ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΑΙ-ΒΑΣΙΛΗ
Τοῦτος ὁ Δεκέμβρης
δὲν ἔλεγε νὰ μερώσει
μιὰ στάλα,
νὰ γλυκάνει
τὸ θυμό του.
Ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ μπῆκε
σκουντούφλης
καὶ παγωμένος,
τυλιγμένος
στὴν κάτασπρη κάπα του.
Βέβαια,
δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι κι ἀλλιῶς,
ἀφοῦ εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ χειμώνα,
μὰ ὅσο καὶ νά ’ναι
καὶ λίγο χαμόγελο
δὲν βλάφτει:
Λίγος ἥλιος,
ἔστω καὶ «μὲ τὰ δόντια»,
κάτι εἶναι κι αὐτός,
γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους,
πιότερο ὅμως
γιὰ τοὺς φτωχούς.
Τίποτα ὅμως.
Πρὶν λιώσει τὸ ἕνα χιόνι,
ἄλλο ἐρχόταν
καὶ κατὰ πῶς πήγαινε
καὶ οἱ χρονιάρες μέρες
θὰ περνοῦσαν
μέσα στὴν παγωνιά,
ποὺ δὲν ζεσταίνει τὴ χαρὰ
καὶ κάνει πιὸ σκληρὴ
τὴ φτώχεια
καὶ τὴν ἀνέχεια.
Κόντευε νὰ βραδιάσει
καὶ τὸ κρύο ἔξω
γινόταν ὅλο καὶ πιὸ δυνατό.
Λιγοστοὶ οἱ διαβάτες
στοὺς δρόμους
τῆς μικρῆς κωμόπολης,
βιάζονται νὰ βρεθοῦν
δίπλα στὸ ἀναμμένο τζάκι
ἢ τὴ σόμπα.
Μέσα στὸ φτωχικὸ δωμάτιο,
ποὺ ἦταν στὴν πάνω ταράτσα
τοῦ μεγάλου παλιοῦ σπιτιοῦ,
εἶναι συγκεντρωμένη
ἡ φτωχὴ οἰκογένεια,
ποὺ χαριστικὰ
τῆς ἔχει παραχωρηθεῖ
σὰν κατοικία.
Ἡ κυρα-Ἀντωνία,
χήρα μάνα,
ἀδύνατη καὶ χλωμή,
σκυμμένη πάνω στὴ ραπτομηχανή της
δὲν στέκεται οὔτε λεπτό.
Τὰ πόδια ἀσταμάτητα
δουλεύουν τὸ πεντὰλ
καὶ τὸ μονότονο τραγούδι
τῆς ραπτομηχανῆς
εἶναι τὸ μόνο τραγούδι
στὴ φτωχικὴ αὐτὴ σοφίτα.
Καὶ καλὰ ποὺ ὑπάρχει κι αὐτό,
γιατὶ μόνο ἔτσι
μπαίνει κατσαρόλα στὴ φωτιά.
Ἡ κυρα-Ἀντωνία
παίρνει ἀπὸ ἐργοστάσιο
μικρὰ φορεματάκια
καὶ τὰ γαζώνει.
Κι αὐτὰ ἐδῶ
βιάζεται νὰ τὰ τελειώσει
τὸ γρηγορότερο,
γιὰ νὰ τὰ παραδώσει,
μέρες ποὺ εἶναι.
Παραμονὲς Πρωτοχρονιᾶς
τὸ ἐργοστάσιο χρειάζεται
αὐτὰ τὰ «ἕτοιμα»
κι ἡ οἰκογένεια χρειάζεται
τὰ λιγοστά, ἔστω, χρήματα.
Ἀπ’ αὐτὰ τὰ λεφτουδάκια
περιμένει ἡ φτωχὴ γυναίκα
νὰ φέρει βόλτα
τὰ ἔξοδα τοῦ σπιτιοῦ.
Κοντά της κάθονται
τὰ δυὸ ὀρφανά της,
ἡ Φρόσω,
πού ’ναι πέντε χρονῶν
κι ὁ Πετράκης
πού ’ναι
δυὸ χρόνια μεγαλύτερος,
ποὺ φέτος
ἔχει «πετάξει» μπόι,
σὰν νά ’ναι δέκα χρονῶν.
Αὐτὴ τὴν ἑσπερινὴ ὥρα
δὲν παίζουν
μὲ τ’ αὐτοσχέδια παιχνίδια τους,
ποὺ δὲν ἔχουν
καὶ κανένα ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον:
Ἕνα αὐτοκίνητο
μὲ δυὸ μόνο ρόδες,
ἕνας χάλκινος μύλος,
μπουκάλια καὶ κονσερβοκούτια
πολύχρωμα,
μιὰ πάνινη κούκλα
ξεχαρβαλωμένη.
Εἶναι καθισμένα
κοντὰ στὴ θερμάστρα,
ποὺ μόλις καίει
καὶ παρακολουθοῦν σιωπηλὰ
τὴ μητέρα,
καθὼς μ’ ἐπιδέξιες κινήσεις
κατευθύνει
τ’ ἀνοιχτόχρωμο ὕφασμα
κάτω ἀπὸ τὴ βελόνα
τῆς μηχανῆς.
Φαίνονται καὶ τὰ δυὸ
κάπως συλλογισμένα
καὶ μελαγχολικὰ.
Σίγουρα κάποια σκέψη
πρέπει νὰ τὰ βασανίζει
καὶ νὰ τὰ ἀπασχολεῖ.
Κάποια στιγμὴ
ἡ Φροσούλα βγάζει ἔξω
τὸ πρόβλημα,
ποὺ μέρες τώρα
τριβελίζει
τὸ μικρό της μυαλουδάκι:
-Ἄραγε
ἀπὸ ποιό δρόμο
Θὰ ἔρθει;
Ρωτάει μὲ περιέργεια
καὶ ὕφος σοβαρό.
Ἡ μητέρα
παραξενεύτηκε πολὺ
μὲ τὴν ἀπρόσμενη ἐρώτηση
τοῦ κοριτσιοῦ.
Σταμάτησε γιὰ μιὰ στιγμὴ
τὴ ραπτομηχανή της,
πῆρε ἀπὸ τὸ καλάθι
δίπλα της
ἕνα νέο φορεματάκι,
κοίταξε τὴ Φροσούλα,
ποὺ περίμενε ὁπωσδήποτε
μιὰ ἀπάντηση
καὶ ρώτησε
μὲ τὴ σειρά της:
-Γιὰ ποιόν ρωτᾶς
ἀπὸ ποῦ θὰ ἔρθει,
Φροσάκι.
Ἐγὼ δὲν περιμένω
νὰ μᾶς ἔρθει κανένας.
-Πῶς δὲν περιμένεις, μαμά,
ἔκανε τὸ κοριτσάκι
μ’ ἀπορία.
Ξέχασες, καλέ,
ὅτι περιμένουμε
σήμερα-αὔριο
τὸν παπποὺ Ἁι-Βασίλη
νὰ μᾶς φέρει
τὰ δῶρα μας.
Τζάκι δὲν ἔχουμε
νὰ κατέβει
ἀπὸ τὴν καμινάδα.
Γι’ αὐτὸ ρωτάω.
Λὲς νά ’ρθει
ἀπὸ τὸ τζάκι
του μπαρμπα-Νικόλα
ἢ ἀπὸ τὴν καμινάδα
δίπλα στὸ φουρνάρικο;
-Αὐτὸ
δὲν μπορεῖ
νὰ γίνει,
ἔκανε
μὲ σοβαρότητα
ὁ Πέτρος.
Μέσα στὰ μαγαζιὰ
τί πάει νὰ κάνει
ὁ Ἁι-Βασίλης;
-Γιατί;
-Γιατὶ τὰ βράδια
τὰ μαγαζιὰ κλείνουνε
κι ὅλοι πᾶνε
στὰ σπίτια τους.
Κι ὕστερα...
Ἄκου ἐκεῖ
σὲ ξένο τζάκι
τὰ δικά μας δῶρα;
Πῶς τὸ σκέφτηκες;
Ἡ κυρα-Ἀντωνία ἔνιωσε
νὰ σφίγγεται ἡ καρδιά της
μὲ τὸ σύντομο αὐτὸ διάλογο
τῶν παιδιῶν της.
Κάλιο νὰ μαλώνανε
παρὰ νὰ ἔχουν
τέτοιες προσδοκίες.
Τὰ προηγούμενα χρόνια
εἶχε καταφέρει
τὴν πρωτοχρονιὰ
νὰ πάρει δῶρα
γιὰ τὰ παιδιά της,
αὐτὰ τὰ ἀνάπηρα,
μὲ τὰ ὁποῖα
ἀκόμα παίζουν.
Τώρα ὅμως
τὰ πράγματα εἶναι
ὅλο καὶ πιὸ δύσκολα.
Δουλεύει ὅλη μέρα,
σκυμμὲνη στὴ μηχανή,
καὶ μόλις ποὺ κατορθώνει
νὰ ἐξοικονομεῖ λεφτὰ
γιὰ τ’ ἀπαραίτητα ἔξοδα
τοῦ σπιτιοῦ.
Δὲν περισσεύουν χρήματα
γιὰ δῶρα.
Ἀλλὰ πῶς νὰ πεῖ
τέτοιο πράγμα
στὰ παιδάκια της;
Καταλαβαίνει πολὺ καλά,
ὅτι αὐτὸ
θὰ τὰ λυπήσει πολύ.
Διστάζει
νὰ τοὺς πεῖ
τὴν ἀλήθεια.
Τί νὰ πεῖς
σὲ δυὸ παιδιά,
ποὺ περιμένουν
μὲ τόση λαχτάρα
ἕνα παιχνιδάκι,
ποὺ θὰ δώσει χαρὰ
στὴ στερημένη τους ζωή;
Πρέπει ὅμως
κάτι νὰ πεῖ,
ποὺ κι αὐτὴ
θὰ τὴν βγάλει
ἀπὸ τὴ δύσκολη Θέση
καὶ τὰ παιδιά της
θὰ ἱκανοποιήσει:
-Ὁ παπποὺς Ἁι-Βασίλης
δὲν νομίζω,
πὼς θὰ μπορέσει
νὰ ἔρθει φέτος,
παιδιά μου...
Δὲν θὰ μπορέσει
νὰ ἔρθει,
ὅπως τὶς ἄλλες χρονιές...
-Μὰ γιατί, μαμά;
Δὲν ἤμασταν μήπως
καλὰ παιδιά;
Ρώτησαν
μ’ ἕνα στόμα
τὰ δυὸ παιδιά.
Γιατί νὰ μὴν ἒρθει;
-Γιατὶ... γιατί,
ἄκουσα
πὼς εἶναι ἄρρωστος.
-Ἄρρωστος;
Ὁ παπποὺς Ἁι-Βασίλης
ἄρρωστος;
Πῶς ἔγινε αὐτό;
-Φαίνεται πὼς κρύωσε.
Δύσκολο εἶναι
μὲ τέτοιο καιρό;
-Ὥστε,
δὲν θά ’ρθει
νὰ μᾶς βάλει
στὰ παπούτσια
τὰ δῶρα μας.
-Κάπως δύσκολο.
Μάλλον ὄχι.
-Τί μᾶς ἔκανε
αὐτὸς ὁ Δεκέμβρης...
-Μᾶς ἀρρώστησε
τὸν Ἁι-Βασίλη μας.
Καὶ τὰ λόγια
στάζαν θλίψη
ἀπ’ τὰ παιδικὰ χείλη.
Ἡ μητέρα
δὲν ἀπαντοῦσε.
Οἱ λέξεις
λὲς κι εἶχαν σκαλώσει
στὸ στεγνωμένο της λάρυγγα.
Ἔριξε μιὰ βιαστικὴ ματιὰ
στὰ λυπημένα πρόσωπα
τῶν παιδιῶν της
καὶ ξανάσκυψε
πάνω στὴ μηχανή της,
γιὰ νὰ κρύψει
τὴ λύπη της
καὶ κάποιο δάκρυ.
-Τί νὰ κάνουμε,
προσπάθησε
νὰ παρηγορήσει
τὴν κατάσταση
ἡ Φρόσω.
Ἐγώ,
ἂν μοῦ δώσεις
τὸ κόκκινο φουστανάκι,
ποὺ γάζωσες προηγουμένως,
δὲν θέλω παιχνίδι.
-Τὸ κόκκινο κιόλας!
Μισοχαμογέλασε ἡ μάνα.
-Εἶναι τὸ πιὸ ὄμορφο.
Δὲν εἶναι;
-Εἶναι ὅμως
ἀπὸ βελοῦδο,
Φροσάκι.
- Ἐμένα δὲν μὲ πειράζει.
Ἂς εἶναι
κι ἀπὸ βελοῦδο.
Φτάνει
ποὺ εἶναι κόκκινο
καὶ ἔχει
χρυσὰ κουμπιά.
-Ὅμως αὐτὸ
δὲν εἶναι δικό μας.
Πρέπει νὰ τὸ πάω
στὸ ἐργοστάσιο.
-Καὶ στὸ ἐργοστάσιο
δὲν τὸ ἔχουν
γιὰ πούλημα;
-Βέβαια,
γιὰ πούλημα
τὸ ἔχουν.
-Ἔ, θὰ τὸ ἀγοράσουμε ἐμεῖς.
Δὲν μποροῦμε;
Ἐδῶ δυσκόλευαν
τὰ πράγματα.
Ὅμως βρέθηκε
μιὰ ἀπάντηση:
-Μποροῦμε...
Πρέπει ὅμως πρῶτα
νὰ τὰ πάω
στὸ ἐργοστάσιο.
Ἐκεῖ ὅμως,
δὲν ἀποκλείεται,
νὰ ἔχει προλάβει
κάποιος ἄλλος
καὶ νὰ τὸ ἔχει παραγγείλει
πρὶν ἀπὸ μᾶς.
Κι ἀπ’ ὅ,τι ξέρω,
κάπως ἔτσι
γίνονται τὰ πράγματα.
Ἡ κυρα-Ἀντωνία,
μόλις τέλειωσε
καὶ τὸ τελευταῖο παιδικὸ φόρεμα,
σηκώθηκε γρήγορα,
τίναξε τὰ χνούδια
ἀπὸ πάνω της,
μάζεψε ὅλα τὰ φορέματα,
τὰ ἔκανε ὅλα
ἕνα μεγάλο δέμα,
τὰ ἔβαλε
κάτω ἀπ’ τὴ μασχάλη της
κι ἄνοιξε τὴν πόρτα.
-Πάω νὰ παραδώσω
αὐτὰ τὰ φορέματα
στὸ ἐργοστάσιο.
Ὥσπου νὰ γυρίσω
θέλω νὰ εἶστε
φρόνιμα.
Στὸ κάτω πάτωμα
εἶναι ἄρρωστη
ἡ κυρία Νεφέλη.
-Μὴν ἀργήσεις, μαμά.
-Δὲν θ’ ἀργήσω.
Ἀλλὰ κι ἂν ἀργήσω λίγο,
μὴ πάρετε τοὺς δρόμους.
Βγῆκε ἔξω,
τυλιγμένη
στὸ μαῦρο της σάλι,
ἔκλεισε βιαστικὰ
τὴν πόρτα
καὶ κατέβηκε
τὴ στριφτὴ σκάλα
κλαίγοντας.
Τὰ δυὸ παιδιὰ κάθισαν
κοντὰ στὴ μισοσβησμένη σόμπα,
ἀμίλητα καὶ λυπημένα.
Ὁ νοῦς τους ἦταν
στὸν Ἁι-Βασίλη
καὶ στὴν ἀρρώστια,
ποὺ γιὰ τόσα παιδιὰ
ἦταν τόσο ἀπρόσμενη
καὶ δυσάρεστη,
ἀφοῦ τόσα παιδιὰ
θὰ ἔμεναν
χωρὶς παιχνίδια.
Πόσο θὰ ἤθελαν
νὰ γινόταν καλά,
γιὰ νὰ μοιράσει δῶρα
κι ἐφὲτος
στὰ παιδιὰ
ποὺ τὰ περίμεναν.
Κι ὁ Πέτρος
νὰ ποὺ θυμήθηκε κάτι.
-Ὁ Χριστὸς ἔκανε καλὰ
ὅλους τοὺς ἀρρώστους,
ὅταν τὸν παρακαλοῦσαν.
Ἔτσι μᾶς εἶπε
ἡ δασκάλα μας στὸ σχολεῖο
τὶς προάλλες.
-Ναί, τὸ ξέρω,
εἶπε ἡ Φρόσω.
Ἀλλὰ τώρα
δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ Χριστός,
γιὰ νὰ κάνει καλὰ
τοὺς ἀρρώστους...
Κι ὕστερα
ποῦ νὰ βρεῖς
τὸν Ἁι-Βασίλη.
Μιὰ ἐδῶ,
μιὰ ἐκεῖ...
-Ὅμως ὁ Χριστὸς
ἔχει τώρα
τοὺς γιατρούς,
ἀπάντησε ὁ Πέτρος
μὲ ὕφος σοβαρό,
σὰν νὰ ἦταν μεγάλος.
Φωτίζει ὁ Χριστὸς
τοὺς γιατροὺς
κι αὐτοὶ τοὺς κάνουν καλὰ
τοὺς ἀρρώστους.
Οἱ γιατροὶ ξέρουν
ἀπὸ ἀρρώστιες
καὶ φάρμακα.
-Καὶ τί καθόμαστε;
Δὲν πᾶμε νὰ βροῦμε
κανένα γιατρό;
Αὐτὸς θὰ ξέρει
ποῦ κάθεται ὁ παπποὺς Ἁι-Βασίλης
καὶ θὰ μπορεῖ
νὰ τὸν κάνει καλά,
γιὰ νὰ μᾶς φέρει
τὰ δῶρα μας.
Ἔλα, Πετράκη,
πᾶμε γρήγορα...
-Ἡ μητέρα, ὅμως,
εἶπε νὰ μὴ βγοῦμε
στὸ δρόμο.
-Ὅμως κι ἡ μαμὰ
ἦταν λυπημένη,
ποὺ ὁ Ἁι-Βασίλης
εἶναι ἄρρωστος.
Δὲν τὴν εἶδες
ποὺ ἔκλαιγε;
Ἐγὼ τὴν εἶδα.
Θὰ χαρεῖ, λοιπόν,
ἂν βγοῦμε
νὰ βροῦμε
τὸ γιατρό.
-Δὲν νομίζω,
ὅτι θὰ χαρεῖ...
-Χάνουμε ὥρα, Πέτρο.
Ὅπου νά ’ναι
γυρίζει ἡ μαμά.
-Χωρὶς νὰ χάσουν καιρὸ
τὰ δυὸ παιδιά,
κατέβηκαν
τὴ σκοτεινὴ σκάλα.
Ἡ ἰδέα, ὅτι πηγαίνανε
νὰ κάνουν μιὰ καλὴ πράξη,
τοὺς ἔδινε φτερά.
Πέρασαν ἔξω
ἀπὸ ἄλλα δωμάτια,
ὅπου κατοικοῦσαν
διάφορες οἰκογένειες
καὶ βγῆκαν
στὸ δρόμο
τρέχοντας.
Ἔπρεπε νὰ προλάβουν,
πρὶν γυρίσει ἡ μάνα.
Δὲν ἤθελαν
μὲ κανένα τρόπο
νὰ τὴν κάνουν
ν’ ἀνησυχήσει.
Ἡ Φρόσω κι ὁ Πετράκης
ἤξεραν,
ὅτι κάπου ἐκεῖ
σ’ ἕνα γειτονικὸ δρόμο,
δίπλα στὸ φαρμακεῖο,
ἦταν τὸ σπίτι
ἑνὸς γιατροῦ.
Ἐπειδὴ ὅμως
εἶχε σκοτεινιάσει,
ἔκαναν λάΘος
καὶ πῆραν ἄλλο δρόμο.
Προχώρησαν ἀρκετά,
χωρὶς νὰ ξέρουν
ποῦ πηγαίνουν.
Κατάλαβαν,
ὅτι εἶχαν κάνει λάθος.
Βλέπουν
σὲ μιὰ στιγμὴ
νὰ περνάει
δίπλα τους
μιὰ κυρία,
ποὺ κρατοῦσε
στὸ χέρι
ἕνα καλάθι,
μὲ διάφορα ψώνια
καὶ δῶρα ἁγιο-βασιλιάτικα.
-Ἂς τὴ ρωτήσουμε
πρότεινε ἡ Φρόσω.
Αὐτὴ θὰ ξέρει,
ποῦ κάθεται ὁ γιατρός.
Σίγουρα εἶναι μαμὰ
κι οἱ μαμάδες
ὅλα τὰ ξέρουν.
Ἡ κυρία ἔνιωσε
νὰ τὴν ἀγγίζει
ἕνα μικρὸ χεράκι
καὶ μιὰ φωνίτσα
νὰ τὴ ρωτάει.
-Σὲ παρακαλοῦμε, κυρία,
ποῦ κάθεται
σ’ αὐτὸ τὸ δρόμο
ὁ γιατρός;
Εἶναι κάτι
πολὺ βιαστικό,
ποὺ τὸν θέλουμε.
-Ὁ γιατρός;
Ποιό γιατρὸ θέλεις;
-Ὅποιον νά ’ναι.
Νὰ ξέρει ἀπὸ ἀρρώστιες...
-Ἔχετε στὸ σπίτι ἄρρωστο;
Μήπως δὲν μπορεῖ ἡ μαμά σας;
-Ὄχι, κυρία,
δὲν εἶναι ἄρρωστη
ἡ μαμά μας.
Αὐτὴ εἶναι καλά.
Ἀλλὰ εἶναι ἄρρωστος
ὁ καϋμένος ὁ παππούς,
ὁ Ἁι-Βασίλης.
Δὲν τὸ μάΘατε ἐσεῖς;
-Ὄχι. Δὲν καταλαβαίνω...
τί θέλετε;
-Γιατρὸ θέλουμε,
αὐτό.
-Βλέπετε
ἐκείνη τὴν κόκκινη ἐπιγραφὴ
ποὺ ἀναβοσβήνει;
Δίπλα εἶναι
τὸ σπίτι τοῦ γιατροῦ.
Εἶναι καλὸς γιατρός.
Δὲν ξέρω, ὅμως,
ἂν μπορεῖ
νὰ κάνει καλὰ
τὸν Ἁι-Βασίλη...
-Γιατί νὰ μὴν μπορεῖ;
ἀπόρησε ἡ Φρόσω.
-Ἂς τὸ ἐλπίσουμε,
εἶπε ἡ κυρία
κι ἔβαλε
στὰ χέρια
τῶν παιδιῶν
ἀπὸ ἕνα μεγάλο μῆλο
ποὺ πῆρε
ἀπ’ τὸ καλάθι της.
-Μά!... Σᾶς εὐχαριστοῦμε...
Δὲν εἶναι σωστό...
Εἶπαν ἐκεῖνα.
-Εἶναι γιὰ τὸν Ἁι-Βασίλη.
Χαιρετίσματα ἀπὸ μένα
καὶ περαστικά!
εἶπε κι ἔφυγε.
Νὰ ποὺ τώρα
εἶχαν καὶ δῶρα
γιὰ τὸν ἄρρωστό τους!
-Κάνουν καλὸ τὰ μῆλα
στὶς ἀρρώστιες;
Ρώτησε ἡ Φρόσω.
-Δὲν ξέρω.
Κάνουν καλὸ
στὴν πεῖνα.
Ἂς βιαστοῦμε ὅμως
γιὰ τὸ σπίτι
τοῦ γιατροῦ.
Αὐτὸς θὰ ξέρει
καὶ γιὰ τὰ μῆλα.
Ἔλα!
Καὶ τράβηξε ὁ Πέτρος
τὴν ἀδερφούλα
σ’ ἕνα τρεχαλητό!
-Μὴ μὲ τραβᾶς!
Μοῦ ’πεσαν τὰ μῆλα!
Στάσου, Πέτρο.
-Δὲν εἴπαμε
νὰ βιαστοῦμε;
Πρέπει νὰ τελειώσουμε
τὴ δουλειά...
-...πρὶν γυρίσει ἡ μαμά.
Αὐτὸ τὸ θυμᾶμαι.
-Νὰ ἡ κόκκινη ἐπιγραφή...
-Κι αὐτὸ πρέπει νά ’ναι
τὸ σπίτι τοῦ γιατροῦ,
ὅπως μᾶς εἶπε ἡ καλὴ κυρία.
-Αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι.
Ἔξω στὴν πόρτα
μιὰ μπρούτζινη ἐπιγραφὴ
ἔγραφε ἕνα ὄνομα
κι ἀπὸ κάτω
τὴ λέξη:
ΠΑΙΔΙΑΤΡΟΣ.
Τὰ δυὸ παιδιὰ
κοιτάχτηκαν.
-Εἶναι παιδίατρος,
εἶπε ὁ Πέτρος.
-Καὶ τί πειράζει;
Ρώτησε ἡ Φροσούλα.
-Ὁ Ἁι-Βασίλης
δὲν εἶναι παιδὶ
καὶ σίγουρα
ἡ ἀρρώστια του
δὲν εἶναι παιδική...
-Ποῦ τὸ ξέρεις;
Μπορεῖ νὰ εἶναι παιδική.
Μὲ τόσα παιδιὰ
ποὺ ἐπισκέπτεται,
κάποιο παιδάκι ἄρρωστο
μπορεῖ νὰ τοῦ κόλλησε
τὴν ἀρρώστια του.
-Ναί, βέβαια...
-Ἅμα μάλιστα τὸ φίλησε...
Ὅμως
τὰ ἐπιχειρήματα
τῆς Φρόσως
δὲν ἔσωζαν φαίνεται
τὴν κατάσταση.
Τὰ δυὸ παιδιὰ
κοίταζαν τὴν ταμπέλα
καὶ στέκονταν
ἀναποφάσιστα.
-Τότε ἂς χτυπήσουμε
τὸ κουδούνι.
-Ἐσύ,
ποὺ εἶσαι πιὸ ψηλὸς.
-Ἐσύ,
ποὺ εἶσαι πιὸ σίγουρη
γιὰ τὸ γιατρό.
-Δὲν φτάνω τὸ κουδούνι.
-Θὰ σὲ σηκώσω στὰ χέρια.
Ἐπιτέλους,
ἦταν κι αὐτὸ μιὰ λύση
κι ἡ Φρόσω
κατάφερε νὰ πιέσει
μὲ τὸ δαχτυλάκι της
τὸ κουμπὶ τοῦ κουδουνιοῦ
καὶ μέσα στὸ σπίτι
ἀντήχησε δυνατὸ
τὸ κουδούνισμα.
Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα.
Καὶ τότε ἡ πόρτα ἄνοιξε
κι ἕνας κύριος καλοντυμένος,
μὲ μάτια χαμογελαστὰ
πίσω ἀπὸ τὰ χρυσὰ γυαλιά του,
βρέθηκε μπροστὰ στὰ δυὸ παιδιά,
ποὺ ἀπόμειναν
μ’ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα.
-Τί θέλουν
τὰ καλὰ παιδιά;
-Θέλετε νὰ πεῖτε
τὰ κάλαντα;
Ἀπὸ ἀπόψε;
-Ὄχι, κύριε...
-Θέλατε νὰ παίξετε
μὲ τὸ κουδούνι;
-Ποτὲ δὲν κάνουμε
κάτι τέτοιο.
Ἡ δασκάλα μᾶς ἔχει πεῖ,
ὅτι αὐτὸ εἶναι
πολὺ ἄσχημο παιχνίδι.
-Συμφωνῶ
μὲ τὴ δασκάλα σας.
Τότε κάτι ἄλλο,
πιὸ σοβαρὸ
Θὰ σᾶς ἔκανε
νὰ χτυπήσετε
τὸ κουδούνι.
Τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου
ἔδειχνε πολὺ καλοσυνάτο
καὶ κοίταζε τὰ παιδιὰ
πολὺ φιλικά.
Γι’ αὐτὸ κι ἡ Φρόσω,
ἂν καὶ πιὸ μικρή,
πῆρε τὸ θάρρος
νὰ μιλήσει πρώτη:
-Δὲν εἴμαστε
κακὰ παιδιά,
κύριε...
-Μὰ αὐτὸ τὸ βλέπω...
-Οὔτε λάθος κάναμε
στὴν πόρτα.
Γιατρὸ ζητᾶμε.
Μᾶς εἶπαν,
ὅτι μένει ἐδῶ.
-Ἐδῶ μένει
καὶ εἶναι μπροστά σας.
Ποιός σᾶς ἔστειλε;
-Κανεὶς δὲν μᾶς ἔστειλε.
Μόνοι μας ἤρθαμε,
ἀπάντησε πάλι ἡ Φρόσω
ξεθαρρεμένη
κι ἔριξε μιὰ ματιὰ
στὸν ἀδελφό της,
σὰν νὰ τοῦ ’λεγε:
«Ἄσε με τώρα
νὰ τὰ βγάλῳ πέρα».
-Ὥστε μόνοι σας...
Καὶ τί σᾶς συμβαίνει,
ποὺ χρειάζεστε γιατρό;
Μήπως ἡ κούκλα σου...
-Ποιά κούκλα, κύριε.
Ποιός λογαριάζει τὶς κοῦκλες.
Ὁ παπποὺς ὁ Ἁι-Βασίλης
ἐφέτος εἶναι ἄρρωστος βαριά...
-...καὶ δὲν Θὰ μπορέσει
νά ’ρΘει
νὰ μᾶς φέρει
τὰ δῶρα μας,
συμπλήρωσε ὁ Πέτρος.
Ξέρουμε ὅμως
ἀπὸ τὸ σχολεῖο,
ἐγὼ βέβαια
δὲν πάω ἀκόμη σχολεῖο,
ὅμως τὸ ξέρω
ἀπὸ τὸν ἀδερφό μου,
ὅτι ὁ Χριστός,
τότε ποὺ ἤτανε στὴ γῆ,
ἔκανε καλὰ τοὺς ἀρρώστους.
Ἀλλὰ τώρα
ποὺ εἶναι
στὸν οὐρανό,
ἔχει ἐσᾶς τοὺς γιατρούς,
γιὰ νὰ κάνετε
αὐτὸ τὸ μεγάλο καλό.
-Ὥστε ἔτσι;
Κι ἕνα χαμόγελο στόλισε
τὸ σοβαρὸ πρόσωπο
τοῦ γιατροῦ.
-Καὶ γι’ αὐτὸ
ἤρθαμε νὰ σᾶς ποῦμε,
ἐπειδὴ σίγουρα
Θὰ ξέρετε ποῦ μένει
ὁ παπποὺς ὁ Ἁι-Βασίλης,
ὅτι Θέλουμε
νὰ τὸν κάνετε γρήγορα καλά...
-...γιὰ νὰ προκάνει
αὐτὴ τὴ νύχτα
στὸ σπίτι μας
καὶ νὰ μᾶς φέρει
τὰ δῶρα μας...
Στὰ τελευταῖα λόγια τοῦ Πετράκη,
τὰ ματάκια τῆς Φρόσως
εἶχαν γεμίσει δάκρυα
καὶ ἱκετευτικὰ εἶχαν καρφωΘεῖ
πάνω στὸ καλοσυνάτο πρόσωπο
τοῦ γιατροῦ.
Ὁ γιατρός,
κι αὐτὸς συγκινήθηκε
στὰ λόγια αὐτὰ
καὶ δάκρυσε τώρα κι αὐτὸς
μὲ τὴ σειρά του.
Τέτοιο «περιστατικὸ»
καὶ τέτοιος ἀσθενὴς
πρώτη φορὰ τοῦ παρουσιαζόταν,
20 χρόνια τώρα γιατρός.
-Καὶ ποῦ εἶναι
τὸ σπίτι σας;
Ρώτησε τὸν Πέτρο,
σὰν πιὸ μεγάλο.
-Δὲν εἶναι στὸ σπίτι μας
ὁ Ἁι-Βασίλης ἄρρωστος...
-Τὸ ξέρω,
μὰ θέλω τὴ διεύθυνσή σας,
γιὰ νὰ σᾶς φέρω τὰ νέα
ἀπὸ τὸν Ἁι-Βασίλη.
-Μένουμε Πίνδου 17.
Βλέπετε ἐκεῖνο τὸ μανάβικο
στὴ γωνία;
Ὁ διπλανὸς δρόμος
εἶναι Πίνδου.
-Ἔ, μὰ τότε,
ἀφοῦ εἶναι τόσο κοντὰ
κι ἐπειδὴ
πρόκειται νὰ περάσω
ἀπὸ τὸ δρόμο σας
καὶ δὲν πρέπει
νὰ γυρίζετε μόνοι σας
τὴ νύχτα στοὺς δρόμους,
ἐλᾶτε νὰ πᾶμε
ἕως ἐκεῖ μαζί,
γιὰ νὰ καθησυχάσουμε
καὶ τὴ μητέρα σας.
-Ἡ μητέρα μας
λείπει ἀπὸ τὸ σπίτι.
-Ἕνας λόγος παραπάνω.
Τὰ δυὸ παιδιὰ
ἀκολούθησαν τὸ γιατρὸ
μὲ τὴν ἱκανοποίηση,
ὅτι τέλειωσαν τὴ δουλειά τους
μὲ τὸν καλύτερο τρόπο.
Εἶχαν τώρα πολλὲς ἐλπίδες,
ὅτι κάτι θὰ γινόταν
γιὰ τὸν ἄρρωστο,
τὸν καϋμένο τὸν παπποὺ
τὸν Ἁι-Βασίλη.
Κάτι τοὺς ἔλεγε,
ὅτι τὸν ἐμπιστεύτηκαν
σὲ καλὰ χέρια.
Σὲ λίγο φτάσανε
μπροστὰ στὸ σπίτι τους.
Δὲν ἦταν δὰ καὶ μακριά.
Στὰ νιάτα του
πρέπει νὰ ἦταν
ἕνα ἀρχοντόσπιτο.
Τώρα ὅμως
ἔδειχνε παραμελημένο
ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτῆτες
καὶ ταλαιπωρημένο
ἀπὸ τὸ χρόνο.
-Ἐδῶ λοιπόν, μένετε...
-Ἐδῶ,
ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀνεβεῖτε
ὅλη τὴ σκάλα
καὶ νὰ φτάσετε
ὣς τὴν ταράτσα.
-Καλὰ.
Τώρα καληνύχτα
καὶ νὰ μείνετε ἥσυχοι.
Θὰ κάνω ὅ,τι μπορῶ
γιὰ τὸν ἄρρωστο.
Καὶ πάλι,
ἂν δὲν μπορέσει
ὁ παπποὺς Ἁι-Βασίλης
νὰ ἔρθει μόνος του,
πιστεύω νὰ στείλει
κανένα ἄλλον
ἐκ μέρους του,
γιὰ νὰ ἐπισκεφτεῖ
τὸ σπίτι σας...
-Θὰ προτιμούσαμε
νὰ ἔρθει ὁ ἴδιος,
εἶπε ἡ Φρόσω,
ποὺ εἶχε πάρει
τὴν ὑπόθεση
στὰ χέρια της.
-Τὸ ξέρω,
ὅτι θὰ προτιμούσατε,
μὰ ἐμεῖς οἱ γιατροὶ
εἴμαστε λίγο αὐστηροί.
Ἀρρώστια εἶναι αὐτή,
δὲν εἶναι «παῖξε-γέλασε».
-Ἔχετε δίκιο,
συμφώνησε ὁ Πέτρος.
-Πάντως εἶμαι σίγουρος,
ὅτι ὅλα θὰ τακτοποιηθοῦν
μιὰ χαρά.
Εἶχαν ἀνοίξει τὴν πόρτα,
ὅταν ἡ Φρόσω φάνηκε
νὰ θυμήθηκε κάτι:
-Κύριε γιατρέ,
νὰ σᾶς ζητήσω μιὰ χάρη;
-Τὴν ἀκούω.
-Μιὰ κυρία
μᾶς ἔδωσε δυὸ μῆλα
γιὰ τὸν Ἁι-Βασίλη,
ἔτσι γιὰ τὰ περαστικά.
Μὰ καθὼς τρέχαμε,
τὰ χάσαμε
καὶ δὲν εἶναι σωστὸ
νὰ μὴ πάει τὸ φίλεμα
ἐκεῖ ποὺ πρέπει.
Δὲν ἔχουμε καὶ τίποτα
στὸ σπίτι,
γιὰ νὰ σᾶς δώσω.
-Μεῖνε ἥσυχη.
Δυὸ μῆλα
στὸν Ἁι-Βασίλη.
Αὐτὸ δὲν θέλεις;
-Αὐτὸ.
Τώρα ξαλάφρωσα!
Εἶστε πολὺ καλὸς γιατρός.
-Αὐτὸ Θὰ τὸ δοῦμε...
Τὰ δυὸ παιδιὰ
ἀνέβηκαν δυὸ-δυὸ
τὰ σκαλιὰ
τῆς στριφτῆς ξύλινης σκάλας.
Λέτε νὰ τραγούδαγε
καὶ νά ’παιρνε κι αὐτὴ μερίδιο
ἀπ’ τὴ χαρὰ τῶν παιδιῶν;
Ποιός ξέρει
τί γίνεται κανεὶς
μὲ τὶς σκάλες!
Στὸ μεταξὺ
ἡ μητέρα τους
εἶχε γυρίσει
καὶ ἀνησύχησε πολύ,
ὅταν εἶδε,
ὅτι ἔλειπαν
καὶ τὰ δυὸ παιδιά.
«Καὶ τοὺς εἶπα
νὰ μὴ βγοῦν ἔξω»
μονολόγησε ἀνήσυχη,
ρίχνοντας μιὰ ματιὰ
ἀπ’ τὸ παράθυρο.
Στὴν ἀρχὴ ὑπόθεσε,
ὅτι ἴσως νὰ εἶχαν κατεβεῖ
στὸ γειτονικὸ σπίτι,
γιὰ νὰ παίξουν
μὲ τὰ συνομήλικα παιδιὰ
τῆς γειτόνισσας,
ὅπως ἔκαναν
καὶ ἄλλες φορές.
Ἄνοιξε λοιπὸν
τὸ παράθυρο
πρὸς τὸ δρόμο
καὶ φώναξε
τὴ γειτόνισσα:
-Μαρία,
εἶναι αὐτοῦ τὰ παιδιά;
-Δὲν φάνηκαν κατὰ δῶθε.
Πρὶν ἀπὸ ὥρα
τὰ πῆρε τὸ μάτι μου
νὰ περνοῦν
τὸ δημόσιο δρόμο.
Ἡ πληροφορία,
ἀντὶ νὰ καΘησυχάσει,
ἀνησύχησε τὴν κυρα-Ἀντωνία.
Τί ἤθελαν
πέρα ἀπὸ τὸ δημόσιο δρόμο
καὶ γιατί,
μετὰ ἀπὸ τόση ὥρα,
δὲν γύρισαν ἀκόμη;
Ὅλο καὶ πιὸ ἀνήσυχη
γιὰ τὴν ἐξαφάνιση
τῶν παιδιῶν,
ἡ χήρα γυναίκα
ἀποφάσισε νὰ βγεῖ
ἀπ’ τὸ σπίτι
καὶ νὰ τρέξει
νὰ δεῖ
τί ἔγιναν.
Μόλις ὅμως
ἄνοιξε τὴν πόρτα,
βρέθηκε μπροστὰ
στὰ δυὸ παιδιά της,
ποὺ ἔλαμπαν ἀπὸ χαρὰ
κι ἔπεσαν στὴν ἀγκαλιά της.
-Μανούλα μου!
Ποῦ νὰ σοῦ τὰ λέμε:
Πήγαμε στὸ γιατρό.
-Εἶναι καλὸς ἄνθρωπος καί...
καὶ ξέρει ποῦ κάθεται
ὁ παπποὺς ὁ Ἁι-Βασίλης.
-Εἶπε,
ὅτι θὰ πάει
νὰ τὸν κάνει καλά,
γιὰ νά ’ρθει ἐδῶ
καὶ νὰ μᾶς φέρει
τὰ δῶρα μας...
-Στὴν ἀνάγκη
θὰ τὰ στείλει...
Ἡ κυρα-Ἀντωνία ἄκουγε
μὲ τὴν ἀπορία ζωγραφισμένη
στὸ πρόσωπό της.
-Δὲν καταλαβαίνω
τί μοῦ λέτε.
Ποιός γιατρός...
Γιὰ ἐξηγηθεῖτε,
γιατὶ δὲν καταλαβαίνω
λέξη.
Τότε ὁ Πέτρος
ἀνέλαβε νὰ τῆς διηγηθεῖ
μ’ ὅλες τὶς λεπτομέρειες
πῶς ἀποφάσισαν νὰ βγοῦν
σ’ ἀναζήτηση γιατροῦ,
πῶς βρῆκαν τὸ σπίτι του
καὶ μὲ πόση καλοσύνη
ἐκεῖνος τὰ ἄκουσε
κι ὑποσχέθηκε
νὰ κάνει
ὅ,τι μπορεῖ.
Ἡ μητέρα τ’ ἄκουγε ὅλα
μ’ ἕνα ἐλαφρὸ χαμόγελο.
Χαιρόταν τὴν παιδικὴ ἁπλότητα
καὶ ἀθωότητα τῶν παιδιῶν της.
-Ἐλᾶτε τώρα νὰ φᾶτε
καὶ νὰ πέσετε
νὰ κοιμηθεῖτε.
Εἶναι περασμένη ἡ ὥρα.
Ὁ παπποὺς Ἁι-Βασίλης
δὲν θὰ εὐχαριστηθεῖ
νὰ μάθει,
ὅτι δὲν εἶστε
ὑπάκουα παιδιὰ
καὶ ἴσως νὰ λυπηθεῖ,
ἂν μάθει,
ὅτι γυρίζετε μοναχά σας
στοὺς δρόμους.
-Ἅμα δεῖ ὅμως τὸ γιατρό,
νὰ δεῖς πῶς Θὰ εὐχαριστηθεῖ!
Εἶχε πρόχειρη τὴν ἀπάντηση
ἡ Φρόσω,
ἑτοιμόλογη
ὅπως πάντα.
Ὕστερα ἀπὸ μιὰ ὥρα
τὰ παιδιὰ ἦταν
στὰ κρεβάτια τους,
ἀφοῦ ἔφαγαν
τὸ λιτὸ φαγητό τους.
Ἡ μάνα
στὰ διαλείμματα
ἀπὸ τὶς βραδινὲς δουλειὲς
τοῦ σπιτιοῦ
σταματοῦσε,
γιὰ νὰ τὰ καμαρώσει.
Κοιμὸνταν
ἕνα ἥσυχο ὕπνο,
μ’ ἕνα ἀδιόρατο χαμόγελο
σὰν νὰ ζωγραφιζόταν
στὸ παιδικὸ πρόσωπο.
Ποιός ξέρει;
Μήπως ἔβλεπαν
στὸν ὕπνο τους
τὸν Ἁι-Βασίλη νὰ ἔρχεται
στὸ σπίτι τους
φορτωμένος γλυκὰ καὶ δῶρα;
Ἡ κυρα-Ἀντωνία
ἔκανε τὶς τελευταῖες ἑτοιμασίες
γιὰ τὴν αὐριανὴ μέρα
καί, καθὼς ἦταν κατάκοπη
ἀπὸ τὴν πολλὴ δουλειά,
δὲν σκεπτόταν τίποτα ἄλλο,
παρὰ τὸν ὕπνο.
Μόνο σ’ αὐτὸν κατάφερνε
νὰ κλείσει ἔξω
ἀπὸ τὴν πόρτα
τῆς φτώχειας της
τὰ προβλήματα
καὶ τὶς ἔγνοιες της.
Πατήματα ὅμως
ἔκαναν τὴν ξύλινη σκάλα
νὰ τρίζει
κι ἡ φτωχὴ γυναίκα ἀναρωτήθηκε
ποιός ν’ ἀνεβαίνει
τέτοια ὥρα
στὴ σοφίτα της.
Ἂν ἦταν μέρα
σίγουρα τὸ μυαλό της
θὰ πήγαινε στὸ σπιτονοικοκύρη,
ποὺ θὰ ζητοῦσε τὸ νοίκι,
ἢ στὸ μπακάλη,
γιὰ νὰ φέρει
τὸ λογαριασμὸ
τῆς βδομάδας.
Τέτοια ὥρα ὅμως,
νυχτιάτικα...
Νὰ τώρα,
χτυποῦν τὴν πόρτα της.
Εἶναι ἕνα χτύπημα διακριτικό,
ἀλλὰ σταθερό.
Ἀνοίγει.
Μπροστά της ἔχει τώρα
ἕνα καλοντυμένο κύριο.
Μά, βέβαια,
εἶναι ὁ γιατρός,
τὸν ξέρει.
Εἶχε ἔρθει κάποτε,
στὸ ἄλλο σπίτι.
-Καλησπέρα σας, κυρία μου.
-Καλησπέρα σας, γιατρέ,
ἂν δὲν κάνω λάθος.
-Ναί, δὲν κάνετε λάθος.
Καὶ σᾶς ζητῶ συγγνώμη,
ποὺ σᾶς ἐνοχλῶ τέτοια ὥρα,
ἐγὼ κι ἡ κόρη μου.
Τότε μόλις
ἡ κυρα-Ἀντωνία διέκρινε
στὸ μισοσκόταδο τῆς σκάλας
τὴ γνώριμη φυσιογνωμία
τοῦ κοριτσιοῦ.
-Περάστε, σᾶς παρακαλῶ...
Συμβαίνει τίποτα;
Ἔκανε σὰ χαμένη
ἡ φτωχὴ γυναίκα,
ποὺ δὲν μποροῦσε
νὰ ἐξηγήσει
τὴν ἐπίσκεψη αὐτή.
Μπῆκαν.
Προπορεύτηκε ὁ γιατρὸς
κι ἀκολούθησε
ἡ κόρη του ἡ Μαρία,
ποὺ ἀκούμπησε διακριτικά,
κοντὰ στὸ τραπέζι,
ἕνα καλάθι
γεμάτο πράγματα,
τυλιγμένα
σὲ γιορταστικὰ χαρτιά.
Ὁ γιατρὸς
ἔριζε μιὰ ματιὰ
στὸ μικρὸ δωμάτιο
καὶ κατάλαβε
πόση φτώχεια
καὶ δυστυχία μαζὶ
κρυβόταν ἐκεῖ μέσα.
Ὅλα ἦταν καθαρὰ
καὶ νοικοκυρεμὲνα βέβαια,
ἀλλὰ τὸ φτωχικὸ σπιτικὸ
ἦταν σχεδὸν
γυμνὸ ἀπὸ ἔπιπλα.
Στὴ μιὰ γωνιὰ τοῦ δωματίου
ὁ γιατρὸς εἶδε
νὰ κοιμοῦνται τὰ δυὸ παιδιὰ
κι ἀμέσως τὰ γνώρισε:
Ἦταν τὰ δυὸ μικρὰ παιδιά,
ποὺ τοῦ ζήτησαν σὰν χάρη
νὰ κάνει καλὰ τὸν Ἁι-Βασίλη.
-Ἄ, ἐδῶ εἶναι
οἱ δυὸ μικροί μου φίλοι,
ποὺ μὲ παρακάλεσαν
νὰ βρῶ τὸν παπποὺ Ἁι-Βασίλη
καὶ νὰ τὸν γιατρὲψω γρήγορα.
Ὁμολογῶ,
πὼς δὲν μοῦ εἶχε ξανασυμβεῖ
κάτι τέτοιο.
-Λυποῦμαι πολύ, κύριε,
ψιθύρισε ἡ γυναίκα,
γιατὶ σᾶς ἐνόχλησαν τὰ παιδιὰ
καὶ σᾶς ἔβαλαν στὸν κόπο...
Ξέρετε, ἀναγκάστηκα
νὰ τοὺς πῶ,
ὅτι εἶναι ἄρρωστος ὁ Ἁι-Βασίλης
γιατί...
καταλαβαίνετε...
Δύσκολοι καιροί...
Δὲν περισσεύουν
γιὰ παιχνίδια
καὶ δῶρα.
Ἂν ζοῦσε ὁ πατέρας τους,
Θὰ ἦταν διαφορετικά.
Ἦταν ἐργατικός, κουβαλητής.
-Ἐσεῖς ἐργάζεστε;
-Ἐργάζομαι στὰ «ἕτοιμα».
Παίρνω δουλειὰ
στὸ σπίτι
καὶ μὲ τὸ ράψιμο
συντηρῶ τὸ σπίτι μου.
Ὅσο μπορῶ...
Δυστυχῶς, ὅμως,
αὐτὰ ποὺ κερδίζω
εἶναι πολὺ λίγα
καὶ μόλις μᾶς φτάνουν
γιὰ τὸ φαγητό μας
καὶ τὸ νοίκι
τοῦ σπιτιοῦ...
-Καταλαβαίνω...
-Ἀφήνω γιὰ τὰ ροῦχα
καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ σχολείου,
χαρτιά,
μολύβια,
τετράδια.
-Συγγενεῖς ἔχετε;
-Δὲν ἔχω.
Εἶμαι μόνη.
Μὰ δὲν παραπονοῦμαι.
Δὲν εἶναι κανεὶς μόνος,
ὅταν ἔχει δυὸ παιδιὰ
ν’ ἀγαπᾶ
καὶ νὰ φροντίζει.
Τὰ παιδιά μου
εἶναι μιὰ περιουσία.
Γι’ αὐτὸ
δὲν ὑπολογίζω
κανένα κόπο...
Ἡ φωνή της ἔσπασε
ἀπὸ τὴ δικαιολογημένη συγκίνηση
καὶ προσπάθησε
νὰ κρύψει
ἕνα δάκρυ.
Τὰ λόγια της ὅμως
συγκίνησαν καὶ τὸ γιατρὸ
καὶ κάτι ἀνάλογο
πρέπει νὰ εἶχε πάθει
καὶ ἡ Μαρία,
ποὺ εἶχε καρφώσει τὰ μάτια της
πάνω στὴ χήρα μάνα.
Ὁ γιατρὸς βρῆκε
κάποια λόγια παρηγορητικὰ
κι ἐνθαρρυντικά,
ἐνῶ ἡ Μαρία
ἄδειαζε ἀπὸ τὸ καλάθι
πάνω στὸ τραπέζι
τὰ διάφορα ἁγιοβασιλιάτικα δῶρα
καὶ γλυκίσματα
γιὰ τὸ ὀρφανεμένο σπιτικὸ
καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὰ παιδιά.
Συγχρόνως ὁ πατέρας της
ἔβγαζε ἀπὸ τὴν τσέπη του
ἕνα φάκελο
καὶ τὸν ἔβαζε
στὰ χέρια τῆς χήρας:
-Μοῦ τὸν ἔδωσαν
νὰ τὸν διαθέσω,
ὅπου νομίζω
πὼς ὑπάρχει ἀνάγκη.
-Μά...
-Νομίζω πὼς εἶναι
ἡ πιὸ σωστὴ ἐπιλογή.
Σᾶς παρακαλῶ
νὰ δεχθεῖτε
τὴ μικρὴ αὐτὴ προσφορά.
Ἡ κυρα-Ἀντωνία
τὰ εἶχε τόσο χαμένα,
ποὺ δὲν εἶχε τὴ δύναμη,
ν’ ἀντιδράσει μὲ τίποτα
καί, τὸ χειρότερο,
δὲν ἔβρισκε λόγια
νὰ εὐχαριστήσει
καὶ νὰ ἐκφράσει
τὴν εὐγνωμοσύνη της.
Δὲν ἦταν ἀμηχανία ὅμως
αὐτὸ ποὺ ἔνιωθε.
Εἶχε καὶ κάποια ἁπλότητα
στοὺς τρόπους της,
ποὺ δὲν ἔφερε
σὲ δύσκολη θέση
τοὺς ἐπισκέπτες της.
-Ἡ περίπτωσή σας,
εἶπε ὁ γιατρός,
εὐεργέτησε πρῶτα ἐμᾶς,
γιατὶ βεβαιωθήκαμε
γιὰ τὴν πρόνοια
τοῦ Θεοῦ,
ὁ ὁποῖος
μ’ ἕνα τόσο περίεργο τρόπο
μὲ ὁδήγησε ὣς τὴν πόρτα σας.
Ἔτσι νιώθω
πιὸ στερεὴ μέσα μου
τὴ βεβαιότητα,
ὅτι ὁ Θεὸς
δὲν ξεχνάει κανένα.
-Ἐγώ, ἀντίθετα,
νόμιζα,
ὅτι μὲ ξέχασε ὁ Θεός.
Ὅσο ζοῦσε ὁ ἄντρας μου,
πίστευα μὲ τὴν καρδιά μου
στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ
καὶ Τοῦ ζητοῦσα
τὴν προστασία Του.
Ἀπὸ τότε
ποὺ πέθανε ὅμως
ὁ ἄντρας μου,
ἄρχισα
γιὰ πολλὰ πράγματα
ν’ ἀμφιβάλλω.
Νόμιζα,
ὅτι ἔφταιγε ὁ Θεὸς
γιὰ τὴ δοκιμασία
ποὺ μᾶς βρῆκε.
Λυπᾶμαι,
μὰ αὐτὴ εἶναι
ἡ ἀλήΘεια.
-Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός,
ἀπάντησε ὁ γιατρός.
Οἱ δοκιμασίες εἶναι
γιὰ τοὺς ἀνθρώπους,
ὅπως συμβαίνει καὶ
μὲ τὶς ἀρρώστιες.
Κι ὁ Θάνατος
εἶναι μιὰ δοκιμασία,
καὶ μάλιστα
ἀπὸ τὶς μεγάλες.
-Πῶς σηκώνεται, ὅμως;
-Αὐτὸ τὸ ξέρετε ἐσεῖς
καὶ τὸ διδάσκετε
καὶ σὲ μᾶς.
Ἐγὼ Θὰ σᾶς ἀπαντήσω
μὲ ἕνα ἄλλο «πῶς»:
Πῶς ἀλλιῶς
Θ’ ἀποκτήσουμε ὑπομονή,
πίστη κι ἐμπιστοσύνη
στὸ Θεό,
ἂν δὲν περάσουμε
μέσα ἀπὸ δοκιμασίες;
-Τὸ ξέρω.
Τό ’μαθα δηλαδὴ
μέσα σ’ αὐτὰ
τὰ δυὸ χρόνια.
-Τὸ Θεωρεῖτε
τυχαῖο γεγονός,
ὅτι εἶμαι
αὐτὴ τὴν ἀκατάλληλη ὥρα
καὶ κουβεντιάζουμε;
-Τίποτε δὲν εἶναι τυχαῖο.
Ἀπεναντίας,
τὸ θεωρῶ ἕνα θαῦμα,
κάτι σὰν
πρωτοχρονιάτικο δῶρο...
-Ὁ Θεὸς
φώτισε τὰ παιδάκια σας
νά ’ρθουν νὰ μὲ βροῦν,
χωρὶς νὰ μὲ γνωρίζουν.
Μοῦ ἔκαναν
πολὺ καλὴ ἐντύπωση,
μὲ τὴν ἀθωότητα
καὶ ἁπλότητα,
κι ἦρΘα.
-Σᾶς εὐχαριστῶ.
-ἮρΘα
καὶ Θὰ ἔρχομαι
συχνά.
Θ’ ἀναλάβω
τὰ ἔξοδα
τοῦ σχολείου
κι ὅ,τι ἄλλο
χρειαστεῖτε.
Μὴ λέτε τίποτα.
Μὴ διστάσετε
νὰ μοῦ χτυπήσετε
τὴν πόρτα.
Εἶναι ἄλλωστε
πάντα ἀνοιχτή.
Εἴμαστε σχεδὸν γείτονες.
Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ
ὁ καλὸς γιατρὸς
καὶ ἡ κόρη του
καληνύχτησαν
τὴν κυρα-Ἀντωνία
κι αὐτὴ τοὺς συνόδεψε
ὣς κάτω,
ψελλίζοντας εὐχαριστίες
καὶ εὐχές,
χίλιες εὐχές.
Ὅταν γύρισε
στὸ δωμάτιο,
γονάτισε
μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι
κι εὐχαρίστησε,
ἀπὸ τὰ βάθη
τῆς καρδιᾶς της,
τὸ Θεό,
ποὺ τῆς ἔστειλε
ἕνα τέτοιο προστάτη.
Ἔπειτα
πῆρε τὰ παιχνίδια
καὶ τὰ γλυκά,
ποὺ ἔφερε ὁ γιατρὸς
καὶ τὰ ἔβαλε
κοντὰ στὰ φθαρμένα παπουτσάκια
τῶν παιδιῶν.
Αὐτὰ ἐξακολουθοῦσαν
νὰ κοιμοῦνται
ἥσυχα-ἥσυχα
καὶ δὲν πῆραν εἴδηση
γιὰ τὴν ἀπροσδόκητη ἐπίσκεψη
τοῦ γιατροῦ.
Τὰ κοίταζε ἡ μάνα
καὶ σκεπτόταν τὴ χαρά,
ποὺ θὰ δοκίμαζαν τὸ πρωὶ
μὲ τ’ ἀνέλπιστα
ἁγιοβασιλιάτικα δῶρα.
Χαμογελοῦσε κι ἡ ἴδια
σ’ αὐτὴ τὴ σκέψη
καὶ δόξαζε τὸ Θεὸ
γιὰ τὴν ἀγάπη
καὶ τὴν προστασία του.
Καταλάβαινε τώρα
ὅτι πραγματικὰ
ὁ Θεὸς εἶναι πατέρας
γεμάτος ἀγάπη
καὶ φροντίζει,
μὲ χίλιους τρόπους,
γιὰ ὅλα τὰ πλάσματά Του.
Κι ἀκόμη,
ὅτι πρέπει
νὰ πονέσει κανεὶς πολύ,
γιὰ νὰ μάθει
τέτοια μεγάλα μαθήματα.
Τὸ πρωὶ
ἡ κυρα-Ἀντωνία
κοιμόταν ἀκόμη,
ὅταν τὴν ξύπνησαν
χαρούμενα ξεφωνητά.
-Πέτρο! Πετράκη!
Μαμά! Σηκωθεῖτε!
Ὁ παπποὺς Ἁι-Βασίλης!...
Πωπώ, τί ὡραῖα δῶρα!
Καὶ τί πολλά!
Μὰ τὸ ἤξερα ἐγώ!...
Ἦταν ἡ Φρόσω,
ποὺ ξύπνησε
πρώτη ἀπ’ ὅλους
καὶ τὸ πανηγύριζε.
Μόλις ξύπνησε
ὁ νοῦς της
ἀμέσως πῆγε
στὸν Ἁι-Βασίλη
καὶ τὰ δῶρα του.
Θυμήθηκε τὴν ἐπὶσκεψη
στὸ σπίτι τοῦ γιατροῦ
καὶ τὰ καλά του λόγια,
Θυμήθηκε καὶ τὴν ὑπόσχεση,
ποὺ τοὺς ἔδωσε,
ὅτι θὰ φροντίσει
νὰ κάνει καλὰ τὸν παππού,
ὥστε νὰ φέρει ὁ ἴδιος,
ἤ, ἐπιτέλους,
νὰ στείλει μὲ ἄλλον
τὰ πρωτοχρονιάτικα δῶρα του.
Ἀνασηκώθηκε
στὸ κρεβατάκι της
κι ἔσκυψε νὰ δεῖ,
ἂν ὑπῆρχαν στὰ παπούτσια,
τὰ δικά της καὶ τοῦ Πετράκη
τίποτε δῶρα.
Φαντάζεστε τώρα
τὴ χαρά της,
ὅταν εἶδε ἐκεῖ
ἕνα σωρὸ καλούδια.
Νόμιζε,
πὼς ἔβλεπε ὄνειρο.
Μὲ τὶς χαρούμενες φωνές της
ξύπνησαν καὶ οἱ ἄλλοι.
Ὁ Πετράκης πέταξε
τὰ σκεπάσματά του
καὶ ἄρχισε
νὰ περιεργάζεται
καὶ νὰ ξετυλίγει
τὰ παιχνίδια,
μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή του.
Χαιρόταν ἡ μάνα
ποὺ τὰ ἔβλεπε:
«Τί μπορεῖ νὰ κάνει
χαρούμενο κι εὐτυχισμένο
ἕνα παιδί»,
σκεφτόταν.
Κάποια στιγμὴ
ἡ μητέρα τοὺς θύμισε:
-Παιδιά μου,
μὲ τὰ δῶρα σήμερα
ξεχάσαμε
νὰ κάνουμε κάτι:
«Πλυθεῖτε,
ντυθεῖτε
κι ἐλᾶτε
νὰ εὐχαριστήσουμε
τὸν Καλὸ Θεό,
ποὺ δὲν μᾶς λησμόνησε,
ἀλλὰ μᾶς ἔστειλε
τόσα καλὰ πράγματα...
Ἀπὸ Κεῖνον εἶναι τὰ δῶρα.
Ἡ Φρόσω καὶ ὁ Πετράκης
δὲν περίμεναν
ἄλλη παρακίνηση.
Ἑτοιμάστηκαν γρήγορα
κι ἀμέσως γονάτισαν
καὶ τὰ δυὸ
μπροστὰ στὴν εἰκόνα
τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ Τὸν εὐχαρίστησαν
μὲ ὅλη τους τὴν καρδιά,
γιατὶ ἔκανε καλὰ
τὸν παπποὺ Ἁι-Βασίλη
καὶ τοὺς ἔφερε
τόσο ὡραῖα δῶρα.
-Μόνο σὲ σένα, μαμά,
δὲν ἔφερε τίποτα,
ἔκανε
κάπως λυπημένος
ὁ Πέτρος.
-Δὲν πειράζει.
Ἄλλωστε ἐγὼ δὲν εἶμαι
πιὰ παιδί.
Πῶς νὰ τοὺς πεῖ
ἡ χήρα μάνα,
πὼς τὸ πιὸ ὡραῖο δῶρο
καὶ τὸ πιὸ μεγάλο
ἦταν τὸ δικό της;
Ἐκείνη τὴ νύχτα βεβαιώθηκε,
ὅτι ὁ Θεὸς
εἶναι πολὺ πιὸ κοντά μας,
στὰ προβλήματά μας,
ἀπ’ ὅ,τι νομίζουμε.
Πέρασαν οἱ γιορτές.
Καὶ κάποια μέρα
πρὸς τὸ τέλος
τοῦ Ἰανουαρίου,
δυὸ ἐργάτες-μεταφορεῖς
ἔφεραν κι ἔστησαν
στὸ δωμάτιο
μιὰ καινούργια
μηχανὴ ἠλεκτροκίνητη.
-Τώρα πιά, μαμά,
δὲν θὰ κουράζονται
τὰ πόδια σου,
εἶπε ἡ Φρόσω.
Μόνο δὲν καταλαβαίνω κάτι.
-Τί δὲν καταλαβαίνεις;
-Ἀφοῦ ἦταν
νὰ τὴν φέρει
ὁ Ἁι-Βασίλης,
γιατί δὲν τὴν ἔφερε
ἐκεῖνο τὸ βράδυ.
-Ἴσως νὰ μὴ χώραγε
στὸ σακούλι,
εἶπε ὁ Πέτρος.
Ἴσως νὰ ἦταν βαριά...
Ἦταν κι ἀνήμπορος,
εἶπε μὲ τὴ σειρά της
ἡ Φρόσω.
-Ἴσως...
Ἴσως...
Ἴσως γιὰ νὰ μάθουμε
νὰ περιμένουμε,
εἶπε ἡ μητέρα.
Τὸ ἅρπαξε αὐτὸ ἡ Φροσούλα
καὶ πέταξε τὸ λογάκι της:
-Ἂς περιμένουμε λοιπὸν
κι ἄλλα δῶρα.
Καλύτερα ἔτσι.
Εἶχε δίκιο.
Κάθε μέρα
κουβαλάει
στὴν πόρτα μας
ἄπειρα δῶρα
τῆς ἀγάπης
τοῦ Θεοῦ.