἦταν ἐλάχιστοι αὐτοί
πού τόν ἀκολούθησαν τότε.
Σύντομα ἡ Ἀθήνα ἔγινε χριστιανική
καί μέχρι σήμερα
κρατεῖ τήν Ὀρθοδοξία.
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι
δέν ἀρνήθηκαν
τήν ἐπικοινωνία
μέ τούς Ἰουδαίους
καί τούς ἐθνικούς.
Ἡ ἴδια ἡ ἀποστολή τους
τούς ὡδηγοῦσε σ’ αὐτούς.
Ἦταν ἀπεσταλμένοι στούς ἐκτός·
μέ σκοπό ὄχι νά συζητήσουν μαζί τους,
ἐπί ἴσοις ὅροις μάλιστα,
γιά τήν προώθησι καί πιθανή λύσι
τῶν ἐφημέρων προβλημάτων
τοῦ ματαίου κόσμου,
ἀλλά μέ ἐπίμονες προσπάθειες
νά τούς φέρουν
ἐντός τῆς ποίμνης τοῦ Χριστοῦ
καί νά τούς ὁδηγήσουν στή σωτηρία.
Μέσα στήν «κατείδωλον» ἐποχή τους
δέν ἐφησύχαζαν,
ἀλλά «παρωξύνετο τό πνεῦμα» τους.
Ἀγωνιοῦσαν καί πονοῦσαν
γιά τήν πλάνη καί ἄγνοια τοῦ κόσμου
καί τήν πίστι του σέ ψεύτικους θεούς,
καί ἀνελάμβαναν μεγάλους ἀγῶνες
καί ὑποβάλλονταν σέ ἀνήκουστες θυσίες,
προκειμένου νά ὁδηγήσουν τόν κόσμο
στό φῶς τῆς ἀληθοῦς πίστεως.
Γι’ αὐτό
καί σέ κάθε ἐπικοινωνία τους
μέ τούς «ἐν χώρᾳ
καί σκιᾷ θανάτου καθημένους»
ἐκήρυτταν τόν Σταυρό
καί τήν Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ
καί μιλοῦσαν γιά Κρίσι
καί καλοῦσαν σέ μετάνοια.
Γίνεται αὐτό σήμερα
στά Οἰκουμενικά Συνέδρια
καί στίς Διαθρησκειακές συναντήσεις,
πού ἀποβλέπουν στήν ἑνότητα
μεταξύ τῶν ἀνθρώπων
καί στήν ἐπικράτησι
τῆς εἰρήνης;
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος
μᾶς προτρέπει νά σπουδάζουμε,
νά φροντίζουμε δηλαδή
μέ κάθε προσπάθεια,
«τηρεῖν
τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος
ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης.
ἕν σῶμα καί ἕν Πνεῦμα,
καθώς καί ἐκλήθητε
ἐν μιᾷ ἐλπίδι
τῆς κλήσεως ὑμῶν·
εἷς Κύριος,
μία πίστις,
ἕν βάπτισμα·
εἷς Θεός καί πατήρ πάντων,
ὁ ἐπί πάντων,
καί διά πάντων,
καί ἐν πᾶσιν ἡμῖν»
λέγει.
Ἄν δέν πιστεύουμε
στόν ἕνα καί μόνο ἀληθινό Θεό,
ἄν δέν προσκυνοῦμε ὅλοι τόν ἕνα Κύριο,
ἄν δέν ἔχουμε μία πίστι
καί δέν ἔχουμε λάβει
τό ἴδιο βάπτισμα,
ἄν δέν ἔχουμε κληθῆ ὅλοι
μέ τή μία ἐλπίδα τῆς κλήσεώς μας
στήν αἰώνια βασιλεία τοῦ Θεοῦ,
ἄν δέν ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα,
τήν Ἐκκλησία,
πού τό ζωοποιεῖ τό ἕνα Πνεῦμα,
δέν μποροῦμε νά μιλοῦμε
γιά πραγματική ἑνότητα
καί γιά σύνδεσμο εἰρήνης.
Ἐκδηλώσεις ἐντυπωσιακές,
πού προβάλλονται μάλιστα
μέ πολλή φαντασμαγορία,
οἱ ὁποῖες ἐπιδιώκουν
τήν παγκόσμια ἑνότητα καί εἰρήνη,
χωρίς ὅμως νά ἔχουν
καί τίς προϋποθέσεις πού ἀπαιτεῖ
ὁ θεόπνευστος ἀποστολικός λόγος,
εἶναι ἀδύναμες ἀνθρώπινες,
ἀναποτελεσματικές προσπάθειες
καί φανερές ματαιοπονίες.
Ἡ παγίδα τῆς ἀγάπης
Οἰκουμενικά Συνέδρια,
Διαθρησκειακά Συμπόσια,
κοινές ἐκδηλώσεις,
συμπροσευχές,
μερικά συλλείτουργα,
κοινές διακηρύξεις καί μηνύματα,
διάλογοι μετά τῶν ἑτεροδόξων
καί ἀλλοθρήσκων
εἶναι οἱ δρόμοι διά τῶν ὁποίων
περνοῦν οἱ ὁδοστρωτῆρες
τοῦ παγκοσμίου Θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ,
γιά νά καταρρίψουν τά σύνορα
μεταξύ τῶν αἱρέσεων καί τῆς ἀληθείας,
νά ἰσοπεδώσουν τίς τεράστιες διαφορές
καί νά ἑτοιμάσουν τό ἔδαφος
γιά τήν ἐμφάνισι τῆς νέας πανθρησκείας,
τῆς Παγκόσμιας Ἐκκλησίας.
Καί ὅλα αὐτά
κάτω ἀπό τό κάλυμμα
τῆς Θεολογίας τῶν Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν,
τῆς Θεολογίας τῆς Διευρυμένης Ἐκκλησίας,
τῆς Θεολογίας τοῦ Πολιτισμικοῦ Πλουραλισμοῦ,
τῆς Θεολογίας τῆς Κοινῆς Διακονίας,
τῆς Διαθρησκειακῆς Θεολογίας
καί πάντως ὄχι τῆς ἁγιοπνευματικῆς
καί ἁγιοπατερικῆς Θεολογίας
τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Καί ὅλα αὐτά
μέσα στό χρυσό περιτύλιγμα τῆς ἀγάπης.
Ποτέ ἄλλοτε ἡ λέξι αὐτή
δέν χρησιμοποιήθηκε τόσο πρόχειρα,
ἀνεύθυνα καί ὕπουλα
εἰς βάρος τῆς ἀληθείας.
Ποτέ στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας
δέν χρησιμοποιήθηκαν
στίς σχέσεις μέ τούς αἱρετικούς
οἱ ἀνταλλαγές ἐπισκέψεων καί δώρων,
οἱ ἑκατέρωθεν φιλοφρονήσεις,
οἱ ἐναγκαλισμοί καί οἱ ἀσπασμοί
μέ πλήρη ἤ ἔστω μερική
παραθεώρησι τῆς ἀληθείας.
Πρώτη φορά στήν ἐποχή μας ἀκούσθηκαν
ἀπό κορυφαίους ἐκπροσώπους
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
οἱ λόγοι:
«ἡ θεολογία διαιρεῖ,
ἐνῶ ἡ ἀγάπη ἑνώνει»
ἤ ὅτι τά δόγματα
πρέπει νά τεθοῦν
στό θησαυροφυλάκιο τῆς Ἐκκλησίας.
Τό ἴδιο περίπου λένε
καί οἱ Προτεστάντες,
ὅταν ὑποστηρίζουν ὅτι
«ὁ Θεός εἶναι μεγαλύτερος
ἀπό τά πιστεύω μας
κι ὅτι καμμιά ὁμολογία
δέν ἔχει μονοπώλιο σ’ Αὐτόν».
Ἕνα «παράξενο νέο εἶδος ἀγάπης»
ἐμφανίζεται πλέον,
σύμφωνα μὲ ἕνα ἀμερικανικό
«χαρισματικό» περιοδικό,
καί ἡ ἀγάπη αὐτή ἀποδεικνύει ὅτι
«οἱ παλιοί ὁμολογιακοί φραγμοί
γκρεμίζονται.
Οἱ ἐπιφανειακές δογματικές διαφορές
πηγαίνουν στήν ἄκρη,
γιά νά ἔρθουν ὅλοι οἱ πιστοί
στήν ἑνότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
Ἡ ἑνότητα ὅμως αὐτή,
ἄν ποτέ ἔλθη,
θά εἶναι πολύ εὔθραυστη
καί σύντομα θά χαθῆ.
Διότι θά εἶναι ἡ ἑνότητα
πού σέ κάποιο ἄλλο πνεῦμα
θά στηρίζεται
καί ὄχι στό Πνεῦμα τό Ἅγιο.
Ἀλλά ἄς μή κατηγοροῦμε
τούς Προτεστάντες
γιά τό παράτολμο θάρρος τους
νά καταργοῦν τά σύνορα
μεταξύ τῶν διαφόρων
χριστιανικῶν ὁμολογιῶν,
ὅταν ὑπάρχουν Ὀρθόδοξοι
οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι
νά δεχθοῦν τήν παραβίασι
ἤ ἀκόμη καί νά συμβάλουν
στήν πτῶσι τῶν συνόρων
μεταξύ τῶν διαφόρων θρησκειῶν!
«Κατά βάθος,
μία ἐκκλησία
ἤ ἕνα τέμενος...
ἀποβλέπουν
στήν ἴδια πνευματική καταξίωση
τοῦ ἀνθρώπου»,
ὑποστηρίζει Ὀρθόδοξος Ἱεράρχης,
πού πρωτοστατεῖ μάλιστα
στούς θεολογικούς διαλόγους.
«Τί Θά ἐμπόδιζε
τή σύγχρονη θεολογία
νά ἀναγνωρίσει
στό πρόσωπο
τῆς Θρησκείας τοῦ Μωάμεθ
μίαν «ὁδόν πρός σωτηρίαν»
τῶν ἀνθρώπων;»,
διερωτᾶται Ὀρθόδοξος
ἀκαδημαϊκός θεολόγος,
ὁ ὁποῖος φαίνεται
δέν ἔχει διαβάσει
τόν θεόπνευστο λόγο
τῆς Καινῆς Διαθήκης
πού διαβεβαιώνει ὅτι
«οὐκ ἔστιν
ἐν ἄλλῳ οὐδενί
ἡ σωτηρία»,
δέν εἶναι δυνατό νά σωθοῦμε
δι’ οὐδενός ἄλλου,
παρά μόνον διά τοῦ Χριστοῦ·
δέν ὑπάρχει ἄλλη ὁδός σωτηρίας
παρά μόνον ἡ στενή
καί τεθλιμμένη ὁδός
τοῦ Χριστοῦ.
Γι’ αὐτό καί ἀπορεῖ:
«Πῶς μποροῦμε λοιπόν
νά ἰσχυριστοῦμε
ὅτι ἡ ἐμφάνιση
καί ἡ δράση τοῦ Μωαμεθανισμοῦ
στόν κόσμο
εἶναι ἔργο τοῦ Διαβόλου
καί ὄχι τοῦ Θεοῦ,
τοῦ Ἀντιχρίστου
καί ὄχι τοῦ Χριστοῦ;»
Δέν γνωρίζει ὁ κ. καθηγητής
ὅτι ὁ Θεός ἔστειλε στόν κόσμο
τούς Ἀποστόλους,
τούς Προφήτας,
τούς Εὐαγγελιστάς,
τούς Ποιμένας
καί Διδασκάλους
καί πάντας τούς Ἁγίους,
καί ὄχι τούς ψευδοπροφήτας
καί αἱρετικούς,
τούς πλανεμένους
καί πολεμίους
τῆς ἀληθοῦς πίστεως;
Καί πῶς εἶναι δυνατόν
ἄλλος Ὀρθόδοξος
πανεπιστημιακός θεολόγος
νά ὑποστηρίζη ὅτι
στή μουσουλμανική θρησκευτικότητα,
γι’ αὐτούς πού
τή «βιώνουν σοβαρά
καί μέ συνέπεια»,
ἔχουμε «δοκιμασμένους τρόπους
ἐπίγνωσης καί βίωσης
τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ
καί τοῦ θείου θελήματος,
πλήρωμα ζωῆς μέσα τους
καί γύρω τους»;
«Ἐστέ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι»,
γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Διά τοῦ Χριστοῦ
ὁ ἄνθρωπος ἐπιτυγχάνει
τήν ἐσωτερική πλήρωσι,
τόν πλοῦτο τῆς χάριτος
καί τῆς ζωῆς.
«Ἐγώ ἦλθον
ἵνα ζωήν ἔχωσι
καί περισσόν ἔχωσι»,
διακηρύσσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.
Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο
γιά νά ἔχουν
οἱ πιστοί ἀκόλουθοί Του
ζωή,
γιά νά ἀπολαμβάνουν
ἀφθονία τροφῆς πνευματικῆς
καί κάθε ἀγαθό.
Τήν ἀλήθεια,
τό φῶς,
τή χαρά,
τήν ἐλπίδα,
τήν παρηγοριά,
τήν εἰρήνη,
τή ζωή
ὁ Χριστός τά ἔφερε
στόν κόσμο,
ὄχι ὁ Μωάμεθ.
Κάποιοι σύγχρονοι
Ὀρθόδοξοι θεολόγοι,
μάλιστα ἀκαδημαϊκοί,
φαίνεται πώς ἀγνοοῦν
τά στοιχειώδη μαθήματα
τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου!
Καί εἶναι πρόθυμοι
νά μᾶς διαβεβαιώσουν
ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες
στόν ἴδιο Θεό μᾶς κατευθύνουν,
ὅλες οἱ διδασκαλίες
τήν ἠθικότητα τοῦ ἀνθρώπου ἐπιδιώκουν
καί τίς πνευματικές ἀξίες ὑποστηρίζουν.
Ἡ ἠθική τοῦ Εὐαγγελίου,
ἡ ἠθική τοῦ Μωαμεθανισμοῦ,
τοῦ Βουδισμοῦ,
τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ κλπ.,
ὁ Χριστός,
ὁ Μωάμεθ,
ὁ Βούδας,
οἱ διάφοροι
σύγχρονοι ψευδομεσσίες
καί γκουρού
καί ὅποιος ἄλλος,
ὅλοι στό ἴδιο ἐπίπεδο!
Οἱ κοσμικές θρησκεῖες,
ἐπινοήσεις καί κατασκευάσματα
ἀτελῶν καί ἐμπαθῶν ἀνθρώπων,
μέ τίς ἴδιες ἀξιώσεις
καί δίπλα ἀκριβῶς
στή μόνη ἀληθινή
καί ὑπερφυσική
Θεία ἀποκάλυψι!
Αὐτό θά πῆ συγκρητισμός.
Τό 1893
ἕνας Ἰνδουϊστής μοναχός,
ὁ Σουάμι Βιβεκανάντα,
ἦλθε στό
«Κοινοβούλιο τῶν θρησκειῶν»
στό Σικάγο τῆς Ἀμερικῆς
μέ σκοπό
νά εὐαγγελισθῆ τόν Ἰνδουϊσμό
στό Δυτικό κόσμο.
Ἔκανε ἐντύπωσι
στό ἀκροατήριό του,
ὅπως ἐπίσης
στήν ὑψηλή κοινωνία
τῆς Βοστώνης
καί τῆς Νέας Ὑόρκης
καί στούς φιλοσόφους
τοῦ Harvard.
Τό κήρυγμά του
ἦταν μιά σχετικοποίησι
τῆς ἀλήθειας:
«Ὁ ἄνθρωπος δέν ταξιδεύει
ἀπό τό λάθος στήν ἀλήθεια,
ἀλλά ἀνεβαίνει
ἀπό ἀλήθεια σέ ἀλήθεια,
ἀπό ἀλήθεια
πού εἶναι χαμηλότερη
σέ ἀλήθεια
πού εἶναι ψηλότερη...
Ἡ ὕλη τοῦ σήμερα
εἶναι τό πνεῦμα τοῦ αὔριο.
Τό σκουλήκι τοῦ σήμερα
ὁ Θεός τοῦ αὔριο».
Τά «ἐπίπεδα τῆς ἀλήθειας»
τοῦ χρησίμευαν
σάν μιά ἔξυπνη γέφυρα
γιά τόν τέλειο
οἰκουμενικό συγκρητισμό.
Ἔλεγε:
«Ἄν μιά θρησκεία
εἶναι ἀληθινή,
τότε καί ὅλες οἱ ἄλλες
εἶναι ἀληθινές.
Ἔτσι ἡ ἰνδουϊστική πίστι
εἶναι δική σας
ὅσο καί δική μου.
Ἐμεῖς οἱ Ἰνδουϊστές
ὄχι ἁπλῶς ἀνεχόμαστε,
ἀλλά ἑνωνόμαστε
μέ κάθε θρησκεία,
προσευχόμενοι
στό τζαμί τοῦ Μωαμεθανοῦ,
λατρεύοντας
μπροστά στή φωτιά
τοῦ Ζωροάστρη
καί γονατίζοντας
στό σταυρό τοῦ Χριστιανοῦ.
Ξέρουμε
ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες
ἐξ ἴσου,
ἀπό τόν χαμηλότερο φετιχισμό
μέχρι τήν ὑψηλότερη ἀπολυτότητα,
δέν εἶναι ἄλλο παρά
πολλές προσπάθειες
τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς
νά ἁρπάξει
καί νά συνειδητοποιήσει
τό Ἄπειρο.
Ἔτσι μαζεύουμε
ὅλα αὐτά τά λουλούδια
καί δένοντάς τα μαζί
μέ τό σχοινί τῆς ἀγάπης
τά κάνουμε
ἕνα θαυμάσιο μπουκέτο
λατρείας».
Δέν μᾶς ἐκπλήσσει ἡ ἄνεσι
μέ τήν ὁποία
οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ,
προσπαθώντας νά ἁπλώσουν
τήν ἐπιρροή τους
σ’ ὅλη τή θρησκεύουσα ἀνθρωπότητα,
μποροῦν νά βγαίνουν
ἀπό ἕνα τζαμί,
νά εἰσέρχωνται
στούς χριστιανικούς ναούς
καί μετά νά στέκωνται
μπροστά στή φωτιά
ἑνός Ζωροάστρη
γιά νά λατρεύουν τόν Θεό,
ὅπως αὐτοί τόν ἐννοοῦν.
Ἀφοῦ στήν ἴδια νοοτροπία κινοῦνται
καί κάποιοι σημαίνοντες ἐκπρόσωποι
τοῦ χριστιανικοῦ θεολογικοῦ κόσμου,
ὅπως ὁ γνωστός
Ρωμαιοκαθολικός καθηγητής Hans Küng
πού μέ μία ἐντυπωσιακή εὐκολία
νά κατεδαφίζῃ
καί ἰσοπεδώνῃ τά πάντα
«προφητεύει»:
«Γιά τό μέλλον
ἕνα μόνο εἶναι βέβαιο·
στό τέρμα
τόσο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς,
ὅσο καί τῆς πορείας τοῦ κόσμου
δέν θά στέκονται
ὁ Βουδισμός
ἤ ὁ Ἰνδουϊσμός,
ἀλλά οὔτε τό Ἰσλάμ
καί ὁ Ἰουδαϊσμός.
Ναί, οὔτε καί ὁ Χριστιανισμός.
Καμμιά θρησκεία.
Ἀλλά μόνον ὁ ἴδιος ὁ Ἄρρητος...
Καί στό τέρμα
δέν θά στέκεται πιά
μεταξύ θρησκειῶν διαχωριστικά
κάποιος προφήτης ἤ φωτιστής·
δέν θά στέκεται
οὔτε ὁ Μωάμεθ
οὔτε ὁ Βούδας.
Μάλιστα
δέν θά στέκεται πιά
διαχωριστικά
οὔτε καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός...».
Ὁ προφητικός λόγος
τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ θεοδόχου,
πού περιλαμβάνεται
στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον,
διαβεβαιώνει ὅτι «οὗτος
(ὁ Ἰησοῦς Χριστός)
κεῖται εἰς πτῶσιν
καί ἀνάστασιν πολλῶν
ἐν τῷ Ἰσραήλ
καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον».
Δηλαδή ἐνώπιόν Του
θά χωρίζωνται οἱ ἄνθρωποι,
ὥστε οἱ καλοπροαίρετοι
θά ὁδηγοῦνται δι’ Αὐτοῦ
στήν πίστι
καί θά σώζωνται,
ἐνῶ οἱ ἀνειλικρινεῖς
καί ἐγωιστές
θά ἀπιστοῦν
καί θά κατακρίνωνται.
Ἀλλά αὐτά φαίνεται
ὅτι δέν ἰσχύουν
γιά τόν καθηγητή Küng
καί τούς ὁμοίους του.
Γι’ αὐτούς ἰσχύουν
οἱ δικές τους «προφητεῖες».
Ἑτερόδοξοι καί ἀλλόθρησκοι
μέ τό πνεῦμα
μιᾶς ἄκρατης σχετικοκρατίας
μᾶς προσφέρουν
τό μπουκέτο τῶν κακοδοξιῶν
καί τερατωδῶν πλανῶν τους
δεμένο μέ τό σχοινί
κάποιας δῆθεν ἀγάπης!
Καί ἐμεῖς πρέπει
νά τό δεχθοῦμε ἀδιαμαρτύρητα;
Ὅλοι Θά μένουν
στίς πλάνες τους ἀμετακίνητοι
καί μόνον οἱ Ὀρθόδοξοι
Θά μετακινηθοῦμε
ἀπό τήν μόνη ἀληθινή πίστι,
γιά νά ἀποδεχθοῦμε
τόν ὁποιονδήποτε ἄλλο
μέ τίς ὁποιεσδήποτε πλάνες του;
Καί ὅλα αὐτά Θά γίνωνται
ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης;
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔλεγαν ὅτι
ἡμεῖς «ἀγαπῶμεν ἐν ἀληθείᾳ».
Καί συγχρόνως:
«ἀληθεύομεν ἐν ἀγάπῃ».
Δέν διεχώρισαν ποτέ
τήν ἀγάπη ἀπό τήν ἀλήθεια.
Διεκήρυξαν σ’ ὅλους τούς τόνους
ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί»
καί ὑπηρέτησαν
μέ ἀφοσίωσι ἕως Θανάτου
Ἐκεῖνον πού διεκήρυξε:
«ἐγώ εἰμι ἡ ἀλήθεια».
Δέν μπορεῖ ὁ Θεός
νά εἶναι ἀγάπη
χωρίς νά εἶναι ἀλήθεια.
Στόν κόσμο τοῦ ψεύδους,
τῆς κακίας καί τῆς φθορᾶς
στόν ὁποῖο ζοῦμε,
δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀλήθεια
ἀπό τήν ἀγάπη.
Καί δέν ὑπάρχει
πιό μεγαλειώδης κίνησι ἀγάπης
ἀπό τήν προσφορά τῆς ἀληθείας
τοῦ ζῶντος Θεοῦ
στόν πεπτωκότα ἄνθρωπο,
πού ποθεῖ σφοδρά
νά λυτρωθῆ καί νά ζήση.
«Ἀγάπην δείκνυσι γνησίαν»,
διακηρύττει ὁ θεοφώτιστος
πατερικός λόγος,
«οὐ κοινωνία τραπέζης,
οὐδέ πρόσρησις ὑψηλή,
οὐδέ κολακεία ρημάτων,
ἀλλά τό διορθῶσαι καί σκοπῆσαι
τό συμφέρον τοῦ πλησίον
καί τόν πεπτωκότα διαναστῆσαι...».
Τήν πραγματική ἀγάπη
τή φανερώνει
ὄχι ἁπλῶς τό νά συντρώγουμε,
οὔτε νά προσφωνοῦμε μέ λόγια σπουδαῖα
ἤ νά κολακεύουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο,
ἀλλά τό νά διορθώνουμε τόν πλησίον
καί νά ἀποβλέπουμε στό συμφέρον του
καί νά σηκώνουμε αὐτόν
πού εἶναι πεσμένος.
Ὁ διαχριστιανικός συγκρητισμός
πέτυχε γιά πρώτη φορά στήν ἐποχή μας
νά διαχωρίση τήν ἀγάπη
ἀπό τήν ἀλήθεια
ἐπί ζημίᾳ καί τῶν δύο.
Ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής
Παναγιώτης Τρεμπέλας τό 1972
ὑπέβαλε πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη
Ἀθηναγόρα τήν ὑπόδειξι:
«Ἡ Θεωρία
περί Θεολογίας τῆς ἀγάπης
εἶναι ὅλως ξένη καί ἄγνωστος
πρός τήν Ἀποστολικήν Διδασκαλίαν
καί τήν Παράδοσιν τῶν Πατέρων,
οἵτινες ἠγωνίσθησαν ἀνυποχωρήτως
κατά πάσης πλάνης
καί ὅταν ἀκόμη αὐτή ἐνεφανίζετο
ὑπό μορφήν τοσούτῳ λεπτήν,
ὥστε ἡμεῖς οἱ νεώτεροι
ἑνίοτε νά δυσκολευώμεθα,
παρ’ ὅλην τήν ἐπιστήμην μας
νά διακρίνωμεν ταύτην».
Ἀπαράδεκτος δογματικός μινιμαλισμός
Ἡ ὑγιής ὀρθόδοξη συνείδησι
πάντοτε ἀντιδροῦσε
μ’ αὐτή τήν εὐαισθησία
στά ζητήματα ἀκριβείας
τῆς πίστεως.
Ἡ Ἐκκλησία μας ἄνοιγε
μέ ἀπέραντη ἀγάπη
τήν ἀγκάλη της
στόν ὁποιονδήποτε
μετανοοῦντα ἁμαρτωλό,
ὅσο βαρειά καί ἄν ἦταν
ἡ ἁμαρτία του.
Ἀγωνιζόταν ὅμως μέχρις ἐσχάτων
ἐναντίον τοῦ οἱουδήποτε αἱρετικοῦ,
ὅσο μικρή καί ἄν φαινόταν
ἡ αἵρεσί του.
Λέγει σχετικῶς
ὁ ἱερός Χρυσόστομος:
«Ὁ τῆς ὑγιοῦς πίστεως
καί τό βραχύτατον ἀνατρέψας,
τῷ παντί λυμαίνεται,
ἐπί τά χείρονα προϊών ἀπό τῆς ἀρχῆς.
Ποῦ τοίνυν εἰσίν
οἱ φιλονικείας ἡμᾶς κρίνοντες
ἕνεκεν τῆς πρός τούς αἱρετικούς διαστάσεως;
Ποῦ νῦν εἰσίν οἱ λέγοντες
οὐδέν μέσον εἶναι ἡμῶν κἀκείνων,
ἀλλ’ ἀπό τῆς φιλαρχίας τήν διαφοράν γενέσθαι;...
Ἀλλά καί αὐτό μέν οὖν
τοῦτό ἐστι
τό πάντων αἴτιον τῶν κακῶν,
τό μή ὑπέρ τῶν μικρῶν τούτων
ἀγανακτεῖν».
Φαίνεται ὅτι
καί τόν ἅγιο Ἰωάννη
τόν Χρυσόστομο
τόν κατηγοροῦσαν
ὅτι ἀπό φιλονικία
καί ἐριστικότητα
κρατοῦσε σέ ἀπόστασι
τούς αἱρετικούς
καί ὅτι
αἰτία τῆς διαστάσεως αὐτῆς
ἦταν ἡ φιλαρχία.
Αὐτός ὅμως ὑποστήριζε σταθερά
ὅτι ἐκεῖνος πού ἀνατρέπει
καί τό ἐλάχιστο
ἀπό τήν ἀληθῆ πίστι
καταστρέφει τό πᾶν
καί ὅτι αἰτία ὅλων τῶν κακῶν
εἶναι ὅτι
δέν ἀγωνιζόμαστε μέ ζῆλο
καί ἅγιο πεῖσμα
«ὑπέρ τῶν μικρῶν τούτων».
Οἱ ἅγιοι Πατέρες
μέ ἱερή ἀγανάκτησι ἀντιμετώπιζαν
καί τίς μικρές παρεκκλίσεις
ἀπό τήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν
τοῖς ἁγίοις πίστιν».
Ὑπέμειναν πρόθυμοι
κάθε εἴδους διωγμό,
προκειμένου νά μή ξεφύγουν
κατά «ἰῶτα ἕν ἤ μίαν κεραίαν»
ἀπό τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας.
Εἶναι γνωστοί οἱ ἀγῶνες τους
γιά νά διατρανώσουν τήν ἀλήθεια
ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι «ὁμοούσιος»
καί ὄχι «ὁμοιούσιος τῷ Πατρί».
Εἶναι ὀρθή ἡ ἐπιμονή τους
νά ὑποστηρίζουν
ὅτι ὁ ἐνανθρωπήσας Λόγος
εἶναι ὅχι μόνον «εἷς ἐκ δύο φύσεων»,
ἀλλά καί «εἷς ἐν δύο φύσεσιν»,
ἐφ’ ὅσον τό πρῶτο μόνο του
μπορεῖ νά ὑποστηριχθῆ
καί ἀπό τόν μονοφυσιτισμό.
Ἀλλά αὐτά Θεωροῦνται
λεπτομέρειες πού χάνονται
μέσα στό πνεῦμα
τοῦ συγχρόνου
δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ,
δηλαδή τῆς παραθεωρήσεως
τοῦ δόγματος
καί τοῦ ὑποβιβασμοῦ
τῆς σημασίας του.
Μέσα σ’ αὐτό τό πνεῦμα
προωθεῖται καί ἡ
μεταξύ τῶν διαφόρων «Ἐκκλησιῶν»
ἕνωσι,
χωρίς ὅμως προηγουμένως
νά ἔχη ἐπιτευχθῆ ἡ συμφωνία
στά δόγματα,
χωρίς δηλαδή νά προϋπάρχη
ἡ κοινή πίστι.
Ἄς ἑνωθοῦν οἱ χριστιανοί,
καί τά δόγματα
τά συζητοῦν ἀργότερα
οἱ Θεολόγοι...
Ἀλλά τί ἕνωσι θά εἶναι αὐτή
καί ποῦ θά στηριχθῆ;
Ἀσφαλῶς ἡ Ἐκκλησία μας,
ὅταν προσεύχεται
«ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως»,
ζητεῖ ἕνα θαῦμα μεγάλο.
Καί τά μεγάλα θαύματα
τά ἐργάζεται ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ,
ὅταν ὑπάρχη ζωντανή
ἡ ἀληΘινή πίστι.
Χωρίς αὐτή τήν πίστι
τό μόνο πού μπορεῖ νά γίνη
εἶναι ἕνα ἐντυπωσιακό,
ἀλλά εὔθραυστο κατασκεύασμα
χωρίς θεμέλια,
πού θά καταρρεύση μέ πάταγο,
πρίν προλάβη νά στηθῆ.
«Ἡ Ὀρθόδοξος Θεολογία»,
τονίζουν οἱ αὐθεντικοί ἐκπρόσωποί της,
«ὀφείλει νά παραμείνη
καί ἐν τῷ μέλλοντι
ἄτρωτος καί ἄθικτος
ἀπό τῶν νέων ἀντορθοδόξων θεωριῶν
τοῦ ἀφελληνισμοῦ,
τοῦ φιλελευθερισμοῦ,
τοῦ συγκρητικοῦ Οἱκουμενισμοῦ,
ὡς καί τοῦ λεγομένου
λαϊκοῦ Οἱκουμενισμοῦ
(διά παραμερισμοῦ τῆς Θεολογίας
καί μάλιστα τῆς Δογματικῆς),
τῆς κοινωνίας ἐν τοῖς μυστηρίοις
ἄνευ προηγουμένης
τελείας δογματικῆς συμφωνίας
καί γενικῶς τοῦ δογματικοῦ μινιμαλισμοῦ,
τῆς σχετικοποιήσεως τῆς ἀληθείας,
τῆς περί Ἐκκλησίας Branch Theory
(θεωρίας τῶν Κλάδων),
τῆς ἐκκοσμικεύσεως
(καί δή ἐν τῇ ὀρθοδόξῳ λατρείᾳ),
ὡς καί τῆς «θεολογίας
τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ»
καί γενικῶς τῆς λεγομένης
«νέας ἤ μοδέρνας θεολογίας».
Ἄν δέν παραμείνουμε
στά αὐστηρῶς καθωρισμένα
ἀπό τήν Κανονική Τάξι
καί αἰωνόβια Παράδοσι
τῆς Ὀρθοδοξίας
πλαίσια,
τότε βεβαίως
θά κινδυνεύσουμε
νά παρασυρθοῦμε
ἀπό τά κύματα
τοῦ συγχρόνου συγκρητισμοῦ,
ὁ ὁποῖος στή δίνη του
ἀπειλεῖ νά παρασύρη
ὄχι ἕνα ἤ δύο δόγματα,
ἀλλά ὅλη τήν Ἐκκλησία μας,
εἰς τρόπον ὥστε νά ὑποστηρίζη
μέ τήν περιβόητη θεωρία τῶν Κλάδων
ὅτι ἡ ἀληθής Ἐκκλησία
δέν ὑπάρχει πλέον.
Κατά τήν προτεσταντική αὐτή θεωρία
Ὀρθόδοξοι,
Ρωμαιοκαθολικοί
καί Προτεστάντες
ἀποτελοῦν κλάδους
τῆς μιᾶς Καθολικῆς Ἐκκλησίας,
πού πρέπει νά συνενωθοῦν
μέ ἀμοιβαῖες ὑποχωρήσεις,
γιά νά συναποτελέσουν τήν Unam Sanctam,
τήν Μίαν, Ἁγίαν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλά στό σημεῖο αὐτό
πρέπει νά ἐπιμείνουμε περισσότερο,
γιά νά ὑπογραμμίσουμε
τό θεμελιωδέστατο δόγμα
τῆς πίστεώς μας,
τό ὁποῖο καί κυρίως ἀμφισβητεῖ
ὁ σύγχρονος οἰκουμενικός συγκρητισμός,
ὅτι δηλαδή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
εἶναι ἡ μία, ἁγία, καθολική
καί ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Β’ Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής
τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου
Κωνσταντῖνος Μουρατίδης γράφει:
«Ὁ οἰκουμενικός συγκρητισμός
δέν εἶναι ἁπλῶς μία αἵρεσις,
ἀλλά παναίρεσις,
διότι κατ’ οὐσίαν
ὁδηγεῖ εἰς τήν ἄρνησιν τοῦ Χριστιανισμοῦ
ὡς τῆς μοναδικῆς καί ἀποκλειστικῆς
ἀπολύτου ἀληθείας ἐξ ἀποκαλύψεως
καί εἰς τόν ὑποβιβασμόν αὐτοῦ
εἰς μίαν μεταξύ τῶν πολλῶν θρησκειῶν,
ἤ τήν πνευματικωτέραν καί σπουδαιοτέραν,
ἀλλά πάντως ὄχι τήν μοναδικήν.
Ὁ οἰκουμενικός ἄρα συγκρητισμός
εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπειλή
κατά τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας,
διότι δι’ αὐτῆς
δέν πλήττεται ἁπλῶς ἕν δόγμα
ἤ μία θεμελιώδης ἀλήθεια,
ἀλλά σύμπασα συλλήβδην
ἡ δογματική καί κανονική τάξις
τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας».
Σῶμα Χριστοῦ
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ
στή θεόπνευστη διδασκαλία
τοῦ ἀποστόλου Παύλου
παρουσιάζεται ὡς τό σῶμα
τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία «ἐστί τό σῶμα αὐτοῦ»
καί «ἡμεῖς πάντες
εἰς ἕν σῶμα ἐβαπτίσθημεν».
Ὅλοι οἱ πιστοί,
παρά τίς τοπικές ἀποστάσεις
πού μπορεῖ νά μᾶς χωρίζουν,
συναποτελοῦμε ἕνα ἑνιαῖο
καί ἀδιάσπαστο σύνολο,
ἕνα οἶκο πνευματικό,
μία ἀδιαίρετη
καί συνηνωμένη βασιλεία,
ἕνα σῶμα.
«Ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ
καί μέλη ἐκ μέρους»,
λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
Οἱ χριστιανοί
εἶναι τά μέλη τοῦ σώματος
καί ὁ καθένας,
ἀναλόγως τοῦ χάρίσματός του,
ἔχει μία θέσι
καί ἕνα μέρος
στή ζωή τοῦ συνόλου.
«Κρατούσης δηλονότι
καί συναπτούσης ἕκαστον τῷ ἄλλῳ
πρός ὁμόνοιαν τῆς μιᾶς
καί μόνης ἀληθῶς κεφαλῆς,
ἥτις ἐστίν ὁ Χριστός»,
ἐξηγεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος.
Μᾶς συγκρατεῖ καί μᾶς συνδέει
τόν ἕνα μέ τόν ἄλλον,
ὥστε νά ἀποτελοῦμε
ἕνα ἁρμονικό
καί συγκροτημένο μέ ὁμόνοια
σύνολο,
αὐτός πού εἶναι
ἡ μία καί μόνη
πραγματικά κεφαλή,
ὁ Χριστός.
Διότι ἔτσι διδάσκει
ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος:
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός
«ἐστίν ἡ κεφαλή
τοῦ σώματος τῆς ἐκκλησίας».
Αὐτός ἀποτελεῖ
«τό ἑνιαῖον ζωτικόν
ἀλλά καί συνεκτικόν
καί ἰθύνον κέντρον,
τό συνενοῦν πάντα τά μέλη
καί ἀπό τῶν πολλῶν κατεργαζόμενον
ἕνα θεότευκτον ὀργανισμόν,
ζῶντα καί ἁρμονικῶς συντεθειμένον
καί ὁμοφρόνως κινούμενον».
Δέν μπορεῖ
νά ἀντιστοιχοῦν
πολλά σώματα
σέ μία κεφαλή.
Ἡ Ἐκκλησία,
ὡς τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ,
εἶναι μία
καί βεβαίως
δέν μπορεῖ νά ταυτισθῆ
πρός τίς διάφορες
χριστιανικές κοινότητες
τῆς Δύσεως,
πού ἀπεστάτησαν
ἀπό τήν ἀποστολική διδασκαλία
καί Παράδοσι,
εἰσήγαγαν νέα δόγματα
καί ἐκήρυξαν
τόν δικό της
ἡ κάθε μία
χριστιανισμό.
Οὔτε εἶναι δυνατόν
νά ὑπάρξη κεφαλή
ἄνευ σώματος.
Δέν μποροῦμε νά δεχθοῦμε
ὅτι δέν ὑπάρχει πλέον ἡ Ἐκκλησία
καί ὅτι ὅλες
οἱ χριστιανικές ὁμολογίες
πρέπει νά συνεργασθοῦν
καί ἀλληλοσυμπληρωθοῦν
γιά νά πραγματοποιήσουν
τό ἰδανικό τῆς μιᾶς,
ἁγίας, καθολικῆς
καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτό ἐξ ἄλλου
θά ἦταν τελείως ἀντίθετο
πρός τόν προφητικό λόγο
τοῦ Κυρίου,
ὁ ὁποῖος διακηρύττει
τήν ἀκατάλυτη καί αἰώνια ἰσχύ
τῆς Ἐκκλησίας
καί διαβεβαιώνει ὅτι
ὅλες οἱ ἀντίθεες δυνάμεις
τοῦ σκότους
θά ἐξορμήσουν ἐναντίον της
καί θά ἀποπειραθοῦν
νά τήν ἐκπορθήσουν,
ἀλλά δέν θά μπορέσουν.
«Πύλαι ᾅδου
οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».
Διότι ἡ Ἐκκλησία
δέν εἶναι
ἕνας ἀνθρώπινος ὀργανισμός,
ἀλλά θεανθρώπινος
καί θεοσύστατος
καί ἐπί πλέον
θεοσυντήρητος ὀργανισμός.
Καί αὐτό,
διότι ὁ Χριστός
εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος,
πού βαστάζει καί συγκρατεῖ
ὅλο τό πνευματικό οἰκοδόμημα
τῆς Ἐκκλησίας
καί τό διατηρεῖ
μέ τήν παντοδυναμία Του
ἄσειστο καί ἀκλόνητο,
παρ’ ὅλες τίς ταραχές
καί ἀνακατατάξεις
πού συμβαίνουν
στόν μεταβαλλόμενο κόσμο
τοῦ παρόντος.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός,
ὡς ἡ ἀόρατος καί θεία Κεφαλή
τῆς Ἐκκλησίας,
εἶναι τό ζωτικό κέντρο της,
ἀπό τό ὁποῖο
ὡς δύναμι πνευματική
παρέχεται ἡ νέα
καί ὑπερφυσική ζωή
στά μέλη
καί σέ ὅλο τό σῶμα
γενικώτερα,
διατηρώντας το
μέ αὐτόν τόν τρόπο
ἀκμαῖο καί ζωντανό.
Ἀλλά ἡ νέα αὐτή ζωή
χορηγεῖται στά μέλη
τῆς Ἐκκλησίας
«ἀπό τοῦ Θεοῦ
διά Χριστοῦ
ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι»
καί «τό κατασκευάσαν ἡμᾶς
ἕν σῶμα γενέσθαι,
καί ἀναγεννῆσαν ἡμᾶς,
ἕν ἐστι Πνεῦμα».
Τό Πνεῦμα τό Ἅγιο
ἐργάζεται μέσα στήν Ἐκκλησία
τήν ἀναγέννησι τῶν πιστῶν,
τήν υἱοθεσία τους
ὑπό τοῦ Πατρός.
Αὐτό χειροτονεῖ τούς ποιμένας
καί τελεῖ τά μυστήρια.
Αὐτό συνδέει
ὅλους τούς πιστούς
σέ ἕνα ἁρμονικό
καί ἀδιάσπαστο σύνολο.
Αὐτό εἶναι
ἡ ζωοποιός ψυχή
τῆς Ἐκκλησίας.
Γιά τούς λόγους αὐτούς
ἡ Ἐκκλησία,
ἐπειδή θεία εἶναι
ἡ ἀρχή καί ἡ βάσι της,
θεία ἡ κεφαλή
καί ἡ ζωοποιός ψυχή της,
λέγεται καί εἶναι
ὀργανισμός θεοσυντήρητος,
καί μόνον ἔτσι ἐξηγεῖται
τό μυστήριο τῆς αἰωνιότητος
καί τῆς ἀκαταλύτου ἰσχύος της,
τό θαῦμα τῆς ἀκαταβλήτου δυνάμεώς της.
«Οὐδέν Ἐκκλησίας δυνατώτερον, ἄνθρωπε»,
κηρύττει ὁ ἱερός Χρυσόστομος.
«Ἡ Ἐκκλησία οὐρανοῦ ἰσχυροτέρα.
Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται,
οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι.
Ποῖοι λόγοι;
Σύ εἶ Πέτρος
καί ἐπί ταύτῃ τῇ πέτρα
οἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν
καί πύλαι ᾅδου
οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».
Ἀποτελεῖ ἀπιστία
καὶ ἀπαράδεκτη ἀμφισβήτησι
τοῦ κύρους καί τῆς ἀληθείας
τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ
καὶ μόνη ἡ σκέψι
ὅτι στήν ἐποχή μας
ἡ Ἐκκλησία δέν ὑπάρχει πλέον
ὅπως ὁ Χριστός τήν ἵδρυσε·
ὅτι οἱ διάφορες ἐκτροπές
καί ἀνακατατάξεις πού συνέβησαν
στή δισχιλιόχρονη πορεία της
μέσα στήν ἱστορία
ἀλλοίωσαν πιά τή μορφή της,
καί τήν ἀρχαία Ἐκκλησία
δέν εἶναι δυνατόν
νά τή βροῦμε
σήμερα πουθενά.
Καί ἑπομένως πρέπει
ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ Χριστιανοί
νά συνεργασθοῦμε,
γιά νά δοῦμε
πῶς εἶναι δυνατόν
νά δημιουργήσουμε καί πάλι
τήν μία, ἁγία
καί αὐθεντική Ἐκκλησία.
«Στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»
Ἡ Una Sancta, λοιπόν,
δέν εἶναι ἐπιδιωκόμενος σκοπός
καί ἀβέβαιο ὅραμα τοῦ μέλλοντος,
ἀλλά ὑπάρχει καί εἶναι ἀκατάλυτη
καί ζῶσα στούς αἰῶνας,
καί αὐτή εἶναι ἡ μία, ἁγία
Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Διότι αὐτή καί μόνη
διαφυλάττει ἀκέραιη καί ἀλώβητη,
ὅπως τήν ἐκήρυξε ὁ Χριστός,
ὅπως τήν ἐδίδαξαν
οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι,
ὅπως τήν ὑπερασπίσθηκαν
οἱ θεοφόροι Πατέρες,
τήν αἰώνια καί σώζουσα
ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.
«Τῶν Ἀποστόλων τό κήρυγμα
καί τῶν Πατέρων τά δόγματα
ἡ Ἐκκλησία φυλάττουσα,
μίαν τήν πίστιν ἐσφράγισε·
ἥ καί χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας,
τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας,
ὀρθοτομεῖ καί δοξάζει
τῆς εὐσεβείας τό μέγα μυστήριον»,
λέγει ἕνα ἀρχαῖο Κοντάκιο,
πού διαβάζεται τήν Κυριακή
τῶν ἁγίων Πατέρων
τῆς Α’ καί Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου
καί ἀνήκει πιθανῶς
στόν ἅγιο Ρωμανό τόν Μελωδό.
Ἡ Ἐκκλησία
δέν ἀναζητεῖ τήν ἀλήθεια,
οὔτε γνωρίζει μέρος μόνον αὐτῆς,
ἀλλά κατέχει «πᾶσαν τήν ἀλήθειαν»,
εἰς τήν ὁποία τήν ὁδηγεῖ
τό Πανάγιον Πνεῦμα.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι «στῦλος
καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας».
Ὑποβαστάζει ὡς ἄσειστος βάσις
καί θεμέλιο στερεό τήν ἀλήθεια,
τήν ὁποία ὑπερασπίζεται
ἀνυποχώρητη καί ἀσυμβίβαστη,
ἀποφασισμένη νά βαδίση
σέ ὅλα τά ἀποκαλυπτικά μαρτύρια,
προκειμένου νά τήν διατηρήση
χωρίς τήν ἐλάχιστη προσθήκη ἤ ἀφαίρεσι,
ἀλλά ἴδια καί ἀπαράλλακτη πρός αὐτήν
ἡ ὁποία ἀπό γενεᾶς εἰς γενεάν
τῆς παρεδόθη.
Μέ ἀκράδαντη τήν πεποίθησι
ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας
κρατεῖ ἀνόθευτη
τήν ἐξ ἀρχῆς παραδοθεῖσα πίστι,
μποροῦμε οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί
νά ἐπαναλαμβάνουμε τούς λόγους
τοῦ μεγάλου δογματικοῦ τῆς Ἐκκλησίας
ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ:
«Πάντα τοίνυν τά παραδεδομένα ἡμῖν
διά τε νόμου,
καί προφητῶν,
καί ἀποστόλων,
καί εὐαγγελιστῶν
δεχόμεθα,
καί γινώσκομεν,
καί σέβομεν,
οὐδέν περαιτέρω τούτων ἐπιζητοῦντες».
Καί μέ ἀκλόνητη τήν ἀπόφασι
νά διατηρήσουμε τήν πίστι μας
μέχρι τέλους
ἴδια καί ἀπαράλλακτη,
χωρίς τήν ἐλάχιστη ἀλλοίωσι
καί μετατροπή,
μποροῦμε νά διακηρύττουμε:
«Ταῦτα ἡμεῖς στέρξωμεν,
καί ἐν αὐτοῖς μείνωμεν,
μή μεταίροντες ὅρια αἰώνια,
μηδέ ὑπερβαίνοντες
τήν Θείαν παράδοσιν».
Τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας,
κατά τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας
ἑορτάζει πανηγυρικά
τήν ἀναστήλωσι τῶν ἱερῶν εἰκόνων
καί γενικώτερα τόν θρίαμβο
τῆς ἀληθοῦς πίστεως
ἐναντίον κάθε αἱρέσεως
καί κακοδοξίας,
ἐπαναλαμβάνουμε
μέσα στούς ἱερούς ναούς μας
ἀπό τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας
αὐτό πού μᾶς ἄφησαν
ὡς ἱερή παρακαταθήκη
οἱ ἅγιοι Πατέρες
τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων,
καί ρίγη ἱερᾶς συγκινήσεως
καί ἐνθουσιασμοῦ
μᾶς διαπερνοῦν,
καθώς ἀκοῦμε
τή συγκλονιστική διακήρυξί τους:
«Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον,
οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν,
ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν,
οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν,
ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφρόνηκεν,
ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν,
ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται,
τό ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται,
ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο,
ὁ Χριστός ὡς ἐβράβευσεν·
οὕτω φρονοῦμεν,
οὕτω λαλοῦμεν,
οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν
τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν...».
Ἀποτελεῖ μέγα θαῦμα,
τοῦ ὁποίου τήν πραγματικότητα ψηλαφοῦμε
μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας,
τό γεγονός ὅτι παρ’ ὅλες
τίς συστηματικές προσπάθειες
τῶν ποικίλων αἱρετικῶν
καί τή σφοδρή πολεμική τους,
παρά τή λύσσα τοῦ διαβόλου,
πού μάχεται ἀδιάκοπα
κατά τῆς Ἐκκλησίας
καί εἶναι ψεύστης
καί πατέρας τοῦ ψεύδους,
ὁ πρῶτος ἐπινοητής
καί ὁ κύριος ὑποβολέας του,
ἡ ἀλήθεια διετηρήθη ἀνόθευτη.
Καί τό γεγονός αὐτό,
συνεχιζόμενο διά μέσου τῶν αἰώνων
καί τῶν χιλιετιῶν,
ἀποτελεῖ θαῦμα,
διότι μόνον ἡ δύναμι τοῦ Θεοῦ
μπορεῖ νά τό πραγματοποιῆ.
Μόνον ἡ παρουσία
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
τοῦ Πνεύματος τῆς ἀληθείας,
ἐπιτυγχάνει τή διατήρησι τῆς ἀληθείας
μέσα στήν Ἐκκλησία
καί ἐξασφαλίζει τή διαφύλαξι
τῆς ἀμωμήτου πίστεως.
Ἡ Μία Ἐκκλησία
Ἡ μεγίστη τιμή καί χάρις,
ἡ δόξα τῶν Ὀρθοδόξων
καί ἡ ἱερή καύχησί μας
εἶναι ἡ βεβαιότητα πού ἔχουμε
ὅτι ἀνήκουμε
στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ,
στήν Ἐκκλησία πού Ἐκεῖνος ἵδρυσε,
στήν Ἐκκλησία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων,
τῶν ἁγίων Πατέρων
καί Διδασκάλων τῆς Οἰκουμένης,
στήν Ἐκκλησία τῶν ἁγίων Μαρτύρων
καί Ὁμολογητῶν καί ὁσίων Ἀσκητῶν.
Καί ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία αὐτή,
ἀκριβῶς διότι διατηροῦμε
τήν πίστι ἐκείνων,
διότι κατέχουμε τήν ἀλήθεια
τήν ὁποία ἐκεῖνοι ἐγνώρισαν,
ἐβίωσαν, ἐκήρυξαν καί ὑπερασπίσθηκαν
μέ τόν λόγο καί τή ζωή τους.
Γράφει σχετικά
ὁ κορυφαῖος Ρῶσος θεολόγος
π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ:
«Οἱ Ὀρθόδοξοι
ἔχουν τό δικαίωμα
νά ἰσχυρίζωνται,
ὅτι τό μόνον «ἰδιαίτερον»
ἤ «διακριτικόν» χαρακτηριστικόν
τῆς θέσεώς των
εἰς τήν «διῃρημένην χριστιανοσύνην»
εἶναι τό γεγονός,
ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
εἶναι ἐντελῶς ἰδία
κατά τήν οὐσίαν
μέ τήν Ἐκκλησίαν
ὅλων τῶν αἰώνων
καί μάλιστα
μέ τήν πρώτην Ἐκκλησίαν.
Ἐν ἄλλαις λέξεσιν,
δέν εἶναι μία Ἐκκλησία,
ἀλλ’ ἡ Ἐκκλησία.
Εἶναι φοβερός,
ἀλλ’ εὐθύς καί δίκαιος
ὁ ἰσχυρισμός.
Ἐνταῦθα ὑπάρχει
τι περισσότερον
μιᾶς ἁπλῆς
ἀδιασπάστου συνεχείας,
ἡ ὁποία εἶναι
πράγματι καταφανής.
Ὑπεράνω πάντων
ὑπάρχει μία τελική πνευματική
καί ὀντολογική ταυτότης,
ἡ ἰδία πίστις,
τό ἴδιο πνεῦμα,
τά ἴδια ἤθη.
Καί αὐτό ἀποτελεῖ
τό διακριτικόν σημεῖον
τῆς Ὀρθοδοξίας».
Καί καταλήγει θριαμβευτικά:
«Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων,
αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων,
αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων,
αὕτη ἡ πίστις
τήν Οἰκουμένην ἐστήριξεν».
Μέ τό ἴδιο φρόνημα ὁμιλεῖ
καί ὁ ὁμότιμος καθηγητής
τῆς Ἱστορίας τῶν Δογμάτων
καί τῆς Συμβολικῆς
στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν
κ. Ἀνδρέας Θεοδώρου:
«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
δέν εἶναι μία τῶν πολλῶν Ἐκκλησιῶν,
κατέχουσα μέρος μόνον
τῆς ἀποκαλυφθείσης θείας ἀληθείας
καί ἐν ἴσῳ μέτρῳ
καί δή παραλλήλως φερομένη
πρός τάς ἄλλας Ἐκκλησίας,
ἀλλ’ εἶναι ἡ πραγματική
καί μοναδική τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία,
κατέχουσα ἀείποτε
καί διδάσκουσα ὀρθῶς
σύνολον τό περιεχόμενον
τῆς ἐξ ἀποκαλύψεως θείας ἀληθείας,
ὅπερ διετήρησεν
ἀσινές καί ἀμόλυντον
ἐν τῇ παραδόσει
καί συνειδήσει αὐτῆς
μέχρι σήμερον».
Τό ὀλέθριο, δυστυχῶς, πνεῦμα
τοῦ συγχρόνου συγκρητισμοῦ
σχετικοποιεῖ τήν ἀλήθεια
καί ἀμφισβητεῖ συνεπῶς
καί τή μοναδικότητα
τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ ἀλήθεια, ὑποστηρίζει,
μπορεῖ νά βρίσκεται παντοῦ,
καί οἱ «Ἐκκλησίες» εἶναι πολλές.
Καί μᾶς συνιστᾶ νά ἀποφεύγουμε
τή χρῆσι τῶν ὅρων
«σχισματικός» ἤ «αἱρετικός»,
σάν μόνη ἡ κατάργησι τῶν ὅρων
νά ὡδηγοῦσε καί στήν κατάργησι
τῶν σχισμάτων
καί τῶν αἱρέσεων.
Ἀλλά ἡ τακτική αὐτή
τῆς στρουθοκαμήλου
εἶναι βέβαια
τελείως ἀντίθετη
πρός τόν τρόπο
καί τό ἦθος
τῶν πνευματοκινήτων Πατέρων
καί Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας,
πρός τόν σαφῆ
καί τολμηρό λόγο
τῶν αὐθεντικῶν κηρύκων
τῆς θεολογίας της.
Ὁ μεγάλος Σέρβος θεολόγος
τοῦ 20οῦ αἰῶνος
π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς
ὑμνεῖ τό μεγαλεῖο
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
καί μᾶς διαφωτίζει
ἐπί τοῦ θέματός μας
ὑπογραμμίζοντας τήν ἑνότητα
καί μοναδικότητα τῆς Ἐκκλησίας
μέ τόν πράγματι
ἁγιοπατερικῆς πνοῆς
θαυμάσιο λόγο του:
«Ὅπως ἡ ὑπόστασις
τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ
εἶναι μία καί μοναδική,
οὕτω καί ἡ Ἐκκλησία,
δι’ Αὐτοῦ, ἐν Αὐτῷ
καί ἐπ’ Αὐτοῦ θεμελιωθεῖσα,
εἶναι μία καί μοναδική.
Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας
ἀπορρέει ἀναγκαίως
ἐκ τῆς ἑνότητος τοῦ Προσώπου
τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία
οὖσα καθολικῶς
εἷς καί μοναδικός
θεανθρώπινος ὀργανισμός
εἰς ὅλους τούς κόσμους,
δέν εἶναι δυνατόν νά διαιρεθῇ.
Κάθε διαίρεσις
θά ἐσήμαινε
τόν θάνατόν της...
Εἶναι ὀντολογικῶς ἀδύνατος
ὁ χωρισμός τῆς Ἐκκλησίας,
διά τοῦτο
ποτέ δέν ὑπῆρχε
διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας,
ἀλλά μόνον χωρισμός
ἀπό τήν Ἐκκλησίαν.
Κατά τόν λόγον τοῦ Κυρίου
δέν διαιρεῖται ἡ Ἄμπελος,
ἀλλά μόνον
τά ἑκουσίως ἄκαρπα κλήματα
ἐκπίπτουν καί ξηραίνονται
ἀπό τήν ἀείζωον Ἄμπελον.
Ἐκ τῆς μιᾶς ἀδιαιρέτου
Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ
εἰς διαφόρους καιρούς
ἀπεσχίσθησαν καί ἀπεκόπησαν
οἱ αἱρετικοί καί σχισματικοί,
οἱ ὁποῖοι κατά συνέπειαν ἔπαυσαν
νά εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας
καί σύσσωμοι τοῦ θεανθρωπίνου σώματός της.
Τοιοῦτοι ἦσαν πρῶτοι οἱ Γνωστικοί,
κατόπιν οἱ Ἀρειανοί καί Πνευματομάχοι,
ἔπειτα οἱ Μονοφυσῖται καί Εἰκονομάχοι
καί τέλος οἱ Ρωμαιοκαθολικοί
καὶ Προτεστάνται
καί Οὐνῖται
καί ὅλη ἡ ἄλλη αἱρετική
καί σχισματική λεγεών».
Δικαιολογεῖ πολλές ἀπορίες
καί δημιουργεῖ θλῖψι βαθύτατη
καί ἀνησυχία μεγάλη
τό γεγονός ὅτι
κορυφαῖοι ἐκπρόσωποι
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
τολμοῦν νά δηλώσουν ὅτι
«ἀνήκουν εἰς ὅλας τάς Ἐκκλησίας»!
ἤ ὁμιλοῦν περί
«ἐπανιδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας».
Ὁμιλοῦν ἐπίσης
περί ναρκισσευομένης Ὀρθοδοξίας,
περί αὐταρκείας
καί αὐταρεσκείας
τῶν Ὀρθοδόξων,
ἤ διστάζουν νά ὁμολογήσουν
ὅτι ὁ Παπισμός εἶναι αἵρεσις,
καί ἄς ἔχουν ἀποφανθῆ περί αὐτοῦ
καί Σύνοδοι
καί ὅλοι οἱ ἅγιοι Πατέρες
ἀπό τόν Μέγα Φώτιο
ἕως καί τόν ἅγιο Νεκτάριο.
Αὐτά εἶναι
τά θλιβερά ἀποτελέσματα
τοῦ συγχρόνου συγκρητισμοῦ
καί οἱ συνέπειες
στίς ὁποῖες αὐτός ὁδηγεῖ.
Σήμερα
δέν εἴμεθα διατεθειμένοι οἱ Ὀρθόδοξοι
νά ἀρνηθοῦμε τήν πίστι μας.
Διατρέχουμε ὅμως ἕνα κίνδυνο
πού εἶναι τόσο μεγάλος
ὅσο εἶναι καί ὕπουλος.
Κινδυνεύουμε νά Θεωρήσουμε
ὅτι ἀνάμεσα
στίς «χριστιανικές ἐπιλογές»
ἡ Ὀρθοδοξία
εἶναι ἡ καλύτερη·
ὄχι ἡ μόνη.
Ἡ πρώτη·
ὄχι ἡ μία.
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως εἶναι μία,
γιατί ὁ Χριστός
μία Ἐκκλησία ἵδρυσε
καί ὄχι πολλές,
καί διεβεβαίωσε ὅτι
ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ κόσμου
δέν θά τήν κλονίσουν.
Τό νά ὑποστηρίζουμε
καί νά ἀποδεικνύουμε
ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
εἶναι ἡ μία καί μόνη
ἁγία Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ
καί ὅτι κατέχει ἀνόθευτη,
ἀλώβητη καί ἀπαραχάρακτη
τήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν
τοῖς ἁγίοις πίστιν»
δέν εἶναι ὁπωσδήποτε
ὑπερφίαλη αὐταρέσκεια
καί ἐπιπόλαιος ναρκισσισμός.
Εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή στάσι
ἐν ἀγάπῃ εὐγνωμοσύνης
πρός τόν Θεό
γιά τήν ἀποκάλυψι
τῆς σωζούσης ἀληθείας Του
στόν κόσμο,
εἶναι ἡ μόνη
οὐσιαστικά πραγματική
ἐκδήλωσι ἀγάπης
πρός κάθε ἄνθρωπο,
πού δικαιοῦται νά γνωρίζη
πώς ὑπάρχει
στόν σκοτισμένο κόσμο
ἕνα φῶς
πού δέν μπορεῖ νά σβήση,
ὅτι μένει ἀναμμένη ἀκόμη
ἡ φωτιά
πού ἦλθε ὁ Χριστός
νά φέρη στή γῆ,
ὅτι ὑπάρχει ζωντανή
ἡ ἐλπίδα
γιά ὅλους
καί ὁ δρόμος
τῆς σωτηρίας
δέν ἔκλεισε.
Ἡ σταυρωμένη,
ἡ ταπεινή καί ἀσκητική
στή φύσι της Ὀρθοδοξία
ὄχι ἀπό ναρκισσισμό,
ἀλλά ἀπό ἀγάπη καί μόνο
στόν Θεό πού ἔγινε ἄνθρωπος
καί στόν ἄνθρωπο
πού καλεῖται νά γίνη Θεός,
διατηρεῖ τήν αὐτοσυνειδησία
τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς
καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας
τοῦ Χριστοῦ,
ἔξω ἀπό τήν ὁποία
δέν ὑπάρχει σωτηρία.
Μόνο μέ μία τέτοια συνείδησι
δικαιολογεῖται
ἡ συμμετοχή τῆς Ἐκκλησίας
στούς Θεολογικούς διαλόγους
μετά τῶν ἑτεροδόξων.
Μόνο μέ τήν πεποίθησι
ὅτι ἡ ἀλήθεια δέν συζητεῖται,
πολύ περισσότερο
δέν παζαρεύεται,
δέν γίνεται ἀντικείμενο
φθηνῆς συναλλαγῆς.
Ἡ ἀλήθεια, πλήρης,
τελεία, αἰωνία,
ἀπεκαλύφθη ἀπό τόν Θεό,
μετέχεται ἀπό τόν ἄνθρωπο
καί ὁμολογεῖται
καί διδάσκεται
ἀπό τήν Ἐκκλησία
σ’ αὐτούς πού τήν ἀγνοοῦν.
Γ’ ΣΤΙΣ ΕΠΑΛΞΕΙΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΜΑΣ
Ἐμπειρική γνῶσι τῆς ἀληθείας
Στήν ἐποχή μας,
πού πολλές φορές
ἡ πλάνη παρουσιάζεται
μέ ἀρκετή ἀληθοφάνεια,
πού οἱ λύκοι
ἔρχονται συστηματικῶς
«ἐν ἐνδύμασι προβάτων»
καί ὁ διάβολος μετασχηματίζεται
πολύ συχνά
«εἰς ἄγγελον φωτός»,
ἡ ὑπεράσπισι τῆς Ὀρθοδοξίας
ἀπαιτεῖ τήν ἐπιμελῆ μελέτη
καί γνῶσι σέ βάθος
τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως.
Εἶναι ἀπαράδεκτο
οἱ αἱρετικοί
νά γνωρίζουν τέλεια
τήν πλάνη τους
καί οἱ Ὀρθόδοξοι
νά ἀγνοοῦμε τίς μεγάλες
καί σωτηριώδεις ἀλήθειες
τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας.
Ἀπαιτεῖται λοιπόν
ἐπιμελής προσπάθεια
καί συστηματική μελέτη
καί πλατειά καί βαθειά
γνῶσι τῆς ἀληθείας.
Ἀλλά ὁ λόγος
τῶν θεοφόρων Πατέρων
μᾶς καλεῖ νά προσέξουμε:
«Καλόν οὐχ ἁπλῶς ἡ γνῶσις,
ἀλλ’ ἡ ἔμπρακτος γνῶσις».
Χρειάζεται κυρίως
ἐμπειρική γνῶσι
τῆς ἀληθείας,
δηλαδή ζωή ἐν ἀληθείᾳ,
βίωσι τῆς ἀληθείας
καί ὄχι θεωρητική μόνον
προσέγγισί της.
Τήν ἀλήθεια τήν ὑπερασπίζονται
οἱ ἅγιοι πρῶτα
καί ὕστερα
οἱ ἀκαδημαϊκοί θεολόγοι.
Διότι οἱ ἅγιοι
ζῶντες κατά Θεόν
βιώνουν τήν ἀλήθεια,
ἔχουν ἐμπειρία
τῆς σωζούσης δυνάμεώς της,
διατηροῦν ὑγιῆ
τά κριτήρια τῆς ψυχῆς
καί ἔχουν τή δυνατότητα
πολύ πιό εὔκολα
νά διακρίνουν
τήν ἀλήθεια ἀπό τήν πλάνη,
τό γνήσιο ἀπό τό νοθευμένο,
τό ὀρθόδοξο ἀπό τό αἱρετικό.
Ἡ πίστι ἔχει ἄμεση σχέσι
μέ τή ζωή,
τό δόγμα μέ τό ἦθος.
Γι’ αὐτό καί
ἡ ἀποδυνάμωσι τοῦ δόγματος
βαδίζει παράλληλα
μέ τήν ἐκκοσμίκευσι
τῆς ζωῆς.
Ἡ ἐποχή
τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ
εἶναι συγχρόνως καί ἐποχή
ἑνός ἐκκοσμικευμένου χριστιανισμοῦ,
ἑνός χριστιανισμοῦ
πού δέν εἶναι πρόθυμος
γιά ἀγῶνες καί θυσίες,
πού διστάζει
μπροστά στό μαρτύριο
καί φοβᾶται τόν θάνατο,
πού δέν συγκλονίζεται τόσο
ἀπό τήν προσδοκία τοῦ οὐρανοῦ,
ὅσο κυριαρχεῖται
ἀπό τήν ἕλξι τῆς γῆς
καί τῶν ἀγαθῶν της,
δέν τόν συγκινεῖ τόσο
ἡ νοσταλγία τοῦ μέλλοντος,
ὅσο τόν ἀπασχολεῖ ἡ ἄνεσι
καί ἡ εὐτυχία στό παρόν.
Πέφτει
ἡ ἀγωνιστική διάθεσι
τῶν πιστῶν
καί συγχρόνως παύει
ἡ σθεναρή ὑπεράσπισι
τοῦ δόγματος.
Οἱ συμβιβασμοί στόν ἀγῶνα
τῆς συνεποῦς χριστιανικῆς ζωῆς
συμβαδίζουν μέ τούς ἐνδοτισμούς
στίς ὑποθέσεις τῆς πίστεως.
Γι’ αὐτό καί εἶναι
πολύ περισσότερο ἀπαραίτητο
νά ἀκούσουμε σήμερα
τή Χρυσοστομική προτροπή:
«Ἀποστρεφώμεθα
τῶν αἱρετικῶν τούς συλλόγους,
ἐχώμεθα δέ διηνεκῶς
τῆς ὀρθῆς πίστεως,
καί βίον ἀκριβῆ
καί πολιτείαν
τοῖς δόγμασιν ἴσην
ἐπιδειξώμεθα».
Ἡ σταθερή ἐμμονή
στήν ὀρθή πίστι
καί ὁ ἀκριβής βίος,
πού εἶναι ἀνάλογος
πρός τήν πίστι,
συντελοῦν στήν ὄξυνσι
τῶν πνευματικῶν αἰσθητηρίων
τῶν πιστῶν
καί στήν καλλιέργεια
ὀρθοδόξου συνειδήσεως,
ἡ ὁποία ἀντιδρᾶ
καί δέν ἀνέχεται τόν συμφυρμό
μετά τῶν αἱρετικῶν
καί κατά συνέπεια
ἀποστρέφεται «τούς συλλόγους» τους.
Διότι ἀντιλαμβάνεται εὔκολα
ὅτι στό χῶρο
τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν
καί τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως γενικώτερα
«συντελεῖται ὅ,τι κατηγορηματικώτατα
ὑπό τῆς διδασκαλίας
τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου
ἀποκλείεται καί καταδικάζεται,
ἤτοι ἡ συνεργασία
μεταξύ Ὀρθοδοξίας καί αἱρέσεως
καί ἀντιστοίχως
ὀρθοδόξων καί αἱρετικῶν
ἐπί θεμάτων πίστεως,
ὡς ἡ ἐν συνεργασίᾳ σύνταξις
θεολογικῶν κειμένων
καί ἡ ἀπό κοινοῦ συμμετοχή
εἰς λατρευτικάς συνάξεις
καί ἡ ἀπό κοινοῦ ἐκπροσώπησις
τῆς χριστιανικῆς θρησκείας
ἐπί τῶν μεγάλων προβλημάτων
τῆς ἀνθρωπότητος κλπ.
Ἀντιθέτως δέ, ἀπαγορεύεται
ὅ,τι ἀποτελεῖ τήν μοναδικήν δικαίωσιν
τῆς ἐπικοινωνίας τῶν Ὀρθοδόξων
μετά τῶν αἱρετικῶν
κατά τήν διδασκαλίαν
τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου,
ἡ ἄσκησις δηλαδή τῆς ἱεραποστολῆς
πρός ἐπιστροφήν τῶν αἱρετικῶν
εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν
(ἀπαγόρευσις ἀσκήσεως προσηλυτισμοῦ)».
Αὐτά πού λέγει
ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
γιά τήν ἐπικοινωνία
τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς αἱρετικούς,
πού ἀπηχοῦν τό φρόνημα
καί ὅλων τῶν Ἁγίων μας,
ἰσχύουν πολύ περισσότερο βέβαια
γιά τό εὐρύτερο περιβάλλον
τῶν διαθρησκειακῶν σχέσεων
καί συναντήσεων.
Τό πρότυπο καί ἡ μαρτυρία τῶν Ἁγίων
Δυστυχῶς ἀπέχουμε πολύ
ἀπό τό ἦθος τῶν Ἁγίων
οἱ σύγχρονοι χριστιανοί.
Ζοῦμε ἕνα συμβιβασμένο
καί ἄχρωμο χριστιανισμό,
γι’ αὐτό καί ἡ παρουσία μας
μέσα στόν ἀναστατωμένο
καί προβληματισμένο
σύγχρονο κόσμο
καταντᾶ νά εἶναι
παρουσία διακοσμητική
καί ὄχι δυναμική μαρτυρία ζωῆς,
συγκλονιστική φανέρωσι ἁγιότητος,
δύναμι ἀνακαινιστική.
Στεκόμαστε δίπλα
σέ ὅλους τούς ἄλλους,
ἔτσι σάν νά μᾶς ἀρκῆ
τό νά αὐξάνουμε μόνο
τήν ποικιλία τους,
καί δέν εἴμαστε ἐκεῖνοι
πού Θά ὁδηγήσουμε
τόν διψῶντα τήν ἀληθινή ζωή κόσμο
στήν πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος,
πού θά προσφέρουμε
τόν «οἶνον τόν νέον»
τῆς εὐαγγελικῆς ἀληθείας
στόν σημερινό πλανεμένο ἄνθρωπο καί,
ὅπως οἱ λίγοι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ,
«οἱ τήν οἰκουμένην ἀναστατώσαντες»,
αὐτοί πού θά συγκλονίσουμε τόν κόσμο
καί θά τόν φωτίσουμε
μέ τό φῶς τό ἀληθινό
τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ζωῆς,
μιμούμενοι καί τό παράδειγμα
τῶν θεοφωτίστων Πατέρων,
τῶν ἀπλανῶν ἀστέρων
τῆς Ἐκκλησίας μας.
Εἶναι ἀνάγκη
στούς δίσεκτους καιρούς μας
ἡ ζωή μας νά ἀποκτήση
τήν πρωτοχριστιανική γνησιότητα,
νά ἐπιστρέψουμε στό πνεῦμα
τῶν ἁγίων Ἀποστόλων
καί τῶν θεοφόρων Πατέρων.
Μόνον τότε θά καταλάβουμε
καί τόν μέχρις ἐσχάτων ἀγῶνα τους
γιά τήν ὑπεράσπισι τῆς πίστεως
καί στίς μικρές λεπτομέρειές της.
Μόνον τότε θά ἐννοήσουμε
καί τή στάσι τους
ἀπέναντι τῶν ποικίλων αἱρετικῶν
τῆς ἐποχῆς τους.
Θά καταλάβουμε γιατί
ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι
τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης
μᾶς δίδαξαν «χαίρειν» νά μή λέμε
σ’ αὐτόν πού δέν φέρει
τήν διδαχή τοῦ Χριστοῦ,
καί τούς αἱρετικούς
πού ἐπιμένουν νά δημιουργοῦν σκάνδαλα
καί διαιρέσεις στήν Ἐκκλησία
«μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν»
νά τούς ἀφήνουμε
καί νά τούς ἀποφεύγουμε.
Πρέπει νά ἐπιστρέψουμε στό πνεῦμα
ἐκείνων τῶν ἡρωικῶν ἀγωνιστῶν τῆς πίστεως
καί νά θαυμάσουμε
τό πῶς ἀσυμβίβαστοι καί ἀλύγιστοι
μπροστά στήν ὁποιαδήποτε ἀπειλή
ὑπερασπίζονται μέ πύρινους λόγους τήν ἀλήθεια,
στηλιτεύουν καυστικά τήν αἵρεσι
καί ἀντιμετωπίζουν τούς αἱρετικούς
μέ λόγους αὐστηρούς
καί ἔντονα ἐπιτιμητικούς,
χωρίς ἐπίπλαστες εὐγένειες
καί φιλοφρονήσεις.
Πόσο ριζικά διαφορετική
ἀπό τό δικό τους τρόπο
παρουσιάζεται ἡ τακτική
πού γενικά ἀκολουθεῖται σήμερα!
Τή δική τους αὐστηρότητα
παραμερίζουν οἱ σύγχρονες κενές ὡραιολογίες,
τίς δικές τους ἐπιτιμήσεις
ἀντικαθιστοῦν οἱ κοσμικές εὐγένειες
καί τά μειδιάματα.
Γίναμε πιό πολιτισμένοι
ἀπό τούς Ἁγίους μας!
Ἐκεῖνοι, ὅταν χρειαζόταν, τολμοῦσαν.
Καί κατεδίκαζαν ἀπερίφραστα
καί ἀφώριζαν καί ἀναθεμάτιζαν
τούς αἱρετικούς,
ὥστε καί τήν ποίμνη τοῦ Χριστοῦ
νά ἀσφαλίσουν
καί τούς ἴδιους τούς αἱρετικούς
νά συνετίσουν.
Σήμερα διστάζουμε ἀκόμη
καί νά τούς ὀνομάσουμε αἱρετικούς,
τούς ἀντιμετωπίζουμε
μέ φιλόφρονες λόγους,
τούς ἀσπαζόμεθα,
τούς προσφέρουμε δῶρα καί τιμές.
Καί ἀντί γιά τήν ξεκάθαρη γλῶσσα
τῶν Ἁγίων μας
καί τή θαρραλέα ὁμολογία
τῆς ἀλήθειας,
χρησιμοποιοῦνται σήμερα
οἱ διφορούμενες
καί ἀμφιλεγόμενες διατυπώσεις,
ὥστε ὅλοι νά καλύπτωνται,
ὅλοι νά λένε τό ἴδιο,
ἀλλά νά μήν ἐννοοῦν τό ἴδιο,
καί ὁ καθένας νά μπορεῖ
νά μένη στό δικό του,
νά ἀπευθύνουν ὅλοι
κοινές διακηρύξεις στόν κόσμο,
χωρίς ὅμως νά εἶναι κοινή
καί ἡ πίστι.
Θά ἀρνηθοῦμε λοιπόν
τά πρότυπά μας
καί θά ἀλλάξουμε
τήν τακτική τῆς Παραδόσεώς μας;
Θά ἄρουμε τά ἀναθέματα
τῶν Πατέρων μας,
διότι ἐκεῖνοι ἦσαν
δῆθεν ὑπεραυστηροί
καί ἐπλανήθησαν;
Θά διορθώσουμε τά κείμενα
τῶν ἱερῶν ὑμνογράφων
τῆς Ἐκκλησίας μας,
διότι οἱ «βαρειές» τους ἐκφράσεις
«Θίγουν» τούς ἀμετανοήτους αἱρετικούς
καί ἀλλοδόξους;
Θά πρέπει νά γράψουμε
ἀπό τήν ἀρχή
τήν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία
χωρίς αἰχμές κατά τῶν αἱρετικῶν
καί μελανές σελίδες;
Θά ἐπαναδιατυπώσουμε τά δόγματα,
τήν ἀλήθεια τῆς πίστεως,
μέ τρόπους ἀπό ὅλους ἀποδεκτούς;
Θά προσπαθήσουμε νά ὁδηγηθοῦμε
ἐπί τέλους
σέ μία ὀρθή τάχα ἀλληλοκατανόησι
καί θά ἐπανιδρύσουμε τήν Ἐκκλησία;
Ἀλλά τί σημαίνουν ὅλα αὐτά;
Τί ἄλλο παρά ὅτι
θά «διορθώσουμε» τούς Ἁγίους μας,
θά προσαρμόσουμε τούς Ὅρους
τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων
στίς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν,
θά νοθεύσουμε τήν Παράδοσι
τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας,
γιά τή διαφύλαξι τῆς ὁποίας
ἔγιναν ἀγῶνες μέχρις ἐσχάτων
καί χύθηκαν ποταμοί αἱμάτων!
Ὁπωσδήποτε
δέν μπορεῖ νά γίνουν αὐτά.
Ἕνα πρέπει νά γίνη.
Νά ἐπιστρέψουμε
στούς Ἁγίους μας,
νά τούς τιμήσουμε
καί νά τούς προσκυνήσουμε.
Νά ἔχουμε αὐτούς πρότυπα ζωῆς,
ποιμαντικῆς διακονίας
καί ἀντιαιρετικῆς δράσεως.
Νά μελετοῦμε
τόν χριστομίμητο βίο τους,
νά ἐμβαθύνουμε
στόν θεοφώτιστο λόγο τους,
νά διδασκώμεθα
ἀπό τήν ἁγιοπνευματική τους ἐμπειρία·
γιά νά ἀποκτήσουμε
τή δική τους εὐαισθησία
καί ἀκεραιότητα,
τή δική τους παρρησία
καί γενναιότητα.
Τότε δέν θά κατορθώσουμε μόνο
νά διαφυλάξουμε
ἀκέραιη καί ἀνόθευτη
τήν παρακαταθήκη τῆς πίστεως,
ἀμόλυντη τήν Ὀρθοδοξία μας·
τότε Θά μπορέσουμε
νά προβάλουμε
καί στόν δικό μας λαό,
πού βρίσκεται στήν ἄγνοια,
ἀλλά καί στόν στερημένο κόσμο
τῆς Δύσεως
καί στόν παγιδευμένο
στίς δαιμονικές πλάνες
κόσμο τῆς Ἀνατολῆς,
σέ ὅλο τόν λαό
«τόν καθήμενον ἐν σκότει»,
τήν ὀρθόδοξη ἀλήθεια,
τούς Θησαυρούς τῆς Παραδόσεώς μας,
τίς θαυμαστές
λειτουργικές ἐμπειρίες
τῆς Ἐκκλησίας μας,
τά στοιχεῖα τοῦ γνησίου μυστικισμοῦ,
τό ὀρθόδοξο ἀσκητικό ἰδεῶδες,
τή φιλοκαλική μας παράδοσι,
τά λουσμένα
στό φῶς τοῦ Θεοῦ
πρόσωπα τῶν Ἁγίων μας,
τήν σώζουσα καί θαυματουργοῦσα χάρι,
τόν ζῶντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστό,
πού ἀνέτειλε ὡς «μέγα φῶς»
στούς «ἐν χώρᾳ
καί σκιᾷ θανάτου»
καθημένους.
Καί τότε βέβαια
ἡ Ἐκκλησία μας
δέν ὑπερασπίζεται
μόνο τήν ἀλήθειά της,
ἀλλά καί τήν προβάλλει.
Δέν περιορίζεται μόνο στήν ἄμυνα
ἀπέναντι στό πνεῦμα τοῦ κόσμου,
ἀλλά μέ τήν ἀνακαινιστική δύναμι
τοῦ Παναγίου Πνεύματος
προχωρεῖ καί ἀλλάζει τόν κόσμο.
Δέν προχέει μόνον
ὕδωρ ἀντιλογίας,
ἀλλ’ ὁμολογίας.
Τότε ἡ Ἐκκλησία ἔχει λόγο.
Καί ὁ λόγος της εἶναι βροντή.
Τότε,
ὅταν ὑπάρχουν
οἱ θαυμαστές ἐμπειρίες
τῆς χάριτος
καί ἡ ἀκτινοβολία
τῆς ἐν Πνεύματι ζωῆς
τῶν Ἁγίων,
ἀρχίζουν οἱ πραγματικοί διάλογοι
μέ τούς ὁποιουσδήποτε ἑτεροδόξους
ἤ καί ἀλλοθρήσκους.
Καί στούς διαλόγους αὐτούς
δέν κινδυνεύουμε πιά ἐμεῖς
νά ἀλλοτριωθοῦμε
ἀπό τό πνεῦμα
τῆς κακοδοξίας τους,
ἀλλά φωτίζονται ἐκεῖνοι
ἀπό τήν σώζουσα ἀλήθεια
τῆς Ὀρθοδοξίας,
ἀπό τό Πανάγιον Πνεῦμα,
τό Ὁποῖο ὁδηγεῖ
σέ μετάνοια καί φωτισμό,
σέ λύτρωσι καί σωτηρία,
«εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν».
Ὑπάρχουν σήμερα
νησῖδες τέτοιας ζωῆς
καί στήν πατρίδα μας
καί στίς χῶρες τῆς Δύσεως
καί τῆς Ἀνατολῆς,
στό Βορρᾶ καί στό Νότο,
στίς ὁποῖες καταφεύγουν
οἱ διψῶντες τήν ζωήν,
βρίσκουν ὅ,τι ἀναζητοῦν
καί δοξάζουν καί προσκυνοῦν
τόν μόνο Σωτῆρα τοῦ κόσμου,
τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Εὐαισθητοποίησι τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος
Ὁ σύγχρονος συγκρητισμός
ἔχει σάν ἀποτέλεσμα
τήν πτῶσι τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος,
τήν ἀλλοίωσι τῶν κριτηρίων
καί τή διάβρωσι τῶν συνειδήσεων,
καί εἶναι ἀπόλυτα ἀναγκαία
ἡ εὐαισθητοποίησι
τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος.
Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ
πάντοτε εἶχε
σημαντικώτατη συμμετοχή
στή διαφύλαξι
τῆς παρακαταθήκης τῆς πίστεως
καί γι’ αὐτό
οἱ διάκονοι τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ
θά πρέπει μέ πύρινο ζῆλο
καί προφητική διάθεσι
νά κηρύττουν ἀκούραστα τήν ἀλήθεια
καί τή μοναδικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας
καί νά καθοδηγοῦν ὑπεύθυνα τό λαό.
Ὥστε ἡ μόρφωσι
τῆς συνειδήσεώς του
νά μήν ἀφήνεται
σέ ἀνεύθυνους,
ἐπιπόλαιους
καί μέ τά πάντα ἀσχολουμένους
καί περιεργαζομένους
ἐκπροσώπους τοῦ δημοσιογραφικοῦ κόσμου,
οἱ ὁποῖοι δροῦν ἀνενόχλητοι
διά τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημερώσεως,
ἀλλά σ’ αὐτούς
πού ὡς ὑγιᾶ μέλη τῆς Ἐκκλησίας
ἀπολαμβάνουν τή φωτιστική χάρι
τοῦ Πνεῦματος
καί μετά φόβου Θεοῦ,
πίστεως καί ἀγάπης
προσεγγίζουν τά μυστήρια
τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής
Παναγιώτης Τρεμπέλας,
γιά νά δείξη
τήν ἀποφασιστικῆς σημασίας
συμμετοχή τοῦ λαοῦ
στήν ὑπεράσπισι τῆς ἀληθείας,
σημειώνει ὅτι
κατά τήν Σύνοδον
Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439)
«ἐδείχθη ἡ δύναμις τοῦ λαοῦ
καί ἡ ἰσχύς τοῦ δογματικοῦ παράγοντος,
ὅστις καλεῖται
«συνείδησις τῆς Ἐκκλησίας»
καί «Ὀρθόδοξον φρόνημα
τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας»,
τό καθαιροῦν καί πατριάρχας
καί ἐξουδετεροῦν
καί συνοδικάς ἀποφάσεις,
ἔστω καί ἄν αὗται διεκδικοῦν
κῦρος Συνόδου Οἰκουμενικῆς».
Εἶναι γνωστό ὅτι
τή Σύνοδο ἐκείνη,
πού ἀπέβλεπε στήν ἕνωσι
τῶν Ἐκκλησιῶν Ἀνατολῆς καί Δύσεως,
ὁ Πάπας καί οἱ περί αὐτόν,
ὁ αὐτοκράτωρ Ἰωάννης Η’ Παλαιολόγος
καί μεγάλο μέρος τῶν Ὀρθοδόξων Ἱεραρχῶν
τήν ὠνόμασαν οἰκουμενική.
Ὁ ἅγιος Μᾶρκος
ἐπίσκοπος Ἐφέσου
ὁ Εὐγενικός,
πού ἀντέστη μέχρι τέλους
στίς ὕπουλες
καί πιεστικές ἐνέργειες
τοῦ Πάπα
γιά τήν ὑποταγή τῆς Ὀρθοδοξίας
καί ἀπεδείχθη
στῦλος ἀκλόνητος Ὀρθοδοξίας,
ὠνόμασε τή Σύνοδο «λῃστρική»
καί «Καϊαφαϊκό» συνέδριο.
Τό ἴδιο καί ὁ λαός,
πού μέ τό λεπτό
καί ὀξύ αἰσθητήριό του
κατάλαβε τί ἔγινε
στή Φερράρα καί Φλωρεντία.
Γι’ αὐτό
καί μόλις ἀπεβιβάσθη
στήν Κωνσταντινούπολι
ἀπό τό πλοῖο
ὁ Ἐπίσκοπος Ἐφέσου,
ὁ λαός πῆρε τό μέρος του,
τόν ἐτίμησε ὡς Ἅγιο
καί τόν ἐδόξασε,
ἐνῶ ἀπεδοκίμαζε
τούς ὑπολοίπους ἐπισκόπους
πού ὑπέγραψαν τήν ψευδένωσι
προδίδοντας τήν ἀληθινή πίστι,
καί οἱ ὁποῖοι τελικῶς
κατάλαβαν τό λάθος τους
καί ὡμολόγησαν τήν ἐκτροπή τους.
Τή Σύνοδο αὐτή
δέν τήν ἐδέχθη ἡ Ἐκκλησία,
καί ἄς εἶχε τίς ὑπογραφές
πλήθους ἐπισκόπων.
Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία
τό ἀλάθητο τό ἔχει
τό Πνεῦμα τό Ἅγιο,
πού μπορεῖ νά φωτίζη
τόν ἕνα ἐπίσκοπο,
ἐνῶ οἱ ἄλλοι
ἐκπίπτουν τῆς ἀληθείας
καί δέν ὀρθοτομοῦν
τόν λόγο της.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα
μπορεῖ νά ἐμπνέη τήν ἀλήθεια
στήν καρδιά τοῦ λαοῦ
τῶν ἁπλῶν πιστῶν,
οἱ ὁποῖοι ἀποδοκιμάζουν τή Σύνοδο,
τήν ἀποδεικνύουν ψευδοσύνοδο
καί τούς ἐπισκόπους
πού συμμετέχουν σ’ αὐτή
τούς βοηθοῦν
νά συνειδητοποιήσουν
τό λάθος τους
καί δημόσια
νά τό ὁμολογήσουν.
Φρουρός τῆς ἀληθείας
εἶναι τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας,
κλῆρος καί λαός,
πού μέ τήν καθοδήγησι
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
ὁδηγεῖται στήν ἐπίγνωσι
καί ὑπεράσπισι τῆς ἀληθείας
καί συντελεῖ στόν θρίαμβό της.
Τήν ἀνάγκη συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ
στόν ἀγῶνα τῆς Ὀρθοδοξίας
τήν αἰσθάνονται οἱ ὑπεύθυνοι
καί ἄξιοι τῆς ἀποστολῆς τους
Ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας,
ἔστω καί ἄν ἔχουν
τή ζηλευτή
καί θαυμαστῆς ἀκριβείας
δογματική γνῶσι,
τήν ἰδιοφυΐα
καί τήν ἁγιότητα
ἑνός ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου,
καί ζητοῦν τή συμπαράστασι τῶν πιστῶν
μέ τούς ἑξῆς συγκινητικούς λόγους:
«Μή δή τῆς συμμαχίας
ἡμᾶς ἀποστερήσητε ταύτης·
ἀνορθώσατε τάς χεῖρας ἡμῶν,
ἵνα μή ἐκλύωνται·
ἀνοίξατε τό στόμα ἡμῶν,
ἵνα μή ἐμφράττηται·
παρακαλεῖτε τόν Θεόν,
παρακαλεῖτε διά τοῦτο».
Προκάλεσαν θλιβερή ἐντύπωσι
οἱ δηλώσεις πού ἔκανε
σέ συνέντευξί του
ὁ ἐκπρόσωπος
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
στήν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωσι,
καθώς προσπαθοῦσε
νά ἀντιμετωπίση
τίς ἀντιδράσεις
τῶν Παπικῶν
γιά τήν ὀρθή ἀπόφασι
τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
νά μή συμμετάσχη
στή διαθρησκειακή συνάντησι
τῆς Ἀσσίζης,
πού ἔγινε τόν Ἰανουάριο τοῦ 2002
μέ τήν πρωτοβουλία τοῦ Πάπα.
Εἶπε ὁ ἐκπρόσωπος:
«Στήν Ἑλλάδα βρισκόμαστε
μπροστά σέ πολύ λεπτή κατάσταση,
γιατί, ἐνῶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος
καί οἱ μητροπολῖτες
ἐπιθυμοῦν νά ἔχουν
μιά σημαντική συνεργασία
μέ τήν Καθολική Ἐκκλησία,
αὐτοί ἔχουν καί εὐθύνες
πρός τόν κόσμο,
τούς πιστούς,
πολλοί ἀπό τούς ὁποίους
δέν εἶναι προετοιμασμένοι
στήν προοπτική τοῦ διαλόγου,
ἐνῶ ἄλλοι ἔχουν μιά ἄποψη
πιό φονταμενταλιστική
γιά τήν Ἐκκλησία.
Αὐτό γιά μᾶς
εἶναι ἡ μεγάλη πρόκληση
νά προετοιμάσουμε τόν κόσμο,
νά τόν διαπαιδαγωγήσουμε,
γιά νά μή ἀντιδράσει
ἐπηρεασμένος ἀπό τίς προκαταλήψεις
καί πληροφορίες,
πού δέν ἀνταποκρίνονται
στά γεγονότα».
Καί σέ ἄλλο σημεῖο
τῆς συνεντεύξεως εἶπε:
«Εἶναι σημαντικό νά κατανοηθεῖ
ὅτι ἔχουμε ἀνάγκη χρόνου,
ἐλπίζω ὄχι ὑπερβολικοῦ,
γιά νά σχηματίσουμε
τή συνείδηση τοῦ κόσμου».
Ἐδῶ καί 2000 χρόνια
ἔχει διαμορφωθῆ ἡ συνείδησι
ὄχι τοῦ κόσμου,
ἀλλά τοῦ πιστοῦ λαοῦ,
καί ἔχει διαποτισθῆ
ἀπό τά νάματα
τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως,
ὥστε μέ τό πνευματικό του αἰσθητήριο
νά ἀντιλαμβάνεται τούς ἐχθρούς
καί νά ἀντιδρᾶ ἄμεσα
καί ἀποτελεσματικά
στίς ὁποιεσδήποτε προκλήσεις.
Τώρα μιλοῦμε
«γιά τή μεγάλη πρόκληση
νά προετοιμάσουμε τόν κόσμο,
νά τόν διαπαιδαγωγήσουμε,
γιά νά μή ἀντιδράσει...»!
Τώρα ἔχουμε ἀνάγκη
«νά σχηματίσουμε
τή συνείδηση τοῦ κόσμου»!...
Ἀλήθεια,
ἐκπροσωπεῖ τή συνείδησι
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
ὁ ἀρχιερεύς-ἐκπρόσωπός της,
πού ἔτσι σκέπτεται
καί σχεδιάζει
στίς Βρυξέλλες;
Ὁ εὐσεβής λαός,
τό ποίμνιο τῶν πιστῶν,
ἔχει ἀνάγκη τῶν φωτισμένων
καί ἁγίων Ποιμένων,
γιά νά τόν ὁδηγοῦν
εἰς «νομάς σωτηρίους».
Καί οἱ Ποιμένες,
ἀντιστρόφως,
ἔχουν ἀνάγκη
τῆς συμπαραστάσεως
τοῦ λαοῦ
στόν μέγιστο ἀγῶνα
τῆς Ἐκκλησίας
νά διατηρῆ,
καθώς οἱ αἰῶνες περνοῦν,
μέσα στόν σαλευόμενο
καί μεταβαλλόμενο κόσμο
ἀσάλευτο τόν βράχο
τῆς πατροπαραδότου πίστεως
καί ἀσύλητο τόν θησαυρό
τῆς Παραδόσεώς μας.
Τήν πραγματικότητα αὐτή
τή δηλώνουν μέ σαφήνεια καί παρρησία
οἱ Ὀρθόδοξοι Πατριάρχαι τῆς Ἀνατολῆς
τό 1848
στή μνημειώδη ἐπιστολή τους
πρός τόν Πάπα Πῖο τόν Θ’:
«Παρ’ ἡμῖν
οὔτε Πατριάρχαι οὔτε Σύνοδοι
ἐδυνήθησάν ποτε εἰσαγαγεῖν νέα,
διότι ὁ ὑπερασπιστής τῆς Θρησκείας
ἐστίν αὐτό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας,
ἤτοι αὐτός ὁ λαός,
ὅστις ἐθέλει
τό θρήσκευμα αὑτοῦ
αἰωνίως ἀμετάβλητον
καί ὁμοειδές
τῷ τῶν Πατέρων αὑτοῦ».
Κανείς δέν δικαιοῦται
νά παραπλανήση
τόν λαό τοῦ Θεοῦ.
Κανείς δέν μπορεῖ
νά παρακάμψη
τή θέλησί του.
Πατριάρχαι καί Σύνοδοι
δεσμεύονται ἀπό τή φωνή
τῆς ἀγρυπνούσης συνειδήσεώς του!
Διάκρισι «τῶν σημείων τῶν καιρῶν»
Σήμερα περισσότερο
ἀπό κάθε ἄλλη φορά
ἡ συνείδησι τῶν Ὀρθοδόξων
καλεῖται νά ἀγρυπνῆ,
γιά νά διακρίνη
«τά σημεῖα τῶν καιρῶν».
Γιά νά διαβλέπη
τούς ἐλλοχεύοντας κινδύνους,
νά κατανοῆ τήν ἀναγκαιότητα
τοῦ μέχρις ἐσχάτων ἀγῶνος
ὑπερασπίσεως τῆς ἀληθείας.
Τά κάστρα τῆς Ὀρθοδοξίας
βάλλονται πανταχόθεν
καί καταιγιστικῶς.
Πολλοί ἀπό ἐκείνους
πού θά ἔπρεπε νά προμαχοῦν
παρουσιάζονται ἐνδοτικοί,
ὑποχωροῦν καί προδίδουν.
Τά γεγονότα ἐξελίσσονται ραγδαῖα
καί προχωροῦν μέ ἀποκαλυπτικούς ρυθμούς.
Ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ
μέσα ἀπό τίς σελίδες τῆς Ἀποκαλύψεως
μᾶς κεντρίζει,
μᾶς ἀφυπνίζει
καί προκαλεῖ μέ ἄγρυπνη συνείδησι
καί φωτισμένο νοῦ
νά παρακολουθοῦμε
καί νά κατανοοῦμε
τά γεγονότα τῆς ἱστορίας,
νά διακρίνουμε τίς δυνάμεις
πού πολεμοῦν τήν Ἐκκλησία,
τίς ἀντίθεες κοσμοκρατορίες πού ἔπεσαν
καί αὐτές πού πρόκειται νά ’ρθοῦν,
τούς βασιλεῖς πού θά βασιλεύσουν,
τό θηρίο πού ὑποκινεῖ
ὅλον τόν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας ἀγῶνα:
«Ὧδε ἡ σοφία ἐστί».
Καί πάλι:
«Ὧδε ὁ νοῦς
ὁ ἔχων σοφίαν».
Χρειάζεται πνευματική
καί Θεία σοφία
γιά νά μποροῦμε
νά διακρίνουμε τούς ἐχθρούς,
τόν τρόπο δράσεως
καί τά σχέδιά τους.
Εἶναι ἀνάγκη
νά μείνουμε ἀνυποχώρητοι
καί ἀσυμβίβαστοι
στήν ὑπεράσπισι τῆς ἀληθείας,
ἀνεπηρέαστοι ἀπό τό πνεῦμα
τῆς χαλαρότητος,
τῆς ὑποχωρήσεως
καί τοῦ ἐνδοτισμοῦ
πού ἐπικρατεῖ σήμερα
καί ὀνομάζει τή σταθερότητα ἀδιαλλαξία,
τήν ἐμμονή στήν ἀλήθεια φανατισμό,
τήν ἀνυποχώρητη στάσι πεῖσμα
καί τή διαφύλαξι τῆς Παραδόσεως ἐπαρχιωτισμό
καί φονταμενταλισμό.
Εἶναι ἀπαραίτητο νά διαφυλάξουμε
τά σύνορα τῆς Ἐκκλησίας πρωτίστως
ἀπό τούς πλησιέστερους δόλιους γείτονές μας,
πού γι’ αὐτό εἶναι καί
οἱ πιό ἐπικίνδυνοι ἐχθροί μας,
τούς Παπικούς,
οἱ ὁποῖοι δέν χάνουν εὐκαιρία
νά ἐπιχειροῦν νά εἰσδύσουν
στόν ἱερό καί ἅγιο χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας.
Μᾶς εἶναι ἀπό αἰώνων γνωστή
ἡ ὕπουλη δολιότητα
τῆς διπλωματίας τοῦ Βατικανοῦ,
πού, ὅπως συνέβη
στήν ἐπίσκεψι τοῦ Πάπα στήν Ἀθήνα
τό Μάϊο τοῦ 2001,
μπορεῖ νά ζητῆ ὑποκριτικά συγγνώμη
γιά τό παρελθόν,
ἐνῶ συνεχίζει
τήν ἴδια τακτική
ἀπαράλλακτα στό παρόν.
Καταδικάζει τίς σταυροφορίες,
καί ἀνακηρύσσει ἅγιο
τόν καρδινάλιο Στέπινατς,
πού εἶναι γνωστός ὁ ρόλος του
στό σφαγιασμό
ἑκατοντάδων χιλιάδων
Σέρβων Ὀρθοδόξων
ἀπό τούς Κροάτες
κατά τή διάρκεια
τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου,
ὅπως ἐξ ἄλλου εἶναι γνωστή
καί ἡ συμμετοχή τῶν Παπικῶν
στήν τελευταῖα δοκιμασία
τῶν Σέρβων τοῦ Κοσσυφοπεδίου.
Γι’ αὐτά τά ἐγκλήματα
θά πρέπει, φαίνεται,
νά περάσουν ἄλλα 1000 χρόνια,
γιά νά ζητήσουν συγγνώμη
οἱ ὑψηλοί ἐκπρόσωποι
τοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ»!...
Μέ κοινές συναντήσεις
καί διακηρύξεις
δείχνουν διάθεσι συνεργασίας,
ἀλλά δέν λένε οὔτε μία λέξι
καί δέν ἐκδηλώνουν
τήν παραμικρή διάθεσι ὑποχωρήσεως
στό θέμα τῆς ὕπουλης Οὐνίας,
πού βασάνισε τούς ὀρθοδόξους λαούς
τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης,
σέ μερικές περιπτώσεις
πολύ περισσότερο
ἀπ’ ὅσο οἱ σιδερόφρακτοι Καίσαρες
τοῦ ἀθέου μαρξισμοῦ,
καί συνεχίζει ἀκόμη
νά τούς βασανίζη.
Συνεργασία μαζί τους
μέ αὐτούς τούς ὅρους
φανερώνει τό λιγώτερο
ἐπικίνδυνη ἀφέλεια,
ἀνεπίτρεπτη γι’ αὐτούς
πού τάχθηκαν ἄγρυπνοι νά φρουροῦν
τήν παρακαταθήκη τῆς πίστεως.
Πρέπει ἐπίσης νά γνωρίζουμε
τή δύναμι τοῦ Διεθνοῦς Σιωνισμοῦ, πού,
ὅπως ἀποκαλύπτουν τά ἀπόρρητα σχέδιά του,
χρησιμοποιώντας τή δύναμι τοῦ χρυσοῦ,
τήν ἐξουσία τοῦ χρήματος,
τήν τρομοκρατία,
προσπαθεῖ νά διευθύνη
τίς παγκόσμιες ὑποθέσεις
καί νά κατευθύνη τή σκέψι
ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος
στήν ἐπικράτησι
τῆς δικῆς του κυριαρχίας.
Ἡ κατάργησι τῶν συνόρων,
ἡ ἑνοποίησι τοῦ κόσμου,
ἡ πολεμική ἐναντίον
ὅλων τῶν θρησκειῶν
εἶναι οἱ τρόποι
διά τῶν ὁποίων
ζητοῦν οἱ Σιωνιστές
νά ὁδηγήσουν τόν κόσμο στήν ἀποδοχή
τῆς δικῆς τους παγκοσμίου κυβερνήσεως,
τῆς δικῆς τους θρησκείας.
Ὁ βασιλιάς τῶν Ἰουδαίων,
ὁ δικός τους βασιλιάς,
θέλουν νά ἀναδειχθῆ
ὁ ἀληθής Πάπας τῆς Οἰκουμένης,
ὁ Πατριάρχης τῆς Διεθνοῦς Ἐκκλησίας.
Μπορεῖ εὔκολα
νά διακρίνη κανείς
τόν σιωνιστικό δάκτυλο
πίσω ἀπό ὅλες σχεδόν
τίς σύγχρονες ἐξελίξεις.
Ἀλλά οἱ πιστοί καλούμεθα
νά εἰσδύσουμε ἀκόμη βαθύτερα
στήν ἔρευνα καί στόν προσδιορισμό
τῶν δυνάμεων πού ἐπιδιώκουν
νά κατευθύνουν τόν κόσμο στήν καταστροφή
σύμφωνα μέ τά δικά τους σχέδια.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει
ὅτι τό εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ
«οὐκ ἔστι κατά ἄνθρωπον».
Δέν εἶναι ἐπινόημα ἀνθρώπου,
ἀλλά εἶναι ἀποκάλυψι Θεοῦ.
Ἡ αἵρεσι καί κάθε θρησκεία
εἶναι «κατά ἄνθρωπον»,
εἶναι ἐπινόησι τοῦ ἀνθρώπου,
πού ζητεῖ μέ δικές του
αὐτόνομες προσπάθειες,
στηριζόμενος
στίς δικές του δυνάμεις
νά προσεγγίζη τόν Θεό,
νά ἀνακαλύπτη μόνος του
τήν ἀλήθεια,
νά διατυπώνη μέ τή δύναμι
τοῦ δικοῦ του νοῦ τό δόγμα,
νά σώζεται μόνος,
νά αὐτοδικαιώνεται.
Ἀλλ’ ὅλα αὐτά
τά ὑποκινεῖ ὁ διάβολος,
πού ἐξάπτει
τήν ἐγωιστική διάθεσι
τοῦ ἀνθρώπου
καί προσπαθεῖ
ἀπό τήν ἀρχή
τῆς ἱστορίας του
νά τόν ἀπομακρύνη
ἀπό τόν Θεό.
Τό Εὐαγγέλιο,
ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ,
δέν εἶναι κατά ἄνθρωπον.
Ἡ αἵρεσι καί ὁποιαδήποτε πλάνη
εἶναι κατά ἄνθρωπον
ἤ, ἀκριβέστερα,
κατά διάβολον,
διότι αὐτός σκοτίζει τόν ἄνθρωπο,
τόν ἀπομακρύνει
ἀπό τήν ἀλήθεια
καί τή σωτηρία
καί τόν καθιστᾶ τελικῶς
πολέμιο τῆς Ἐκκλησίας.
1000 χρόνια δέν μπορεῖ
νά μήν ἔχουν καταλάβει οἱ Παπικοί
ὅτι τό Filioque εἶναι αἵρεσι
μέ ὀλέθριες συνέπειες,
πού ἀλλοιώνουν τή φύσι
καί τόν χαρακτῆρα
τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας·
ὅτι ἡ διεκδίκησι
τοῦ πρωτείου ἐξουσίας
τοῦ Πάπα
ἐφ’ ὅλης τῆς Ἐκκλησίας
δέν στηρίζεται πουθενά·
ὅτι δέν ὑπάρχει
ἄνθρωπος ἀλάθητος
ἐπί τῆς γῆς.
Γιατί δέν τό ὁμολογοῦν;
Γιατί πνίγουν βίαια
κάθε φωνή διαμαρτυρίας
πού ἀκούγεται
στό περιβάλλον τους;
Ὁ διάβολος
δέν ἔχει μερική ἄποψι
γιά τόν κόσμο.
Ἡ ἀπαίτησί του
εἶναι ὁλοκληρωτική,
ἀποβλέπει σέ πλήρη κυριαρχία.
Εἶναι «ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου»,
ὅπως ὁ Κύριος τόν ἀπεκάλεσε.
Εἶναι ὁ «κοσμοκράτωρ»,
ὅπως ὁ ἀπόστολος Παύλος
τόν ὀνομάζει.
Εἶναι ἀπύθμενη
ἡ ἄβυσσος τῆς κακίας του,
μέσα στήν ὁποία
θέλει νά πνίξη τούς πάντας.
Τό πάθος του
γιά καταστροφή
δέν βρίσκει κορεσμό.
Ἐπιζητεῖ νά παρασύρη
καί τά τίμια μέλη τῆς Ἐκκλησίας,
καί τούς κληρικούς,
καί τούς Ἐπισκόπους
καί Πατριάρχας.
Ἔχουν πολλοί ἀπό αὐτούς παρασυρθῆ
καί καταδικασθῆ
ὡς αἱρετικοί.
Ὁ διάβολος ζητεῖ νά πλανήση,
«εἰ δυνατόν, καί τούς ἐκλεκτούς».
Εἶναι «ὁ πλανῶν
τήν οἰκουμένην ὅλην».
Ἐνεργεῖ μέ τόν δικό του τρόπο
τή δική του παγκοσμιοποίησι,
τήν παγκοσμιοποίησι τῆς πλάνης.
Στούς ἐσχάτους δέ χρόνους,
ὅταν θά ἐξαπολύση
τόν μεγαλύτερο διωγμό,
Θά ζητήση «ἵνα τήν Ἐκκλησίαν
ποταμοφόρητον ποιήσῃ».
Θά ζητήση
νά πνίξη τήν Ἐκκλησία
στούς ποταμούς
τῶν μαρτυρικῶν αἱμάτων
τῶν τέκνων της.
Στούς κρίσιμους καιρούς μας
τό πνεῦμα
τῆς πνευματικῆς ἐπαγρυπνήσεως
πού πρέπει νά μᾶς χαρακτηρίζη
ἐπιβάλλει νά διακρίνουμε
τή σαφῆ τάσι
τοῦ παγκοσμίου
θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ
νά προωθῆ τή δημιουργία
μιᾶς ἑνιαίας παγκοσμίου
θρησκευτικῆς συνειδήσεως,
στό πνευματικό πλαίσιο τῆς ὁποίας
Θά μποροῦν νά ἐναρμονίζωνται
ὅλες οἱ θρησκευτικές τάσεις
τοῦ κόσμου.
Οἱ διεθνεῖς συγκυρίες
ἐνισχύουν τό αἴσθημά
τῆς ἀβεβαιότητος
καί τῆς ἀνασφαλείας
στούς ἀνθρώπους,
καί ἡ καταφυγή στόν Θεό
φαίνεται νά εἶναι
ἡ μόνη διέξοδος
γιά τόν ταλαιπωρημένο κάτοικο
τοῦ πλανήτη μας.
«Φαίνεται ὅτι
πολλοί ἄνθρωποι
ἀγκαλιάζουν τή θρησκεία
μετά τήν 11η Σεπτεμβρίου»,
διαπιστώνει τό περιοδικό «Time»
σέ εἰδικό ἀφιέρωμά του
στό πρωτοφανές τρομοκρατικό πλῆγμα
πού ὑπέστη τελευταῖα ἡ Ἀμερική.
Ἀναφέρει τήν αὔξησι
τῶν ἐκκλησιαζομένων χριστιανῶν
στήν Εὐρώπη,
τήν καταφυγή
στή δύναμι τῆς προσευχῆς,
τή διάθεσι τῶν Ἰσλαμιστῶν
γιά διαθρησκειακές συζητήσεις,
ἐπίσημες ἤ ἀνεπίσημες,
μέ τίς ὁποῖες
«μποροῦμε νά ἀναπτύξουμε
πιό ἁρμονικές σχέσεις».
Καί στό εἰσαγωγικό σημείωμα
στό ἄρθρο τοῦ Ρεζίς Ντεμπρέ
«Γιατί ἐπιστρέφει ὁ Θεός»,
πού δημοσιεύθηκε στήν «Καθημερινή»,
διαβάζουμε:
«Ὁ Θεός εἶναι μεγάλος.
Ἀρκετά μεγάλος
γιά νά στεγάσει
κάτω ἀπό τή σκέπη του
ἀβυσσαλέα πάθη
καί ἀγεφύρωτες ἔχθρες.
Μετά τίς 11 Σεπτεμβρίου
τόν ἐπικαλοῦνται παντοῦ.
Ἀπέναντι σέ ἕναν Μπίν Λάντεν
πού παριστάνει
τόν νέο προφήτη τοῦ Ἰσλάμ,
ἡ Ἀμερική καταφεύγει
στήν προσευχή...».
Τό εἴδωλο τῆς ἐπιστήμης
καί τῆς συγχρόνου
ἐκπληκτικῆς τεχνολογίας,
πού ὑποσχόταν τόσα πολλά,
ἀπεδείχθη πολύ ἀδύναμο
γιά νά στηρίξη
τίς ἀνθρώπινες ἐλπίδες
καί νά παρηγορήση
τίς ἀνθρώπινες καρδιές.
Οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦν
μία μεταφυσική στέγη,
γιά νά καλύψη τίς ἀπαιτήσεις,
τά ὄνειρα καί τίς προσδοκίες τους.
Οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦν
καί πάλι τόν Θεό.
Εἶναι βέβαιο
ὅτι «ὁ ἄρχων
τοῦ κόσμου τούτου»
Θά ζητήση καί πάλι
νά ὑποκαταστήση τόν Θεό.
Ὅπως στήν ἀρχή τῆς ἱστορίας μας,
μέσα στόν Παράδεισο τῆς Ἐδέμ,
ζήτησε ἀπό τούς ἀνθρώπους
νά δώσουν σ’ αὐτόν
τήν ἐμπιστοσύνη τους
καί ὄχι στόν Θεό,
νά ἀκούσουν
τή δική του πονηρή προτροπή
καί νά μήν ὑπακούσουν
στή σωτήρια ἐντολή τοῦ Θεοῦ,
νά ἀκολουθήσουν
τό δικό του ὀλέθριο δρόμο
καί ὄχι τήν ὁδό τοῦ Θεοῦ,
ἔτσι θά συμβῆ
καί στὰ ἔσχατα
τῆς ἱστορίας μας.
Θά ζητήση νά καθίση
στό θρόνο τοῦ Θεοῦ,
νά λατρευθῆ ὡς Θεός,
νά κυβερνήση.
Θά ἔλθη τότε,
σέ μία τρομερή ἔξαρσι
τοῦ πάθους καί τοῦ θράσους του,
ὄχι πλέον ὡς «ἄγγελος φωτός»,
ἀλλά μέ διαφορετικό πρόσωπο.
Θά ἔλθη
μέ τό πρόσωπο
συγκεκριμένου ἀνθρώπου,
τόν ὁποῖο Θά ἐξουσιάζη πλήρως
καί θά καθοδηγῆ
ὡς πειθήνιο ὄργανό του,
γιά νά ὑπηρετῆ τυφλά
τά καταχθόνια σχέδιά του.
Ὁ ἄνθρωπος αὐτός
θά παρουσιασθῆ μέ θαύματα
καί καταπληκτικά σημεῖα,
γιά νά κυβερνήση τόν κόσμο
ὡς ὁ ἐξ οὐρανοῦ σταλμένος
ἐκπρόσωπος τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά θεός δέν θά εἶναι.
Θά εἶναι ὁ Ἀντίχριστος!
Οἱ ὁλοένα αὐξανόμενες τάσεις
τοῦ συγχρόνου παγκοσμίου συγκρητισμοῦ
εὐνοοῦν τήν ὁλοένα περισσότερο
ἐπικρατοῦσα ἰδέα τῆς πανθρησκείας,
στήν ὁποία ὅλοι θά μποροῦν νά ἐνταχθοῦν,
ἐφ’ ὅσον τό πνεῦμα τοῦ συγκρητισμοῦ
βοηθεῖ στήν ἐξομάλυνσι τῶν διαφορῶν.
Ἀλλά ἡ πανθρησκεία αὐτή
δέν θά εἶναι ἡ θρησκεία
τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Ἡ Νέα Παγκόσμια Ἐκκλησία
δέν θά εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Θά εἶναι ἡ ἐκκλησία τοῦ Σατανᾶ,
ἡ θρησκεία τοῦ Ἀντιχρίστου.
Ποιός θά ἐπικρατήση;
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ,
ἡ προωρισμένη νά φθάσῃ
«ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς»,
ἤ «ὁ κοσμοκράτωρ τοῦ σκότους
τοῦ αἰῶνος τούτου»,
πού θέλει νά ἐπιβάλη παντοῦ
μέ τά τυφλά ὄργανά του
τό δικό του σκοτεινό βασίλειο;
Δέν ἀγνοοῦμε τήν ἔκβασι
τῆς μεγαλυτέρας σέ διαστάσεις
χρόνου καί χώρου
καί ἐντάσεως μάχης,
πού ἄρχισε
ἀπό τήν πρώτη αὐγή
τῆς ἱστορίας μας
καί θά λήξη
μέ τή συντέλεια τοῦ αἰῶνος,
πού θά διεξαχθῆ
μέ μεγάλο πεῖσμα
σέ κάθε γωνιά τοῦ κόσμου
καί ἡ ἔντασί της θά κορυφωθῆ
στούς ἔσχατους χρόνους.
Τά μέσα
πού διαθέτει ὁ διάβολος
εἶναι πολύ περισσότερα
ἀπό ὅσα διαθέτουμε ἐμεῖς.
Ἀλλά ἡ νίκη τῆς πίστεως
εἶναι δεδομένη.
Θά τήν ἐξασφαλίση
ἡ ἄμεση καί δραστική
ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ,
πού στήν κρίσιμη στιγμή
τῆς ἱστορίας
θά ἐξαφανίση τούς ἀντικειμένους
«τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ»,
μέ τό φύσημα τοῦ στόματός του!
Χρέος ἀγάπης: Ἀμετακίνητοι στήν ἀλήθεια
Ἐκεῖνο πού ἔχει σημασία μεγάλη
εἶναι νά κατανοήσουμε
τήν εὐθύνη τοῦ χρέους μας.
Ὁ Χριστός εἶπε:
«Ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών
ἆρα εὑρήσει τήν πίστιν
ἐπί τῆς γῆς;».
Ὅταν ἔλθη ὁ Κύριος
κατά τήν ἐσχάτη ἡμέρα
γιά νά κρίνη τόν κόσμο
καί ἀποδώση δικαιοσύνη,
θά βρῆ ἆραγε ἐπί τῆς γῆς
ἀνθρώπους πού νά μένουν ἀκλόνητοι
καί ἀκατάβλητοι στήν ἀληθινή πίστι;
Δέν ἐρωτᾶ ὁ Χριστός,
λέγουν οἱ ἱεροί ἑρμηνευταί,
ἐπειδή ἀγνοεῖ,
ἀλλά γιά νά δείξη
ὅτι πολύ λίγοι πιστοί
θά ὑπάρχουν τότε.
«Ὑπεμφαίνει, ὅτι ψυγήσεται
ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν
καί ἀποδραμοῦνταί τινες
ἐν ἐσχάτοις καιροῖς
τῆς ὀρθῆς καί ἀδιαβλήτου πίστεως,
προσέχοντες πνεύμασι πλάνης
καί ψευδηγορίαις ἀνθρώπων
κεκαυτηριασμένων τόν νοῦν».
Στούς ἐσχάτους χρόνους
θά ψυχρανθῆ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν.
Θά ἐκτραποῦν πολλοί
ἀπό τήν ὀρθή πίστι.
Θά παρασυρθοῦν
ἀπό πνεύματα πλάνης
καί ψευδοδιδασκαλίας
σκοτισμένων ἀνθρώπων.
Ἡ ἀσέβεια, ἡ ἀπιστία καί ἡ πλάνη
Θά κυριαρχοῦν τότε στόν κόσμο.
Καί ἐδῶ εἶναι
ἡ μεγάλη εὐθύνη μας,
τό βαρύτατο χρέος μας
ὡς Ὀρθοδόξων.
Νά κρατήσουμε τήν πίστι μας.
Νά μείνουμε «ἄχρι θανάτου»
ἀφωσιωμένοι καί πιστοί
σέ ὅ,τι μᾶς παρεδόθη.
Νά μή Θεωρήσουμε
τίποτε πολυτιμότερο,
τίποτε ἀναγκαιότερο,
τίποτε μεγαλύτερο καί ἱερώτερο
ἀπό τόν θησαυρό
τῆς ἀμωμήτου πίστεώς μας,
ἀπό τήν ἁγία Παράδοσι
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Αὐτό εἶναι τό χρέος μας.
Χρέος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ,
πού μᾶς ἐτίμησε ὑπερβολικά
μέ τό νά μᾶς ἐμπιστευθῆ
τόν ἀτίμητο θησαυρό Του.
Χρέος καί ἀπέναντι
τοῦ πλανεμένου κόσμου
τῶν συνανθρώπων μας,
πού ἀγνοοῦν τήν ἀλήθεια
καί ζοῦν στό σκοτάδι
«ἐλπίδα μή ἔχοντες
καί ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ».
Ἀγνοοῦμε τήν ἐξέλιξι
τῶν πραγμάτων.
Ὁ Θεός γνωρίζει
πότε θά ἔλθη ὁ κόσμος
σέ συναίσθησι τοῦ λάθους του,
πότε θά ζητήση μέ πόθο
νά βγῆ ἀπό τό σκοτάδι
καί νά ἀντικρύση τό φῶς.
Τότε τό φῶς
δέν πρέπει νά ἔχει σβήσει.
Τό φῶς τῆς ὀρθοδόξου ἀληθείας
πρέπει νά ὑπάρχη τότε ζωντανό,
ἀκτινοβόλο, αἰώνιο, ἀληθινό.
Γιά νά διαλύση
τά σκοτάδια τῶν αἱρέσεων,
τῆς πλάνης, τῆς ἀγνοίας
καί τῆς ἁμαρτίας,
καί νά φωτίση
μέ τίς ζωογόνες ἀκτῖνες του
τά δακρυσμένα πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων
πού μέ μετάνοια θά τό ἀναζητοῦν.
Γιά νά δείχνη
τό μόνο δρόμο τῆς σωτηρίας.
Γιά νά ὁδηγῆ σ’ Αὐτόν
πού εἶναι «τό φῶς τοῦ κόσμου»
καί «ἡ ἐλπίς
πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς
καί τῶν ἐν Θαλάσσῃ μακράν».
Ὅταν ὅλοι οἱ ψευδόχριστοι
καί ψευδομεσσίες
πέσουν ἀπό τά βάθρα τους
καί ἀποδειχθοῦν φαντάσματα,
ἀπάτες καί πλάσματα τῆς δολιότητος,
τῆς κακίας καί φαντασίας
τῶν ψευδοπροφητῶν,
τότε οἱ Ὀρθόδοξοι
πρέπει νά μένουν ὄρθιοι·
καί ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεως
ἀκέραιη καί τελεία.
Τότε,
πολύ περισσότερο τότε,
τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας
θά ἀκουσθῆ «εἰς πᾶσαν τήν γῆν
καί εἰς τά πέρατα τῆς οἰκουμένης»
θά φθάση τό αἰώνιο
καί ἐλπιδοφόρο μήνυμα
ὅτι «οὐκ ἔστιν
ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία·
οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον
ὑπό τόν οὐρανόν
τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις
ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς».
Τόν Ἰησοῦ Χριστό ὀφείλουμε
νά πιστέψουμε ὡς Σωτῆρα
καί Αὐτόν νά προσκυνήσουμε.
Διότι μόνο
διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ,
πού ἐδόθη ἀπό τόν Θεό
μεταξύ τῶν ἀνθρώπων,
μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος
καί ὅλος ὁ κόσμος
νά σωθῆ.
Μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος,
τό ὁποῖο ἀκέραιο διαφυλάττει,
προσκυνεῖ καί λατρεύει
ἡ μία, ἁγία, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία,
πού Αὐτός ἵδρυσε.
Γι’ αὐτό πρέπει
νά μένουμε ἑδραῖοι
καί ἀμετακίνητοι οἱ Ὀρθόδοξοι
στήν ἀλήθεια τῆς πίστεως.
Ὄχι ἀπό ἐγωιστική
καί πείσμονα ὑπεράσπισι
τοῦ δικοῦ μας.
Οὔτε ἀπό ἀντίδρασι
στούς αἱρετικούς
καί πλανεμένους.
Ἀλλά ἀπό ἀγάπη.
Μόνον ἀπό ἀγάπη.
Καί ἀπό πεποίθησι
ὅτι τό δικό μας
ἀνήκει σέ ὅλους.
Καί πρέπει νά τό ἔχουμε
φυλαγμένο καλά,
γιά νά τούς τό προσφέρουμε,
ὅταν θά τό ζητήσουν κάποτε.
Νά μείνουμε τό «λεῖμμα
κατ’ ἐκλογήν χάριτος»,
τό ξεχωρισμένο ὑπόλοιπο τῶν πιστῶν,
σύμφωνα μέ ἐκλογή
πού ὁ Θεός ἔκαμε
κατά χάριν.
Νά εἴμαστε μέσα
στόν παραπαίοντα
καί ἀποίμαντο κόσμο
«τό μικρόν ποίμνιον»,
πού ζῆ κάτω ἀπό τή φροντίδα
καί ἔχει τήν εὔνοια
«τοῦ ποιμένος τῶν προβάτων
τοῦ μεγάλου»,
τοῦ μόνου ἀληθινοῦ
καί Ἁγίου Θεοῦ.
Γιά νά ἀναδειχθοῦμε
καί ἡ «μικρά ζύμη»,
πού ὅμως ἔχει τή δύναμι
νά ζυμώση ὅλο τό φύραμα.
Γιά νά κρατήσουμε τήν ἀλήθεια
πού θά φωτίση ὅλο τόν κόσμο.
Νά μείνουμε Ὀρθόδοξοι.
Ὥστε ὅταν ἔλθη ὁ Χριστός
στόν κόσμο,
νά Τόν ἀναγνωρίσουμε.
Καί Ἐκεῖνος
νά μᾶς ἀνακηρύξη
δικούς Του.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Ὁ γνωστός βυζαντινολόγος
Steven Runsiman
εἶχε πεῖ
ὅτι ὁ 21ος αἰώνας
θά εἶναι ὁ αἰώνας
τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δέν γνωρίζουμε
ἄν ὁ λόγος του
ἀποδειχθῆ ἀληθής.
Ἐμεῖς γνωρίζουμε
ὅτι ἡ κάθε ὥρα
τῆς ζωῆς τοῦ κόσμου
εἶναι ἡ ὥρα τῆς Ὀρθοδοξίας,
ἡ ὥρα πού οἱ καμπάνες
τῆς Ἐκκλησίας κτυποῦν
γιά νά κηρύττουν
τό κήρυγμα τῆς μετανοίας
στά πέρατα τῆς γῆς,
γιά νά διαλαλοῦν
τό μήνυμα τῆς σωτηρίας
σέ κάθε ψυχή,
γιά νά καλοῦν ὅλους μας
στό ἀτέλειωτο πανηγύρι τοῦ Θεοῦ,
στό εὐφρόσυνο δεῖπνο
τῆς Βασιλείας Του.
Μόνο πού τώρα φαίνεται
πώς εἶναι πιό δύσκολο
νά ἀκούσουμε τόν ἦχο τους.
Μέσα στή βοή
τοῦ πολυθόρυβου κόσμου μας
σάν νά πνίγωνται
οἱ ἀφυπνιστικές φωνές τους.
Μήπως τώρα εἶναι ὁ καιρός
πού ὁ οὐρανός
Θά ἐπιβάλη σιγή;
«Ἐγένετο σιγή
ἐν τῷ οὐρανῷ
ὡς ἡμιώριον»,
λέγει ἡ Ἀποκάλυψι.
Σέ μιά κρίσιμη καμπή
τῆς ἱστορίας
ὅλοι οἱ ἀπειροπληθεῖς
κάτοικοι τοῦ οὐρανοῦ,
οἱ ἅγιοι ἄγγελοι
καί τά πνεύματα
τῶν τετελειωμένων ἁγίων,
σάν νά κρατοῦν
μέ ἀγωνία
τήν ἀναπνοή τους
καί περιμένουν
μέ πολλή εὐλάβεια
καί ἐν σιγῇ νά δοῦν
τήν ἑπόμενη φάσι
τοῦ ἀγῶνος τῆς Ἐκκλησίας,
πού Θά εἶναι
καί ἡ πιό ἀποφασιστική.
Μήπως τώρα πρέπει
νά σταθοῦμε γιά λίγο
καί ἐμεῖς ἐν σιγῇ,
νά ἀκούσουμε
τήν ἀγωνία τῆς γῆς,
νά ἀφουγκρασθοῦμε
τούς φόβους
καί τά μυστικά αἰτήματα
τῶν ἀνθρωπίνων καρδιῶν,
νά διακρίνουμε
μέσα στόν παφλασμό
τῶν ἀλλεπαλλήλων κυμάτων
τῶν αἱρέσεων,
τῆς πλάνης
καί τῆς νεοειδωλολατρίας,
τίς κλαγγές
τῶν δαιμονικῶν ὅπλων;
Γιά νά ἀκούσουμε τελικά
καί τίς σάλπιγγες
τῶν ἀγγέλων τοῦ οὐρανοῦ,
πού μᾶς καλοῦν
νά κρατήσουμε γερά τά σχοινιά
καί νά κτυπήσουμε πιό δυνατά
τίς καμπάνες τῆς Ὀρθοδοξίας
σήμερα.
Ἴσως αὔριο
νά εἶναι ἀργά.
Ἴσως σήμερα
«ἐσχάτη ὥρα ἐστί».
Καί στήν ἔσχατη ὥρα
οἱ καρδιές τῶν Ὀρθοδόξων
ἀγρυπνοῦν.
Ἡ μεγάλη μάχη
ἤδη εἰσέρχεται στήν τελική,
στήν πιό κρίσιμη φάσι της.
Καί ὁ ἀγώνας
θά εἶναι φοβερός.
Ὅλα πολύ σύντομα θά γίνουν.
«Ὁ γάρ καιρός ἐγγύς».
Μακάριοι αὐτοί
πού πιστεύουν ἀκράδαντα
στόν αἰώνιο λόγο τοῦ Θεοῦ
καί στή νίκη του.
Ὁ κόσμος ὅλος θά χαθῆ,
καί οἱ λόγοι τοῦ Χριστοῦ
«οὐ μή παρέλθωσιν».
Οἱ πλάνες
καί οἱ αἱρέσεις
Θά σβήσουν,
καί ὁ Χριστός
καί ἡ ἀλήθειά Του
θά μένουν στόν αἰῶνα.
Μέσα ἀπό τίς σελίδες
τῆς Ἀποκαλύψεως
ἔρχεται ἡ ἀδιάψευστη διαβεβαίωσι
τοῦ ἐπικείμενου θριάμβου:
«Καί εἶδον,
καί ἰδού ἵππος λευκός,
καί ὁ καθήμενος ἐπ’ αὐτόν
ἔχων τόξον·
καί ἐδόθη αὐτῷ στέφανος,
καί ἐξῆλθε νικῶν
καί ἵνα νικήσῃ».
Αρχιμανδρίτη Αστερίου Χατζηνικολάου,
«Η Ορθοδοξία στη θύελλα
του σύγχρονου Συγκρητισμού»