Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, «Περί ἀνατροφῆς τῶν παίδων»
1. Ἄραγε ἔκαμε κανένας σας
ἐκεῖνο ποὺ σᾶς ζήτησα;
Ἄραγε
παρακάλεσε κανένας σας τὸ Θεὸ
γιὰ μένα
καὶ γιὰ ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας,
ὥστε νὰ σβήσει ἡ φωτιὰ
ποὺ γεννήθηκε ἀπὸ τὴν κενοδοξία,
τὴ φωτιὰ πού καταστρέφει
ὅλο τὸ σῶμα,
τὴ φωτιὰ ποὺ διαιρεῖ
σὲ πολλὰ μέλη τὸ ἕνα σῶμα
καὶ ξεσχίζει τὴν ἀγάπη;
Γιατὶ σὰν ἀκριβῶς θηρίο
ποὺ ἔπεσε μὲ ὁρμὴ
ἐπάνω σὲ σῶμα εὐγενικὸ καὶ ἀπαλὸ
καὶ ποὺ δὲν μπορεῖ ν’ ἀμυνθεῖ,
ἔτσι αὐτὴ ἔμπηξε
τὰ μιαρὰ δόντια της
στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας
καὶ ἔχυσε τὸ δηλητήριό της
γεμίζοντάς την
μὲ πολλὴ δυσωδία·
καὶ ἄλλα ἀπὸ τὰ μέλη της
τ’ ἀπέκοψε
καὶ τὰ ἔρριξε μακριά,
ἄλλα τὰ ξέσχισε
καὶ τὰ κομμάτιασε
καὶ ἄλλα τὰ καταμάσισε.
Καὶ ἂν ἦταν δυνατὸ
νὰ δεῖ κανεὶς μὲ τὰ μάτια
τὴν κενοδοξία
καὶ τὴν Ἐκκλησία,
θὰ ἔβλεπε θέαμα ἐλεεινὸ
καὶ πολὺ φοβερότερο
ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συμβαίνουν
στὰ στάδια·
Θὰ ἔβλεπε τὸ σῶμα ριγμένο κάτω
καὶ ἐκείνην νὰ στέκεται ἀπὸ πάνω του,
νὰ βλέπει παντοῦ
καὶ νὰ κρατάει γερὰ τοὺς πεσμένους,
χωρὶς καθόλου ν’ ἀπομακρύνεται ἀπ’ αὐτοὺς
οὔτε καὶ νὰ τοὺς λυπᾶται.
Ποιός λοιπὸν ἀπὸ μᾶς
θὰ διώξει τὸ Θηρίο αὐτὸ;
Ἡ ἐκδίωξη αὐτοῦ
εἶναι ἔργο ἐκείνου
ποὺ ἔθεσε τὸν ἀγώνα·
αὐτός, ἀφοῦ παρακληθεῖ ἀπὸ μᾶς,
θὰ στείλει τοὺς ἀγγέλους του
καὶ ἀφοῦ ἀποφράξουν
τὸ Θρασὺ καὶ ἀδιάντροπο στόμα της
σὰν μὲ κάποια σχοινιά,
ἔτσι θὰ ἀπομακρύνουν αὐτήν.
Ἀλλὰ τότε θὰ τὸ κάμει αὐτὸ
ἐκεῖνος ποὺ ἔθεσε τὸν ἀγῶνα,
ὅταν παύσομε,
ἀφοῦ ἀπομακρυνθεῖ αὐτή,
νὰ τὴν ζητοῦμε καὶ πάλι·
ἂν ὅμως στείλει τοὺς ἀγγέλους του
διατάσσοντάς τους
ν’ ἀπομακρύνουν ἀπὸ μᾶς
τὸ φοβερὸ αὐτὸ θηρίο,
ἀλλ’ ἐμεῖς μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσή του
καὶ τὸ κλείσιμό του μέσα στὴ φωλιά του,
ἀφοῦ σηκωθοῦμε
γεμάτοι ἀπὸ ἀμέτρητα τραύματα,
ζητοῦμε πάλι αὐτό,
χτυπώντας καὶ ἀνατρέποντας τὰ πάντα,
ὥστε νὰ τὸ βγάλομε καὶ πάλι,
τότε ποτὲ πλέον
δὲ θὰ μᾶς ἐλεήσει ὁ Θεὸς
καὶ δὲ θὰ μᾶς λυπηθεῖ·
γιατὶ λέγει·
«ποιός θὰ δείξει εὐσπλαγχνία
πρὸς τὸ μάγο ποὺ γοητεύει τὰ φίδια
ὅταν τὸν δαγκώσει τὸ φίδι,
ἢ πρὸς ὅλους ἐκείνους
ποὺ πλησιάζουν τὰ θηρία;».
13. Ἄλλ’ ἂς ἔρθουμε
σὲ ἕνα ἄλλο εἶδος κενοδοξίας.
Ποιό λοιπὸν εἶναι αὐτό;
Ἐκεῖνο ποὺ τὸ ἔχουν οἱ πολλοὶ
καὶ ὄχι μόνο ἕνας καὶ δύο.
Χαιρόμαστε
ὅταν ἐπαινούμαστε γιὰ πράγματα,
τὰ ὁποῖα γνωρίζομε πολὺ καλὰ
ὅτι δὲν μᾶς ὠφελοῦν
οὔτε κατὰ τὸ ἐλάχιστο.
Καὶ ὁ φτωχὸς κάμνει τὰ πάντα,
ὥστε νὰ φορέσει καλὰ ροῦχα,
γιὰ κανένα ἄλλο λὸγο,
παρὰ μόνο
γιὰ νὰ ἐπαινεθεῖ
ἀπὸ τοὺς πολλούς·
καὶ πολλὲς φορὲς
ἐνῶ μπορεῖ νὰ ἐξυπηρετηθεῖ μόνος του,
ἀγόρασε δοῦλο
ὄχι ἐπειδὴ τὸν χρειαζόταν,
ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ φανεῖ
ὅτι μειώνεται ἡ ὑπόληψή του
ὑπηρετούμενος μόνος του.
Γιατὶ πές μου,
γιὰ ποιό λόγο,
ἐνῶ ὅλο τὸ χρόνο
ἐξηπηρετεῖσαι μὲ τὰ χέρια σου,
θέλεις τώρα
νὰ ὑπηρετεῖσαι ἀπὸ ἄλλον;
Ἔπειτα,
ἂν τοῦ περισσέψουν ἄλλα χρήματα,
ἀγοράζει καὶ σκεύη ἀργυρᾶ
καὶ κατασκευάζει σπίτι λαμπρό.
Καὶ κανένα ἀπ’ αὐτὰ
δὲν τὸ κάνει ἀπὸ ἀνάγκη·
γιατί,
ἂν αὐτὰ γίνονταν ἀπὸ ἀνάγκη,
τὸ μεγαλύτερο μέρος
τοῦ ἀνθρώπινου γένους
Θὰ χανόταν
καὶ Θὰ καταστρεφόταν·
ἐννοῶ τὸ ἐξῆς
μ’ αὐτὸ ποὺ λέγω·
ὑπάρχουν πράγματα ἀναγκαῖα
χωρὶς τὰ ὁποῖα
δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ζήσει κανείς·
ὅπως γιὰ παράδειγμα
ἡ καρποφορία τῆς γῆς
εἶναι πρᾶγμα ὰναγκαῖο
καὶ ἂν αὐτὴ δὲν παράγει καρπὸ
δὲν εἶναι δυνατὸ
νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος·
ἐπίσης τὰ ἐνδύματα
ποὺ προστατεύουν τὸν ἄνθρωπο,
ἡ στέγη καὶ οἱ τοῖχοι τοῦ σπιτιοῦ
καθὼς καὶ τὰ ὑποδήματα
καὶ αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὰ ἀναγκαῖα,
ἐνῶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι περιττά.
Γιατί,
ἂν καὶ ἐκεῖνα ἦταν ἀναγκαῖα
καὶ δὲν ἦταν δυνατὸ
ὁ ἄνθρωπος νὰ ζεῖ
χωρὶς ὑπηρέτῃ,
ὅπως ἀκριβῶς
δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ζήσει
χωρὶς ἐκεῖνα τὰ ἄλλα,
τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἀνθρώπων
θὰ χανόταν,
ἐπειδὴ τὸ μεγαλύτερο μέρος ἀπ’ αὐτοὺς
δὲν ἔχουν ὑπηρέτες.
Ἂν ἦταν ἀναγκαῖο
νὰ χρησιμοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀργυρὰ σκεύη
καὶ δὲν ἦταν δυνατὸ
νὰ ζεῖ χωρὶς αὐτά,
τὸ μεγαλύτερο μέρος τῶν ἀνθρώπων
θὰ καταστρεφόταν καὶ πάλι,
ἐπειδὴ δὲν ἔχουν οἱ πολλοὶ ἀργυρὰ σκεύη.
Ἂν λοιπὸν κὰποιος
πεῖ σ’ αὐτοὺς
ποὺ ἔχουν τὰ ἀργυρὰ σκεύη·
«γιὰ πιό λοιπὸν λόγο
τὸ θέλεις αὐτὸ τὸ σκεῦος;
πές μου τὴν αἰτία
καὶ σὲ τί σὲ χρησιμεύει;»
καμμιὰ ἄλλη
δὲν θὰ μποροῦσε
νὰ σοῦ πεῖ,
παρὰ μόνο
γιὰ νὰ τιμᾶται
ἀπὸ τοὺς πολλούς.
«Καὶ τὰ ἀποκτῶ
μὲ σκοπὸ νὰ θαυμάζομαι
καὶ νὰ μὴ περιφρονοῦμαι,
καὶ τὰ κρύβω πάλι
γιὰ νὰ μὴ φθονοῦμαι
καὶ βλάπτομαι».
Τί Θὰ μποροῦσε
νὰ ὑπάρξει χειρότερο
ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνοησία;
Ἂν τὰ ἔχεις
γιὰ νὰ τιμῆσαι
ἀπὸ τοὺς πολλούς,
δεῖχνε τα σ’ ὅλους,
ἂν ὅμως φοβᾶσαι τὸ φθόνο,
εἶναι καλύτερα
οὔτε κἂν νὰ τὰ ἀποκτήσεις.
14. Ν’ ἀναφέρω
καὶ ἄλλη ἀνοησία;
Πολλὲς φορὲς μερικοί,
στερούμενοι τὰ ἀναγκαῖα
καὶ ἐνῶ πεθαίνουν
ἀπὸ τὴν πεῖνα,
δὲν σταματοῦν
τὸ ἐνδιαφέρον τους
γιὰ τὰ σκεύη.
Καὶ ἂν τοὺς ἐρωτήσεις γιατί;
«Πρέπει», λέγει,
«νὰ κρατήσω τὴν ἀξιοπρέπειά μου».
Ποία ἀξιοπρέπεια, ἄνθρωπε;
Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου.
Γιατί ἀλλιῶς
θὰ διέπραττε μεγάλη ἀσχημοσύνη
ὁ δίκαιος Ἠλίας
καὶ ὁ Ἐλισσαῖος
καὶ ὁ Ἰωάννης·
γιατὶ ὁ Ἠλίας
τίποτε περισσότερο δὲν εἶχε
ἀπὸ τὴ προβιὰ
καὶ εἶχε τὴν ἀνάγκη
τῆς βοήθειας τῆς χήρας,
ποὺ κι αὐτὴ ἦταν φτωχή,
καὶ ζοῦσε ζητιανεύοντας,
ἐρχόμενος στὰ πρόθυρα
τῆς πάμφτωχης ἐκείνης γυναίκας
καὶ λέγοντας τὰ λόγια τῶν ζητιάνων.
Θὰ διέπραττε ἀσχημοσύνη
καὶ ὁ ἴδιος ὁ Ἐλισσαῖος,
ποὺ τρεφόταν
στὸ σπίτι τῆς φτωχῆς γυναῖκας.
Θὰ διέπραττε καὶ ὁ Ἰωάννης ἀσχημοσύνη,
ποὺ δὲν εἶχε οὔτε ροῦχα,
οὔτε ψωμὶ νὰ φάγει.
Μιὰ μόνο εἶναι ἡ ἀσχημοσύνη,
τὸ νὰ ἀποκτήσει κανείς πολλά,
καὶ αὐτὴ εἶναι πραγματικὰ
ἡ μεγάλη ἀσχημοσύνη.
Γιατὶ τότε ἀποκτᾶ κανεὶς
τὴ φήμη τοῦ σκληροῦ,
τοῦ μαλΘακοῦ,
τοῦ βλάκα,
τοῦ ὑπερήφανου,
τοῦ κενόδοξου,
τοῦ θηριώδους.
Δὲν εἶναι εὐσχημοσύνη
τὸ νὰ φοράει κανεὶς ὡραῖα ροῦχα,
ἀλλ’ εὐσχημοσύνη εἶναι
τὸ νὰ στολίζεται
μὲ καλὲς πράξεις.
15. Καὶ ἀκούω πολλοὺς
ποὺ θαυμάζονται γι’ αὐτό.
«Ὁ τάδε», λέγει,
«ἔχει τὴν ἀξιοπρέπειά του·
ἔχει κρεββάτι μὲ ὡραῖα στρωσίδια
καθὼς καὶ πολλὰ χάλκινα σκεύη·
εἶναι πραγματικὸς νοικοκύρης».
«Γιατί», λέγει,
«κατηγορεῖς ἐμᾶς,
ποὺ ἔχομε αὐτά,
ἐνῶ πρέπει νὰ κατηγορεῖς ἐκείνους
ποὺ ἔχουν τὰ πολὺ περισσότερα;»
Κατηγορῶντας ἐσᾶς
πολὺ περισσότερο
κατηγορῶ ἐκείνους·
γιατί,
ἂν δὲν ἀπαλλάσσω
ἀπὸ τὴν κατηγορία
ἐκείνους ποὺ ἔχουν λίγα,
πολὺ περισσότερο
δὲν συγχωρῶ ἐκείνους
ποὺ ἔχουν τὰ περισσότερα.
Ἀξιοπρέπεια εἶναι
ὄχι ἡ λαμπρὴ οἰκία,
οὔτε τὰ πολυτελῆ κλινοσκεπάσματα,
οὔτε τὰ μαλακὰ στρώματα,
οὔτε τὸ καλλωπισμένο κρεββάτι,
οὔτε τὸ πλῆθος τῶν ὑπηρετῶν.
Γιατὶ ὅλα αὐτὰ
ἀπορρίπτονται ἀπὸ μᾶς
καὶ δὲν ἔχουν
καμιὰ σχέση μὲ μᾶς.
Αὐτὰ ποὺ ἔχουν σχέση μὲ μᾶς
εἶναι ἡ ἐπιείκεια,
ἡ περιφρόνηση τῶν χρημάτων,
ἡ περιφρόνηση τῆς δόξας,
ἡ ἀδιαφορία πρὸς τὴν
ἐκ μέρους τῶν πολλῶν τιμή,
τὸ νὰ νικοῦμε τὴ φύση
μὲ τὴν ἐνάρετη ζωή μας.
Αὐτὸ εἶναι εὐσχημοσύνη,
αὐτὸ δόξα,
αὐτὸ τιμή.
Ἀλλ’ ἡ αἰτία ὅλων τῶν κακῶν
προξενεῖται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀκόμη,
καὶ πῶς γίνεται αὐτὸ
θὰ σᾶς τὸ πῶ ἐγώ.
16. Ἀμέσως μόλις γεννηθεῖ τὸ παιδὶ
ὁ πατέρας του μηχανεύεται ὅλα,
ὄχι πῶς νὰ ρυθμίσει σωστὰ τὴ ζωή του,
ἀλλὰ πῶς νὰ καλλωπίσει αὐτὸ
καὶ νὰ τοῦ φορέσει χρυσαφικὰ
καὶ ὡραῖα ροῦχα.
Γιατί τὸ κάμνεις αὐτό, ἄνθρωπε;
Καλά, σὺ ὁ ἴδιος φορᾶς αὐτά·
γιατί καὶ τὸ παιδί,
ποὺ δὲν γνώρισε ἀκόμα
αὐτὴ τὴ μανία,
τὸ συνηθίζεις σ’ αὐτά;
Γιὰ ποιό λόγο
τοῦ κρεμᾶς στολίδια
στὸ λαιμό του;
Σωστὸς δάσκαλος χρειάζεται,
ὥστε νὰ παιδαγωγήσει σωστὰ τὸ παιδί,
καὶ δὲν χρειάζεται καθόλου τὸ χρυσάφι.
Ἐπίσης
τοῦ ἀφήνεις μακριά μαλλιά,
κατ’ ἀναλογία μὲ τὸ κορίτσι,
κάμνοντας τὸ παιδὶ θηλυπρεπὲς
καὶ καθιστώντας μαλθακὴ
τὴν ἰσχυρὴ φύση του,
ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ
βάζοντας μέσα του
τὸν ἔρωτα γιὰ τὰ χρήματα
καὶ πείθοντάς το νὰ συγκινεῖται
ἀπὸ ἀνώφελα πράγματα.
Γιατί κάμνεις μεγαλύτερη
τὴν ἐπιβουλὴ ἐναντίον του;
γιατί τὸ κάμνεις
νὰ κατασαγηνεύεται
ἀπὸ τὰ σωματικά;
«Ἂν ὁ ἄνδρας», λέγει,
«ἔχει μακριὰ μαλλιά,
αὐτὸ δὲν εἶναι τιμητικὸ γι’ αὐτόν».
Δὲν τὸ θέλει αὐτὸ ἡ φύση·
δὲν τὸ ἐπέτρεψε αὐτὸ ὁ Θεός·
τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἔχει ἀπαγορευθεῖ·
εἶναι ἔργο τῆς ἑλληνικῆς δεισιδαιμονίας.
Πολλοὶ κρεμοῦν
καὶ στ’ αὐτιά τους χρυσαφικά·
μακάρι οὔτε καὶ τὰ κορίτσια τους
νὰ μὴ τὰ φοροῦσαν,
σεῖς ὅμως καὶ τὰ ἀγόρια
τὰ ὁδηγεῖτε στὴν καταστροφή.
17. Ἴσως πολλοὶ νὰ γελοῦν
γι’ αὐτὸ ποὺ λέγω,
θεωρώντως αὐτὰ πολὺ ἀσήμαντα.
Δὲν εἶναι ὅμως μικρά,
ἀλλὰ καὶ πάρα πολὺ μεγάλα.
Ἂν τὸ κορίτσι συνηθίσει
μέσα στὴ γυναικεία κάμαρα
νὰ καταγητεύεται
ἀπὸ τὰ γυναικεῖα στολίδια,
ὅταν θὰ φύγει ἀπὸ τὸ πατρικὸ σπίτι
θὰ εἶναι πολὺ δύσκολη
καὶ ἀνυπόφορη
στὸ σύζυγό της
καὶ πιὸ φορτικὴ ἀπὸ ἐκείνους
ποὺ εἰσπράττουν τοὺς φόρους.
Σᾶς εἶπα καὶ ἄλλη φορά,
ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ
ἀρχίζει ἡ κακία
νὰ γίνεται δυσκολοπολέμητη,
ἀπὸ τὸ ὅτι κανένας
δὲ τὰ μιλάει γιὰ ἁγνότητα,
κανένας γιὰ σωφροσύνη,
κανένας γιὰ περιφρόνηση
τῶν χρημάτων καὶ τῆς δόξας,
κανένας γιὰ ἐκεῖνα
ποὺ παραγγέλλει ἡ Γραφή.
18. Ὅταν λοιπὸν
ἀπὸ τὴν πρώτη ἡλικία
στερηθοῦν τὰ παιδιὰ τοὺς δασκάλους,
τί Θὰ γίνουν;
Γιατί, ἂν μερικοί,
ἐνῶ τρέφονται
ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάννας τους
καὶ παιδαγωγοῦνται
μέχρι καὶ τὰ γεράματα,
δὲν κατορθώνουν
νὰ γίνουν σωστοὶ ἄνθρωποι,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς ζωῆς τους
συνηθίζουν σ’ αὐτὰ τὰ ἀκούσματα
ποιό κακὸ εἶναι δυνατὸ
νὰ μὴ κάνουν;
Τώρα ὅμως ὁ καθένας
καταβάλλει κάθε φροντίδα
πῶς νὰ μάθει στὰ παιδιά του
τέχνες καὶ γράμματα,
ρητορικὴ ἱκανότητα στοὺς λόγους,
πῶς ὅμως Θὰ μποροῦσε
ν’ ἀσκηθεῖ ἡ ψυχή τους,
γι’ αὐτὸ κανένας δὲν δείχνει
κανένα ἐνδιαφέρον.
19. Δὲν παύω
νὰ σᾶς παρακαλῶ
καὶ νὰ σᾶς ἱκετεύω
καὶ νὰ ἐπιμένω
στὶς παρακλήσεις μου,
ὥστε πρὶν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα
νὰ δίνετε πρῶτα
σωστὴ ἀνατροφὴ στὰ παιδιά.
Ἂν πραγματικὰ ἀγαπᾶς τὸ παιδί σου,
δεῖξε τὴν ἀγάπη σου ἀπὸ αὐτό·
ἄλλωστε γι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα
Θὰ ἔχεις καὶ ἀμοιβή.
Γιατὶ ἄκουε τὸν Παῦλο ποὺ λέγει·
«ἂν μείνουν σταθεροὶ
στὴν πίστη,
τὴν ἀγάπη
καὶ τὸν ἁγιασμὸ
μὲ σωφροσύνη».
Καὶ ἂν σὺ ἔχεις τὴ συναίσθηση
ὅτι ἔκαμες ἀμέτρητα κακά,
προσπάθησε μαζὶ μ’ αὐτὸ νὰ βρεῖς
καὶ κάποια παρηγοριὰ
γιὰ τὰ κακά σου.
Ἀνάθρεψε ἀθλητὴ γιὰ τὸ Χριστό.
Δὲν λέγω αὐτό,
νὰ τὸ ἐμποδίσεις νὰ συνάψει γάμο
καὶ νὰ τὸ στείλεις στὴν ἔρημο
καὶ νὰ τὸ προετοιμάσεις
νὰ προτιμήσει τὸ μοναχικὸ βίο·
δὲν λέγω αὐτό.
Τὸ Θέλω βέβαια αὐτὸ
καὶ Θὰ εὐχόμουν
ὅλοι νὰ τὸ δέχονταν,
ἀλλ’ ἐπειδὴ Θεωρεῖται
ὅτι εἶναι βαρύ,
δὲν ἀναγκάζω.
Ἀνάθρεψε ἀθλητὴ γιὰ τὸ Χριστὸ
καὶ ζώντας μέσα στὸν κόσμο
δίδαξέ τον
ἀπὸ τὴν πρώτη του ἡλικία
νὰ εἶναι εὐλαβής.
20. Ἂν τὰ καλὰ διδάγματα
ἐντυπωθοῦν στὴν ψυχὴ
ἐνῶ ἀκόμη εἶναι ἁπαλή,
δὲ θὰ μπορέσει κανένας
νὰ τὰ ἐξαλείψει,
ὅταν Θὰ γίνει σκληρὴ
σὰν τὴ σφραγίδα,
ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει
καὶ μὲ τὸ κερί.
Ἔχεις αὐτὸ ἀκόμη
γεμάτο ἀπὸ τρόμο καὶ φόβο
καὶ ποὺ φοβᾶται
καὶ τὸ πρόσωπό σου
καὶ τὰ λόγια σου
καὶ ὁ,τιδήποτε ἄλλο·
κάμε χρήση τῆς ἐξουσίας
ὅπως πρέπει.
Σὺ πρῶτος ἀπολαμβάνεις τὰ ἀγαθά,
ἂν ἔχεις καλὸ γιὸ καὶ μετὰ ὁ Θεὸς·
γιὰ τὸν ἑαυτό σου κοπιάζεις.
21. Λένε πὼς τὰ μαργαριτάρια,
μόλις τὰ βγάλουν
ἀπὸ τὸ νερὸ
εἶναι σὰν νερό.
Ἂν λοιπὸν εἶναι ἔμπειρος
αὐτὸς ποὺ τὰ βγάζει,
τοποθετώντας τὴ σταγόνα ἐκείνη
ἐπάνω στὴν παλάμῃ τοῦ χεριοῦ του
καὶ κινώντας τὸ χέρι του
πρὸς ὅλες τὶς κατευθὺνσεις
καὶ μὲ τρόπο πολὺ προσεκτικὸ
τορνεύει αὐτὴν
καὶ τὴν κάμνει
πάρα πολὺ στρόγγυλη.
Ὅταν ὅμως στερεοποιηθεῖ,
δὲν μπορεῖ τότε
νὰ τῆς δώσει
τὸ σχῆμα ποὺ θέλει.
Γιατὶ τὸ ἁπαλὸ
εἶναι κατάλληλο
γιὰ κάθε σχῆμα,
ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀκόμη στερεοποιημένη
τὴ κατάστασή του,
καὶ γι’ αὐτὸ
εὔκολα παίρνει
ὁποιοδήποτε σχῆμα·
τὸ σκληρὸ ὅμως,
ἐπειδὴ ἔχει ἀποκτήσει τὴ σκληρότητα
σὰν κάποια μόνιμη κατάσταση,
δὲν εἶναι εὔκολο ν’ ἀλλάξει αὐτὴ
καὶ νὰ πάρει ἄλλο σχῆμα.
22. Ὁ καθένας λοιπὸν ἀπὸ σᾶς,
πατέρας ἢ μητέρα,
ὅπως ἀκριβῶς βλέπομε τοὺς ζωγράφους
νὰ ἐπεξεργάζονται
μὲ μεγάλη προσοχὴ καὶ ἀκρίβεια
τὶς εἰκόνες καὶ τὰ ἀγάλματα,
ἔτσι ἂς φροντίζετε καὶ σεῖς
γιὰ τὰ Θαυμαστὰ αὐτὰ ἀγάλματα.
Οἱ ζωγράφοι δηλαδὴ
ἀφοῦ τοποθετήσουν
μπροστά τους
τὸν πίνακα
καθημερινὰ προσθέτουν
τὸ χρῶμα ποὺ χρειάζεται.
Οἱ γλύπτες πάλι
τὸ ἴδιο κάμνουν καὶ αὐτοὶ
ἐπάνω στούς λίθους·
ἀφαιροῦν ὅ,τι εἶναι περιττὸ
καὶ προσθέτουν ὅ,τι λείπει.
Ἔτσι λοιπὸν καὶ σεῖς·
σὰν ἀκριβῶς
κάποιοι κατασκευαστὲς ἀγαλμάτων,
σ’ αὐτὸ νὰ ἔχετε συγκεντρωμένη
ὅλη τὴ φροντίδα σας,
κατασκευάζοντας
τὰ θαυμαστὰ ἀγάλματα
γιὰ τὸ Θεό·
νὰ ἀφαιρεῖτε τὸ περιττὸ
καὶ νά προσθέτετε
ἐκεῖνο ποὺ λείπει·
καὶ καθημερινὰ νὰ ἐξετάζετε
καὶ νὰ βλέπετε
ποιό πλεονέκτημα ἔχουν φυσικό,
ὥστε νὰ τὸ αὐξάνετε,
καὶ ποιό ἐλάττωμά τους εἶναι φυσικό,
ὥστε νὰ τὸ ἐξαλείφετε.
Καὶ μὲ μεγάλη προσοχὴ
πρῶτα πρῶτα
νὰ ξεριζώνετε ἀπ’ αὐτὰ
τὸ αἴτιο τῆς ἀκολασίας·
γιατὶ αὐτὸς ὁ ἔρωτας κυρίως
ἐνοχλεῖ τὶς ψυχὲς τῶν νέων.
Ἢ καλύτερα
προτοῦ τὸ παιδὶ γνωρίσει αὐτὴν
δίδαξέ το
νὰ εἶναι νηφάλιο,
προσεκτικό,
νὰ καταγίνεται μὲ τὶς προσευχές,
καὶ σὲ ὁ,τιδήποτε λέγει ἢ πράττει
νὰ κάμνει τὸ σταυρό του.
23. Θεώρησε
ὅτι εἶσαι βασιλιὰς
ποὺ ἔχεις ὑπὸ τὴν ἐξουσία σου
μιὰ πόλη,
τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ σου·
γιατὶ πραγματικὰ
εἶναι πόλη ἡ ψυχή.
Καὶ ὅπως ἀκριβῶς
μέσα στὴν πόλη
ἄλλοι κλέβουν,
καὶ ἄλλοι ἀποδίδουν δικαιοσύνη,
ἄλλοι ἐργάζονται
καὶ ἄλλοι ὅλα τὰ κάμνουν
ὅπως τύχει,
ἔτσι λοιπὸν ἐνεργοῦν
καὶ στὴν ψυχὴ
ἡ διάνοια
καὶ οἱ λογισμοί·
ἄλλοι ἀπ’ αὐτοὺς
στρατεύονται ἐναντίον ἐκείνων
ποὺ ἀδικοῦν,
ὅπως ἀκριβῶς κάνουν
οἱ στρατιῶτες στὴν πόλη·
ἄλλοι φροντίζουν γιὰ ὅλο τὸν ἄνθρωπο,
καὶ γιὰ τὸ σῶμα καὶ γιὰ τὴν κατοικία,
ὅπως ἀκριβῶς κάμνουν
στὶς πόλεις οἱ πολίτες τους·
ἄλλοι δίνουν ἐντολές,
ὅπως ἀκριβῶς οἱ ἄρχοντες στὶς πόλεις·
καὶ ἄλλοι ἀπ’ αὐτοὺς
διηγοῦνται ἀσελγῆ πράγματα,
ὅπως ἀκριβῶς κάμνουν
οἱ ἀκόλαστοι στὶς πόλεις,
ἐνῶ ἄλλοι διηγοῦνται σεμνὰ πράγματα,
ὅπως κάμνουν
οἱ σώφρονες στὶς πόλεις·
ἄλλοι πάλι εἶναι θηλυπρεπεῖς,
ὅπως εἶναι οἱ γυναῖκες οἱ δικές μας,
ἐνῶ ἄλλοι μιλοῦν
καὶ λέγουν ἀνοησίες,
ὅπως κάμνουν τὰ παιδιά·
καὶ τέλος
ἄλλοι ἀπ’ αὐτοὺς σὰν δοῦλοι
δέχονται διαταγές,
ὅπως συμβαίνει
μὲ τοὺς δούλους στὶς πόλεις,
ἐνῶ ἄλλοι εἶναι εὐγενεῖς,
ὅπως εἶναι οἱ ἐλεύθεροι στὶς πόλεις.
24. Χρειαζόμαστε λοιπὸν νόμους,
ὥστε τοὺς κακοὺς
νὰ τοὺς ἐξορίζομε,
ἐνῶ τοὺς καλοὺς
νὰ τοὺς ἐπιδοκιμάζομε
καὶ νὰ μὴ ἀφήνομε τοὺς κακοὺς
νὰ ἐπαναστατοῦν
ἐναντίον τῶν καλῶν.
Γιατί,
ὅπως ἀκριβῶς στὴν πόλη
ἂν θεσπίσει κανεὶς νόμους
ποὺ νὰ παρέχουν
πολλὴ ἐλευθερία
στοὺς κλέπτες,
αὐτὸς κατέστρεψε τὸ πᾶν,
καὶ ἂν οἱ στρατιῶτες
δὲν χρησιμοποιοῦν τὸ θυμὸ
ὅπως πρέπει,
κατέστρεψαν τὸν πᾶν,
καὶ ἂν ἐπίσης ὁ καθένας
ἀφήσει τὴ θέση του
καὶ προσπαθεῖ νὰ καταλάβει
τὴ θέση ἄλλου,
μὲ τὴν πλεονεξία αὐτὴ
κατέστρεψε τὴν εὐταξία,
ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐδῶ.
25. Πόλη λοιπὸν εἶναι
ἡ ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ,
πόλη ποὺ μόλις κτίσθηκε,
πόλη ποὺ ἔχει ξένους πολίτες
καὶ ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ ἐμπειρία.
Καὶ αὐτοὺς πρὸ πάντων τοὺς πολίτες
εἶναι εὔκολο νὰ τοὺς δώσει κανεὶς
καλὲς συνήθειες.
Γιατὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔζησαν
μὲ κακὸ τρόπο στὴ ζωή τους,
ὅπως ἀκριβῶς εἶναι οἱ γέροντες,
δύσκολα θὰ μποροῦσαν
ν’ ἀλλάξουν τρόπους,
δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸ καὶ ἀδύνατο·
γιατὶ εἶναι δυνατὸ
καὶ ἐκεῖνοι ν’ ἀλλάξουν τρόπους,
ἂν θέλουν·
ἐνῶ ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ἐντελῶς ἄπειροι
εὔκολα θὰ δέχονταν τοὺς νόμους σου.
26. Ὅρισε λοιπὸν νόμους
στὴν πόλη αὐτὴ
καὶ στοὺς πολίτες της
φοβεροὺς καὶ αὐστηροὺς
καὶ γίνε προστάτης ἐκείνων
ποὺ παραβαίνονται·
γιατὶ δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτε
νὰ θεσπίζεις νόμους,
ἐὰν δὲν ἀκολουθεῖ
καὶ ἡ τιμωρία στοὺς παραβάτες.
27. Ὅρισε λοιπὸν νόμους
στὴν πόλη αὐτὴ
καὶ πρόσεχε
νὰ τηροῦνται μὲ ἀκρίβεια·
γιατὶ ἡ νομοθεσία μας
εἶναι ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης·
χτίζομε σήμερα πόλη.
Ἂς ὑποθέσομε λοιπὸν
ὅτι οἱ περίβολοι καὶ οἱ πύλες
εἶναι οἱ τέσσερις αἰσθήσεις·
ὅλο τὸ ὑπόλοιπο σῶμα
ἂς εἶναι σὰν τεῖχος,
ἔχοντας πύλες του
τοὺς ὀφθαλμούς,
τὴ γλῶσσα,
τήν ἀκοή,
τὴν ὄσφρηση
καὶ ἂν θέλεις
καὶ τὴν ἀφή·
γιατὶ ἀπὸ τὶς πύλες αὐτὲς
καὶ μπαίνουν καὶ βγαίνουν
οἱ πολίτες τῆς πόλεως αὐτῆς·
δηλαδὴ οἱ λογισμοὶ
ἀπὸ τὶς πύλες αὐτὲς
καὶ καταστρέψονται
καὶ ὁδηγοῦνται στὴν ἐπιτυχία.
28. Ἐμπρὸς λοιπὸν
ἂς ἔρθομε πρῶτα
στὴν πύλη τῆς γλώσσας,
ἐπειδὴ αὐτὴ πρὸ πάντων εἶναι ἐκείνη
ποὺ κάμνει τὴ μεγαλύτερη ἐργασία,
καὶ πρὶν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα
ἂς κατασκευάσομε γι’ αὐτὴν πρῶτα
θυρόφυλλα καὶ μοχλούς,
ὄχι ἀπὸ ξύλα
οὔτε ἀπὸ σίδερο,
ἀλλὰ ἀπὸ χρυσό.
Καὶ πραγματικὰ
εἶναι χρυσὴ ἡ πύλη αὐτὴ
ποὺ κατασκευάζεται.
Γιατὶ δὲν πρόκειται
κάποιος ἄνθρωπος
νὰ κατοικήσει
σ’ αὐτὴν τὴν πόλη,
ἀλλ’ ὁ βασιλιὰς τῶν πάντων,
ἂν κατασκευασθεῖ ὅπως πρέπει.
Καὶ ὅσο προχωρεῖ ὁ λόγος
θὰ γνωρίσετε
καὶ ποῦ τοποθετοῦμε
τὰ ἀνάκτορα αὐτοῦ.
Ἂς κατασκευάσομε λοιπὸν γι’ αὐτὴν
θυρόφυλλα καὶ μοχλοὺς ἀπὸ χρυσό,
τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ,
ὅπως λέγει ὁ προφήτης·
«τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ
εἶναι στὸ στόμα μου
πιὸ γλυκὰ
ἀπὸ μέλι καὶ κερί»,
καὶ «πιὸ ἐπιθυμητὰ
ἀπὸ χρυσάφι
καὶ λίθο πολύτιμο».
Ἂς διδάσκομε αὐτὰ
νὰ ἔχουν τὰ λόγια αὐτὰ
διαρκῶς στὰ χείλη τους,
καὶ στοὺς περιπάτους ἀκόμη,
ὄχι ἔτσι ἀπλὰ καὶ περίεργα
οὔτε καὶ σπάνια,
ἀλλὰ διαρκῶς.
Καὶ ἂς μὴ τοποθετήσομε
στὰ θυρόφυλλα
μόνο μιὰ φλούδα χρυσοῦ,
ἀλλὰ ἂς τὰ κατασκευάσομε
ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ χρυσὸ
χονδρὰ καὶ βαριά,
καὶ ἂς ἔχουν ἀπὸ μέσα
λίθους πολύτιμους,
ἀντὶ νὰ ἔχουν ἐξωτερικὰ
συγκολλημένους λίθους.
Μοχλὸς τῶν θυροφύλλων αὐτῶν
ἂς εἶναι ὁ σταυρὸς τοῦ Κυρίου,
κατασκευασμένος ἐξ ὁλοκλήρου
ἀπὸ πολύτιμους λίθους
καὶ τοποθετημένος
στὸ μέσο τῶν θυροφύλλων
καὶ σὲ θέση πλάγια.
Καὶ ὅταν κατασκευάσομε ἔτσι
τὰ θυρόφυλλα
χονδρὰ καὶ χρυσὰ
καὶ τοποθετήσομε καὶ τὸ μοχλό,
στὴ συνέχεια
ἂς κατασκευάσομε ἀντάξιους αὐτῆς
καὶ τοὺς πολίτες της.
Καὶ ποιοί εἶναι αὐτοί;
Ἂς διδάσκομε τὸ παιδὶ
νὰ λέγει λόγια
σεμνὰ καὶ εὐσεβῆ.
Καὶ ἂς ἀπομακρύνομε προσεκτικὰ
κάθε ξένον,
ὥστε νὰ μὴ μποῦν
ἀνάμεσα στοὺς πολίτες αὐτοὺς
τίποτε μιγάδες
καὶ φθοροποιοὶ ἄνθρωποι·
δηλαδὴ ἂς ἀπομακρύνομε
τοὺς ὑβριστικοὺς
καὶ χλευαστικοὺς λόγους,
τοὺς ἀνόητους,
τοὺς αἰσχρούς,
τοὺς κοσμικοὺς
καὶ τοὺς ἀναγκαίους
γιὰ τὴν ἐξεύρεση πόρων ζωῆς.
Καὶ κανένας ἂς μὴ μπαίνει
ἀπὸ αὐτὲς τὶς πύλες,
ἀλλὰ μόνο ὁ βασιλιάς.
Καὶ αὐτὴ ἡ πύλη
ἂς εἶναι ἀνοιγμένη γι’ αὐτὸν
καὶ γιὰ ὅλους τοὺς δικούς του,
ὥστε νὰ λέγεται καὶ γι’ αὐτήν·
«αὐτὴ εἶναι ἡ πύλη τοῦ Κυρίου,
καὶ μόνο οἱ δίκαιοι
θὰ μποῦν ἀπ’ αὐτήν».
Καὶ κατὰ τὸν μακάριο Παῦλο,
«μόνο ἀγαθὸς λόγος
νὰ βγαίνει ἀπ’ αὐτὸ
γιὰ νὰ οἰκοδομεῖ
καὶ νὰ ὠφελεῖ
ἐκείνους ποὺ τὸν ἀκοῦν».
Τὰ λόγια του
νὰ εἶναι λόγια εὐχαριστίας
πρὸς τὸ Θεὸ
καὶ ὕμνοι σεμνοί·
ἂς μιλοῦν πάντοτε γιὰ τὸ Θεό,
γιὰ τὴν οὐράνια φιλοσοφία.
29. Πῶς λοιπὸν θὰ γίνει αὐτό;
καὶ μὲ ποιό τρόπο
θὰ παιδαγωγήσομε αὐτά;
Ἂν εἴμαστε αὐστηροὶ κριτὲς
τῶν πράξεών του·
γιατὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ εὔκολο
γιὰ τὸ παιδί.
Πῶς;
Γιατὶ δὲν ἀγωνίζεται
γιὰ χρήματα,
οὔτε γιὰ δόξα·
εἶναι ἀκόμη παιδί·
δὲν ἐνδιαφέρεται
γιὰ γυναίκα,
οὔτε γιὰ παιδιά,
οὔτε γιὰ σπίτι.
Ἑπομένως ποιά ἀφορμὴ
θὰ μποροῦσε νὰ ἔχει
γιὰ ὕβρη καὶ βλασφημία;
Ὅλος ὁ ἀγώνας του εἶναι
πρὸς τοὺς συνομήλικές του.
30. Ὅρισέ του ἀμέσως νόμο
νὰ μὴ βρίζει κανένα,
οὔτε νὰ βλασφημεῖ,
οὔτε νὰ ὁρκίζεται,
καὶ ν’ ἀποφεύγει
τὶς φιλονεικίες.
Καὶ ἂν δεῖς
ὅτι παραβαίνει τὸ νόμο,
τιμώρησέ το,
ἄλλοτε μὲ ὕφος αὐστηρό,
ἄλλοτε μὲ λόγια
ποὺ μποροῦν νὰ πληγώσουν,
ἄλλοτε μὲ ἐπιτιμήσεις,
καὶ ἄλλοτε πάλι
κολάκευσέ το
καὶ δός του ὑποσχέσεις.
Νὰ μὴ τὸ χτυπᾶς διαρκῶς,
οὔτε νὰ τὸ συνηθίσεις
σὲ τέτοιο τρόπο παιδαγωγίας·
γιατί, ἂν μάθει
νὰ παιδαγωγεῖται ἔτσι συνεχῶς,
θὰ μάθει καὶ νὰ περιφρονεῖ,
καὶ ἂν μάθει νὰ περιφρονεῖ,
τότε ὅλα καταστράφηκαν.
Ἀλλὰ νὰ φοβᾶται βέβαια
πάντοτε τὸ ξύλο,
νὰ μὴ δέρνεται ὅμως·
καὶ νὰ δείχνεται τὸ μαστίγιο,
ἀλλὰ νὰ μὴ μαστιγώνεται.
Οἱ ἀπειλὲς ἐπίσης
νὰ μὴ πραγματοποιοῦνται·
ἀλλ’ αὐτὸ νὰ μὴ εἶναι φανερό,
ὅτι τὰ λόγια φθάνουν μόνο
μέχρι τὶς ἀπειλές·
γιατὶ ἡ ἀπειλὴ
τότε εἶναι καλή,
ὅταν πιστεύεται
ὅτι θὰ πραγματοποιηθεῖ·
ἂν ὅμως ἐκεῖνος ποὺ ἔφταιξε
μάθει τὴν ἐπιείκεια,
θὰ δείξει περιφρόνηση.
Νὰ περιμένει λοιπὸν
τὴν παιδαγωγικὴ τιμωρία,
νὰ μὴ τιμωρεῖται ὅμως
γιὰ νὰ μὴ σβήνει ὁ φόβος,
ἀλλὰ νὰ μένει
σὰν ἀκριβῶς φωτιὰ φουντωμένη,
καταστρέφοντας ἀπὸ παντοῦ
ὅλα τὰ ἀγκάθια·
ἢ σὰν κοφτερὴ καὶ μεγάλη τσάπα,
ποὺ σκάβει πολὺ βαθιά.
Ὅταν ὅμως δεῖς,
ὅτι ὁ φόβος ὠφέλησε,
ἄφησέ τον·
γιατὶ ἡ φύση μας
ἔχει ἀνάγκη
καὶ ἀπὸ κάποια ἄνεση.
31. Δίδαξέ το
νὰ εἶναι γεμάτο
ἐπιείκεια καὶ φιλανθρωπία
καὶ ἂν δεῖς
νὰ συμπεριφέρεται μὲ αὐθάδεια
στὸ συνοδό του,
μὴ τὸ παραβλέψεις αὐτό,
ἀλλὰ τιμώρησε τὸν ἐλεύθερο.
Γιατί,
ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει
ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται
οὔτε πρὸς τὸν δοῦλο του
νὰ φέρεται ὑβριστικά,
πολὺ περισσότερο
δὲν θὰ βλασφημήσει
οὔτε καὶ θὰ κακολογήσει
τὸν ἐλεύθερο καὶ ὀμότιμό του.
Ράψε τὸ στόμα του
γιὰ τὰ κακὰ λόγια.
Ἂν δεῖς
νὰ κατηγορεῖ κάποιον
κλεῖσε τὸ στόμα του
καὶ μετάφερε τὴ γλῶσσα του
στὰ δικά του σφάλματα.
32. Αὐτὰ συμβούλευε
καὶ τὴ μητέρα
καὶ τὸν παιδαγωγὸ
καὶ τὸν συνοδό του
νὰ τὰ λέγουν στὸ παιδί,
ὥστε ὅλοι μαζὶ
νὰ εἶναι φύλακες,
προσέχοντας νὰ μὴ βγαίνει
καμιὰ ἀπὸ τὶς πονηρὲς ἐκεῖνες σκέψεις
ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ παιδιοῦ
καὶ τὶς χρυσὲς θύρες του.
33. Καὶ μὴ νομίσεις,
σὲ παρακαλῶ,
ὅτι τὸ πράγμα αὐτὸ
χρειάζεται πολὺ χρόνο.
Ἂν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ
δείξεις αὐστηρότητα
καὶ τὸ φοβερίσεις
καὶ βάλεις τόσους φύλακες,
εἶναι ἀρκετοὶ δύο μῆνες
γιὰ νὰ κατορθωθεῖ τὸ πᾶν
καὶ τὸ πράγμα ἀποκτὰ
κατὰ κάποιο τρόπο
φυσικὴ σταθερότητα.
34. Αὐτὴ λοιπὸν
ἡ πύλη τῆς γλώσσας
τότε θὰ μποροῦσε νὰ γίνει
ἐπάξια τοῦ Κυρίου,
ὅταν δὲν λέγει
οὔτε αἰσχρὰ λόγια,
οὔτε εὐτράπελα,
οὔτε ἀνόητα,
οὔτε τίποτε ἄλλο,
ἀλλὰ μόνο ὅλα ἐκεῖνα
ποὺ ταιριάζουν στὸν Κύριο.
Γιατί, ἂν ἐκεῖνοι
ποὺ ἑτοιμάζουν τὰ παιδιά τους
γιὰ τὴ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία,
διδάσκουν τοὺς ὑποψήφιους στρατιῶτες
καὶ νὰ τοξεύουν
καὶ νὰ φοροῦν
τὸ στρατιωτικὸ μανδύα
καὶ νὰ ἱππεύουν,
καὶ δὲν γίνεται
κανένα ἐμπόδιο
ἡ ἡλικία τους,
πολὺ περισσότερο
πρέπει νὰ φοροῦν
ὅλον αὐτὸν τὸν βασιλικὸ στολισμὸ
οἱ στρατιῶτες
τῆς οὐράνιας βασιλείας.
Ἂς μαθαίνουν λοιπὸν
νὰ ψάλλουν στὸ Θεό,
γιὰ νὰ μὴ τὰ δίνεται ἡ εὐκαιρία
ν’ ἀσχολοῦνται μὲ αἰσχρὰ ἄσματα
καὶ φλύαρα διηγήματα.
35. Ἔτσι λοιπὸν
ν’ ἀσφαλίζεται αὐτὴ ἡ πύλη
καὶ ἐκεῖνοι μόνο
νὰ θεωροῦνται πολίτες
τῆς πόλεως αὐτῆς·
ὅλους τοὺς ἄλλους
νὰ τοὺς θανατώνομε
μέσα σ’ αὐτήν,
ὅπως ἀκριβῶς
οἱ μέλισσες τοὺς κηφῆνες,
μὴ ἀφήνοντάς τους
νὰ βγοῦν ἔξω
οὔτε νὰ θορυβοῦν.
36. Ἂς ἔρθουμε τώρα
σὲ μιὰ ἄλλη πύλη.
Ποιά λοιπὸν εἶναι αὐτή;
Αὐτὴ ποὺ βρίσκεται
κοντὰ στὴν προηγουμένη
καὶ ἔχει μεγάλη συγγένεια μ’ ἐκείνην,
ἐννοῶ τὴν ἀκοή.
Γιατὶ ἐκείνη
ἔχει τοὺς πολίτες
ποὺ βγαίνουν
ἀπὸ μέσα πρὸς τὰ ἔξω
καὶ κανένας δὲν μπαίνει μέσα
ἀπὸ ἐκείνη τὴν πύλη,
ἐνῶ αὐτῆς οἱ πολίτες
μπαίνουν μέσα ἀπὸ ἔξω
καὶ κανένας πολίτης
δὲν βγαίνει ἀπ’ αὐτήν.
Ἔχει λοιπὸν
μεγάλη συγγένεια
αὐτὴ πρὸς ἐκείνην·
γιατί,
ἂν δὲν ἀφήνει νὰ μπαίνει
ἀπὸ τὴν εἴσοδό της
κανένας ἀπὸ τοὺς διαφθορεῖς
καὶ διεφθαρμένους,
τότε δὲν δυσκολεύεται καὶ πολὺ τὸ στόμα·
ἂν δηλαδὴ δὲν ἀκούει
αἰσχρὰ καὶ πονηρὰ λόγια,
οὔτε καὶ λέγει αἰσχρὰ λόγια·
ὅπως πάλι
ἂν αὐτὴ εἶναι διάπλατα ἀνοιγμένη σ’ ὄλους,
θὰ καταστρέψει ἐκείνην
καὶ θὰ προξενήσει ἀναστάτωση
σ’ ὅλους τοὺς μέσα πολίτες.
Καὶ ἴσως ἔπρεπε προηγουμένως
νὰ μιλήσομε καὶ νὰ ποῦμε
ὅλα τὰ σχετικὰ μ’ αὐτὴν
καὶ νὰ φράξομε πρῶτα τὴν εἴσοδο.
37. Τίποτε λοιπὸν τὸ ἀπρεπὲς
νὰ μὴ ἀκοῦν τὰ παιδιὰ
οὔτε ἀπὸ τοὺς δούλους
οὔτε ἀπὸ τὸν παιδαγωγὸ
οὔτε ἀπὸ τὶς τροφούς.
Ἀλλά, ὅπως ἀκριβῶς τὰ φυτὰ
τότε πρὸ πάντων
ἔχουν μεγάλη ἀνάγκη
ἀπὸ τὴ φροντίδα μας,
ὅταν εἶναι τρυφερά,
ἔτσι καὶ τὰ παιδιά.
Ἂς φροντίζομε λοιπὸν
νὰ βρίσκομε καλὲς τροφούς,
ὥστε νὰ μπαίνει
ἀπὸ τὴ βάση τους
καλὸ θεμέλιο
καὶ νὰ μὴ δέχονται αὐτὰ
ἀπὸ τὴν ἀρχὴ
τίποτε τὸ πονηρό.
38. Οὔτε λοιπὸν ν’ ἀκοῦν
γραώδη καὶ μωρὰ
καὶ ἀνόητα παραμύθια.
«Ὁ τάδε», λέγει,
«φίλησε τὴν τάδε»·
«τὸ βασιλόπουλο
καὶ ἡ βασιλοπούλα
ἔκαμαν αὐτό».
Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ
ἂς μὴν ἀκοῦν,
ἀλλ’ ἂς ἀκοῦν ἄλλα,
χωρὶς καμιὰ περιπλοκὴ νοημάτων,
ἀλλὰ μὲ μεγάλη ἁπλότητα.
Κι αὐτὸ βέβαια
εἶναι δυνατὸ νὰ γίνει
καὶ ἀπὸ τοὺς δούλους
καὶ ἀπὸ τοὺς συνοδούς,
ἀλλ’ ὄχι ἀπὸ ὅλους·
νὰ μὴ ἐπιτρέπεται
σ’ ὅλους τοὺς δούλους
ν’ ἀναμειγνύονται,
ἀλλὰ νὰ εἶναι δοκιμασμένοι
ἐκεῖνοι ποὺ θὰ μᾶς βοηθοῦν
στὴν τέχνη μας,
ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἔμπειροι
ἐκεῖνοι ποὺ βοηθοῦν
στὴν ἐπεξεργασία τοῦ ἀγάλματος.
Γιατὶ πῶς δὲν εἶναι παράλογο,
ἂν ἤμασταν οἰκοδόμοι
καὶ χτίζαμε τὴν οἰκία
κάποιου ἄρχοντα,
νὰ μὴ ἀφήναμε εὔκολα
ὅλους τοὺς δούλους
νὰ παίρνουν μέρος
στὸ χτίσιμο,
ἐνῶ τώρα ποὺ χτίζομε πύλη
γιὰ τὸν ἐπουράνιο βασιλιὰ
καὶ πολίτες
νὰ ἐπιτρέπομε σ’ ὅλους
τὸ ἔργο αὐτό;
Ἀς μᾶς βοηθοῦν λοιπὸν
στὸ ἔργο μας
ὅσοι ἀπὸ τοὺς δούλους
εἶναι κατάλληλοι·
ἂν ὅμως
δὲν εἶναι κανένας κατάλληλος,
ψάξε τότε νὰ βρεῖς ἐλεύθερο μὲ μισθό,
ἄνδρα ἐνάρετο,
καὶ σ’ ἐκεῖνον πρὸ πάντων
ἀνάθεσε τὸ πᾶν,
ὥστε νὰ σὲ βοηθήσει
στὸ ἔργο σου.
39. Ἂς μὴ ἀκοῦν λοιπὸν
τέτοια παραμύθια.
Ἀλλ’ ὅταν μένει ἐλεύθερο
ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν μαθημάτων
(γιατὶ ἡ ψυχὴ ἀγαπᾶ
ν’ ἀκούει παλαιὰ διηγήματα),
λέγε σ’ αὐτό τότε
τέτοιες ἱστορίες,
ἀπομακρύνοντας αὐτὸ
ἀπὸ κάθε τὸ παιδαριῶδες·
γιατὶ φιλόσοφο ἀνατρέφεις
καὶ ἀθλητὴ
καὶ πολίτη τῶν οὐρανῶν·
λέγε λοιπὸν σ’ αὐτὸ
τὴν ἑξῆς διήγηση·
«ὑπῆρχε στὴν ἀρχὴ ἕνας πατέρας
ποὺ εἶχε δυὸ παιδιά, ἀδέρφια».
Ἔπειτα,
σταματώντας λίγο,
πρόσθεσε·
«καὶ ποὺ γεννήθηκαν
ἀπὸ τὴν ἴδια κοιλιά.
Τὸ ἕνα ἦταν μεγαλύτερο
καὶ τὸ ἄλλο μικρότερο.
Καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ μεγαλύτερο
ἦταν γεωργός,
ἐνῶ τὸ μικρότερο βοσκός.
Καὶ αὐτό, τὸ νεώτερο,
ὁδηγοῦσε τὰ πρόβατα
στὶς κοιλάδες καὶ τὶς λίμνες».
Καὶ νὰ τὰ διηγεῖσαι
μὲ τρόπο εὐχάριστο,
ὥστε καὶ εὐχαρίστηση
νὰ προξενοῦν στὸ παιδὶ
καὶ νὰ μὴ κουράζουν
τὴν ψυχή του.
«Τὸ ἄλλο ἔσπερνε καὶ φύτευε.
Κάποτε λοιπὸν θέλησαν
νὰ τιμήσουν τὸ θεό.
Ὁ ποιμένας τότε
πῆρε τὰ καλύτερα
ἀπὸ τὸ ποίμνιό του
καὶ τὰ πρόσφερε στὸ Θεό».
Δὲν εἶναι πολὺ καλύτερα
ἀντὶ γιὰ τὰ χρυσόμαλλα πρόβατα
καὶ τὰ τερατώδη ἐκεῖνα διηγήματα
νὰ διηγεῖσαι αὐτά;
Ἔπειτα διέγειρε περισσότερο αὐτὸ
(γιατὶ ἔχει μιὰ τέτοια δύναμη
καὶ ἡ διήγηση)
χωρὶς νὰ προσθέτεις
τίποτε τὸ ψευδές,
ἀλλ’ ὅσα λέγει ἡ Γραφή.
«Ἐπειδὴ λοιπὸν
πρόσφερε στὸ θεὸ
τὰ καλύτερα,
ἀμέσως κατέβηκε φωτιὰ
ἀπὸ τὸν οὐρανὸ
καὶ ἅρπαξε καὶ μετέφερε ὅλα
στὸ οὐράνιο Θυσιαστήριο.
Ὁ μεγαλύτερος ὅμως ἀδελφὸς
δὲν ἔκαμε τὸ ἴδιο,
ἀλλὰ πηγαίνει καί,
ἀφοῦ ἔβαλε στὴν ἀποθήκη του
ἀπὸ τοὺς κόπους του
τὰ καλύτερα προϊόντα,
πρόσφερε στὸ Θεὸ τὰ δεύτερα.
Ὁ Θεὸς τότε
δὲν τὰ πρόσεξε αὐτά,
ἀλλὰ τὰ ἀποστράφηκε
καὶ τὰ ἄφησε νὰ μένουν στὴ γῆ,
ἐνῶ τοῦ νεώτερου
τὰ δέχθηκε κοντά του».
Ὄπως ἀκριβῶς γίνεται
μὲ τοὺς ἰδιοκτῆτες μεγάλων κτημάτων·
ἄλλον ἀπὸ ἐκείνους
ποὺ φέρνουν τὰ ἐνοίκια
τὸν δέχεται μέσα ὁ κύριος,
ἐνῶ ἄλλον τὸν ἀφήνει ἔξω νὰ στέκεται·
τὸ ἴδιο λοιπὸν ἔγινε καὶ ἐδῶ.
Τί γίνεται λοιπὸν στὴ συνέχεια;
«Στενοχωριόταν ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς
ἐπειδὴ περιφρονήθηκε
καὶ εἶχε ἀποδειχθεῖ κατώτερος
καὶ ἦταν σκυθρωπός.
Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ θεός·
«Γιατί εἶσαι λυπημένος;
Δὲν ἤξερες ὅτι προσφέρεις στὸ Θεό;
Γιατί δὲ μὲ τίμησες ὅπως ἔπρεπε;
γιὰ ποιό πράγμα
μπορεῖς νὰ μὲ κατηγορήσεις;
γιὰ ποιό λόγο
μοῦ πρόσφερες τὰ κατώτερα;».
Καὶ ἂν νομίζεις
ὅτι πρέπει νὰ χρησιμοποιήσεις
πιὸ ἀπλὰ λόγια,
μπορεῖς νὰ τοῦ πεῖς·
«Ἐκεῖνος μὴ μπορώντας
νὰ πεῖ τίποτε
ἡσύχασε»,
ἢ καλύτερα
«ἐσιώπησε.
Ὕστερα ἀπ’ αὐτὰ
ὅταν εἶδε
τὸν ἀδελφό του τὸν μικρότερο
τοῦ λέγει·
«πᾶμε στὴν πεδιάδα».
Καὶ ἀφοῦ τὸν ὀδήγησε ἐκεῖ μὲ δόλο
τὸν ἔπιασε ὁ μεγαλύτερος
καὶ τὸν σκότωσε.
Καὶ νόμιζε
ὅτι τὴν πράξῃ του αὐτὴ
δὲν τὴν γνωρίζει ὁ Θεός.
Ἔρχεται πρὸς αὐτὸν τότε ὁ Θεὸς
καὶ τοῦ λέγει·
«ποῦ εἶναι ὁ ἀδελφός σου;»
τοῦ ἀπαντᾶ ἐκεῖνος·
«δὲν ξέρω·
μήπως εἶμαι φύλακας
τοῦ ἀδελφοῦ μου;»
Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Θεός·
«νά, τὸ αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου
φωνάζει δυνατὰ
ἀπὸ τὴ γῆ
πρὸς ἐμένα».
Ἂς κάθεται δίπλα καὶ ἡ μητέρα
τὴν ὥρα ποὺ διαπλάθεται ἔτσι
ἡ ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ
μὲ τὰ διηγήματα αὐτὰ,
ὥστε καὶ αὐτὴ νὰ βοηθάει
καὶ νὰ ἐπαινεῖ
τὰ λεγόμενα.
«Τί ἔγινε λοιπὸν
μετὰ ἀπ’ αὐτό;
Ἐκεῖνον ὁ Θεὸς τὸν δέχθηκε
στὸν οὐρανό,
καὶ ἀφοῦ πέθανε ἐδῶ
ζεῖ ἐκεῖ ἐπάνω».
Πραγματικὰ
μετὰ τέτοιου εἴδους διηγήματα
ἀποδέχεται τὸ παιδὶ
τὴν ἀνάσταση.
Γιατί,
ἂν στὰ παραμύθια
λέγονται τέτοιες τερατολογίες,
ὅτι δηλαδὴ
«τὴν ἔκαμε», λέγει, «ἡμίθεο»,
καὶ πιστεύει τὸ παιδὶ
(καὶ δὲν ξέρει βέβαια
τί εἶναι «ἡμίθεο»,
γνωρίζει ὅμως
ὅτι εἶναι κάτι τὸ ἀνώτερο
ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο,
καὶ ἀκούοντάς το
νιώθει θαυμασμό),
πολὺ περισσότερο,
ὅταν ἀκούει γιὰ ἀνάσταση
καὶ ὅτι ἀνέβηκε ἡ ψυχή του
στὸν οὐρανό.
«Καὶ ἐκεῖνον
τὸν πῆρε ἀμέσως στὸν οὐρανό,
ἐνῶ αὐτός,
ποὺ τὸν φόνευσε,
ἔζησε πολλὰ χρόνια στὴ γῆ
ὑποφέροντας συνέχεια,
ζῶντας μὲ σύντροφο
τὸ φόβο καὶ τὸν τρόμο,
ὑπόφερε ἀμέτρητα κακὰ
καὶ καθημερινὰ τιμωροῦνταν».
Καὶ περιέγραψε τὴν τιμωρία
μὲ τρόπο φοβερὸ
καὶ ὄχι μὲ τρόπο μαλακό,
λέγοντας
«ἄκουσε ἀπὸ τὸ θεὸ
νὰ τοῦ λέγει,
«στενάζοντας καὶ τρέμοντας
θὰ ζεῖς ἐπάνω στὴ γῆ».
Βέβαια τὸ παιδὶ δὲν γνωρίζει
τί σημαίνει αὐτό,
γι’ αὐτὸ πές του·
«ὅπως ἀκριβῶς σὺ στεκόμενος
μπροστὰ στὸ δάσκαλό σου
καὶ ἀγωνιώντας,
ἂν κάποτε
πρόκειται νὰ μαστιγωθεῖς,
τρέμεις καὶ φοβᾶσαι,
ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐκεῖνος
ζοῦσε διαρκῶς,
ἐπειδὴ εἶχαν διαταραχθεῖ
οἱ σχέσεις του μὲ τὸ Θεό».
40. Τοῦ εἶναι ἀρκετὰ αὐτὰ
μέχρις ἐδῶ·
καὶ αὐτὸ
νὰ τοῦ τὸ διηγηθεῖς ἕνα βράδυ
καὶ ἐνῶ θὰ τρώγετε.
Καὶ πάλι
νὰ τοῦ τὰ ξαναδιηγηθεῖ τὰ ἴδια
ἡ μητέρα του.
Ἔπειτα,
ἀφοῦ τὰ ἀκούσει
πολλὲς φορές,
ζήτησε νὰ σοῦ τὰ διηγηθεῖ καὶ αὐτό.
Πές του
«διηγήσου μου
ἐκείνη τὴν ἱστορία»,
ὥστε νὰ διεγείρεται
καὶ ἡ φιλοτιμία αὐτοῦ.
Καὶ ἀφοῦ τὴν μάθει καλὰ
τὴν ἱστορία,
τότε πές του
καὶ τὴν ὠφέλεια
ποὺ ἔχει ἀπ’ αὐτήν.
Βέβαια γνωρίζει ἡ ψυχὴ
ἀπὸ μόνη της
ὅταν ἀκούει μιὰ διήγηση
νὰ ξεχωρίζει
καὶ νὰ παίρνει ἀπ’ αὐτὴν
τοὺς καρποὺς
πρὶν ἀπὸ τὴ δική σου ἐπεξεργασία,
πλὴν ὅμως
πές του καὶ σὺ μετὰ αὐτά·
«βλέπεις
πόσο μεγάλο κακὸ εἶναι
τὸ νὰ φθονεῖς
τὸν ἀδελφό σου;
Βλέπεις
πόσο μεγάλο κακὸ εἶναι
τὸ νὰ νομίζεις
ὅτι κρύβεσαι ἀπὸ τὸ Θεό;
Γιατὶ ἐκεῖνος τὰ βλέπει ὅλα,
καὶ ἐκεῖνα ποὺ γίνονται στὰ κρυφά».
Ἂν αὐτὸ μόνο τὸ δίδαγμα σπείρεις
μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ,
δὲν θὰ χρειασθεῖς παιδαγωγό,
γιατὶ ὁ φόβος αὐτὸς πρὸς τὸ Θεὸ
θὰ βρίσκεται στὴ σκέψη τοῦ παιδιοῦ
πάνω ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο φόβο
συνταράσσοντας τὴν ψυχή του.
41. Καὶ ὄχι αὐτὸ μόνο,
ἀλλὰ παῖρνε το ἀπὸ τὸ χέρι
καὶ πήγαινέ το στὴν ἐκκλησία
καὶ φρόντισε νὰ τὸ πηγαίνεις ἐκεῖ
κυρίως τότε ποὺ διαβάζεται αὐτὴ ἡ διήγηση.
Γιατὶ τότε θὰ τὸ δεῖς
νὰ λάμπει ἀπὸ χαρά,
νὰ πηδᾶ καὶ ν’ ἀγάλλεται,
γιατί,
ἐκεῖνα ποὺ ὅλοι τὰ ἀγνοοῦν,
τὰ γνωρίζει αὐτό,
νὰ προλαβαίνει νὰ τὸ πεῖ αὐτὸ
προτοῦ νὰ λεχθεῖ ἀπὸ τὸ ἀναγνώστῃ,
καὶ νὰ καταλαβαίνει τὰ λεγόμενα,
ἀποκομίζοντας ἔτσι μεγάλη ὠφέλεια.
Καὶ ἔτσι πλέον ἐντυπώνεται
ἡ ἱστορία αὐτὴ στὴ μνήμη του.
42. Εἶναι δυνατὸ
καὶ ἄλλες ὠφέλειες νὰ ἔχει
ἀπὸ τὴ διήγηση αὐτή.
Ἂς μάθει ἀπὸ σένα
ὅτι δὲν πρέπει νὰ στενοχωριέται
ὅταν κακοπαθεῖ,
πράγμα ποὺ ἀμέσως
ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ
δείχνει ὁ θάνατος στὸ παιδί,
ἀφοῦ ὁ Θεὸς τὸν ἐνάρετο
τὸν πῆρε μὲ τὸ θάνατο
ἐπάνω στὸν οὐρανό.
43. Ὅταν αὐτὴ ἡ διήγηση ἐντυπωθεῖ
στὸ μυαλὸ τοῦ παιδιοῦ,
πρόσθεσε ἄλλη,
γιὰ παράδειγμα
ἐκείνη πάλι ποὺ μιλάει
γιὰ δυὸ ἄλλα ἀδέλφια,
καὶ πές του·
«ἦταν πάλι
δυὸ ἄλλα ἀδέλφια,
μεγαλύτερο πάλι καὶ μικρότερο.
Τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτὰ ἦταν κυνηγός,
ἐνῶ τὸ ἄλλο, τὸ μικρότερο,
βοηθοῦσε στὸ σπίτι».
Αὐτὴ ἡ διήγηση
ἔχει καὶ κάποια ἄλλη
μεγαλύτερη ἠδονὴ
ἀπὸ τὴν προηγούμενη,
ὅσο πολὺ πιὸ μεγάλη εἶναι ἡ περιπέτειά της
καὶ μεγαλύτερη ἡ ἠλικία τῶν ἀδελφῶν.
«Αὐτὰ λοιπὸν τὰ δυὸ ἀδέλφια
ἦταν καὶ δίδυμα.
Ἀλλὰ ἀφοῦ γεννήθηκαν,
τὸν μικρότερο
τὸν ἀγαποῦσε ἡ μητέρα,
καὶ τὸν μεγαλύτερο
ὁ πατέρας.
Καὶ ὁ μεγαλύτερος ἀπ’ αὐτοὺς
περνοῦσε τὸν περισσότερο καιρὸ
ἔξω στὰ χωράφια,
ἐνῶ ὁ μικρότερος
ἀσχολοῦνταν μὲ τὰ τοῦ σπιτιοῦ.
Κάποτε, λέγει,
ὅταν γέρασε ὁ πατέρας,
λέγει σ’ ἐκεῖνον ποὺ ἀγαποῦσε·
«Ἐπειδή, παιδί μου, γέρασα,
πήγαινε καὶ φέρε μου κάποιο κυνήγι·
δηλαδὴ πιάσε κανένα ζαρκάδι ἢ λαγὸ
καὶ φέρε το καὶ ψῆστο,
γιὰ νὰ τὸ φάγω
καὶ νὰ σὲ εὐλογήσω».
Στὸν μικρότερο
δὲν εἶπε τίποτε παρόμοιο.
Ὅταν ἄκουσε ἡ μητέρα τὸν πατέρα
νὰ τὰ λέγει αὐτὰ
κάλεσε τὸν μικρότερο
καὶ τοῦ λέγει·
«παιδί μου,
ἐπειδὴ ὁ πατέρας σου
πρόσταξε στὸν ἀδελφό σου
νὰ τοῦ φέρει κυνήγι
γιὰ νὰ τὸ φάγει
καὶ νὰ τὸν εὐλογήσει,
ἄκουσέ μου·
πήγαινε στὸ κοπάδι
καὶ φέρε μου
δυὸ τρυφερὰ καὶ καλοθρεμμένα ἐρίφια
καὶ ἐγὼ θὰ τὰ ψήσω
ὅπως ἀρέσει στὸν πατέρα σου
καὶ θὰ τοῦ τὰ πᾶς νὰ φάγει
καὶ νὰ σὲ εὐλογήσει».
Τοῦ πατέρα τους τὰ μάτια
εἶχαν ἐξασθενήσει
ἐξ αἰτίας τῶν γερατειῶν.
Ἀφοῦ λοιπὸν
ἔφερε ὁ μικρότερος τὰ ἐρίφια,
τὰ ἔψησε ἡ μητέρα,
ἔβαλε τὰ φαγητὰ σὲ ἕνα πιάτο,
τὰ ἔδωσε στὸ παιδὶ
καὶ τὰ πῆγε στὸν πατέρα του.
Ἀκόμη τὸν τύλιξε
μὲ δέρματα τῶν ἐριφίων,
γιὰ νὰ μὴ ἀνακαλυφθεῖ,
ἐπειδὴ αὐτὸς ἦταν ἄτριχος,
ἐνῶ ὁ ἀδελφός του ἦταν δασύτριχος,
ὥστε νὰ ξεγελάσει τὸν πατέρα του
καὶ νὰ μὴ τὸν ἀντιληφθεῖ·
ἔτσι λοιπὸν
τὸν ἔστειλε σ’ αὐτόν.
Ὁ πατέρας του τότε,
ἐπειδὴ νόμισε,
ὅτι πραγματικὰ
εἶναι ὁ μεγαλύτερος,
ἀφοῦ ἔφαγε,
τὸν εὐλόγησε.
Στὴ συνέχεια,
ἀφοῦ δόθηκε ἡ εὐλογία,
ἔρχεται ὁ μεγαλύτερος
φέρνοντας τὸ κυνήγι,
καὶ ὅταν εἶδε ἐκεῖνο ποὺ ἔγινε,
ἔβγαλε μεγάλη κραυγὴ
καὶ ἔκλαψε».
44. Πρόσεχε πόσα καλὰ
γεννιοῦνται ἀπ’ αὐτό·
καὶ μὴ διηγηθεῖς
ὅλη τὴν ἱστορία.
Πρόσεχε, ἐπαναλαμβάνω,
πόσα καλὰ
γεννιοῦνται ἀπὸ αὐτό.
Πρῶτα ὅτι τὰ παιδιὰ
σέβονται καὶ τιμοῦν
τοὺς γονεῖς τους
βλέποντας νὰ εἶναι
τόσο περιζήτητη
ἡ εὐλογία τοῦ πατέρα·
καὶ θὰ προτιμοῦσαν νὰ δεχθοῦν
ἄπειρα χτυπήματα
παρὰ ν’ ἀκούσουν κατάρα
ἀπὸ τοὺς γονεῖς τους.
Ἂν δηλαδὴ τὸ παραμύθι κάποιου
τόσο πολὺ συγκρατεῖ τὴν ψυχή,
ὥστε νὰ νομίζει
ὅτι εἶναι ἀληθινό,
πῶς τὰ πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ
δὲν θὰ συγκρατήσουν
καὶ δὲν θὰ γεμίσουν τὴν ψυχὴ
ἀπὸ πολὺ φόβο;
Γιατὶ πρέπει νὰ μάθει
νὰ περιφρονεῖ τὴν κοιλιά·
καὶ γι’ αὐτὸ
πρέπει νὰ τοῦ διηγηθεῖς
καὶ ἐκείνη τὴν ἱστορία,
ὅτι δηλαδὴ
«σὲ τίποτε δὲν ὠφελήθηκε
ὁ μεγαλύτερος ἀδελφὸς
ποὺ ἦταν πρωτότοκος·
γιατί,
ἐπειδὴ δὲν εἶχε ἐγκράτεια στὴν κοιλιά,
πρόδωσε τὸ προτέρημα τῶν πρωτοτοκίων».
45. Ἔπειτα,
ὅταν τὸ μάθει κι αὐτὸ
πάρα πολὺ καλά,
ἕνα ἄλλο βράδυ πάλι πές του·
«διηγήσου μου τὴν ἱστορία
ἐκείνων τῶν δύο ἀδελφῶν».
Καὶ ἂν ἀρχίσει νὰ λέγει
τὴν ἱστορία τοῦ Κάϊν καὶ τοῦ Ἄβελ,
σταμάτησέ το καὶ πές του·
«δὲν θέλω αὐτήν,
ἀλλ’ ἐκείνην
τῶν δύο ἄλλων ἀδελφῶν,
κατὰ τὴν ὁποία
εὐλόγησε ὁ πατέρας».
Καὶ λέγε βέβαια
τὰ διακριτικὰ γνωρίσματα,
ἀλλὰ μὴ λὲς ἀκόμη τὰ ὀνόματα.
Καὶ ἀφοῦ σοῦ διηγηθεῖ
ὅλη τὴν ἱστορία,
πρόσθεσε σ’ αὐτὰ
καὶ τὴ συνέχεια
καὶ πές.
46. Ἄκουσε λοιπὸν
τί ἔγινε μετὰ ἀπ’ αὐτά.
«Ἤθελε πάλι αὐτὸς
νὰ σκοτώσει τὸν ἀδελφό του,
ὅπως ἐκεῖνος ὁ προηγούμενος,
καὶ περίμενε
τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του.
Αὐτὸ τὸ ἔμαθε ἡ μητέρα
καὶ ἐπειδὴ φοβήθηκε
φυγάδευσε τὸ παιδί».
Ἔπειτα θὰ γίνει λόγος
γιὰ τὴ μεγάλη φιλοσοφία
τοῦ μικροῦ ἀδελφοῦ
ποὺ δὲν τὴ χωράει
τὸ μυαλὸ τοῦ παιδιοῦ,
ἀλλ’ εἶναι δυνατὸ
μὲ κάποια συγκατάβαση
καὶ πολὺ προσεκτικὴ διήγηση
νὰ καταφυτευθεῖ
καὶ στὸ ἁπαλὸ παιδικὸ μυαλό,
Ἔτσι λοιπὸν
θὰ συνεχίσομε τὴ διήγηση.
«Αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς προχωρώντας
ἔφθασε σὲ κάποιο μέρος
μὴ ἔχοντας κανένα μαζί του
οὔτε δοῦλο
οὔτε τροφὸ
οὔτε παιδαγωγὸ
οὔτε κανέναν ἄλλο.
Ἀφοῦ λοιπὸν
ἦρθε σὲ κάποιο μέρος
προσευχήθηκε στὸ Θεὸ
καὶ εἶπε·
«Κύριε,
δός μου ψωμὶ καὶ ροῦχα
καὶ σῶσε με».
Ἔπειτα,
ἀφοῦ εἶπε αὐτά,
ἀπὸ τὴ λύπη του
τὸν πῆρε ὁ ὕπνος.
Εἶδε τότε στὸν ὕπνο του μιὰ σκάλα
ποὺ ἔφθανε ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανὸ
καὶ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ
ἀνέβαιναν καὶ κατέβαιναν αὐτὴν
καὶ τὸν ἴδιο τὸ Θεὸ
νὰ στέκεται
στὴν κορυφὴ τῆς σκάλας
καὶ εἶπε·
«εὐλόγησέ με».
Τὸν εὐλόγησε τότε ὁ Θεὸς
καὶ τὸν μετονόμασε Ἰσραήλ».
47. Μὲ τὴν εὐκαιρία
αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος
μοῦ ἦρθε τώρα στὸ νοῦ
καὶ μιὰ ἄλλη σκέψη.
Ποιά λοιπὸν εἶναι αὐτή;
Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ
ποὺ δίνομε τὸ ὄνομα στὰ παιδιὰ
ἂς τὰ δίνομε
καὶ τὸν ζῆλο τῆς ἀρετῆς.
Κανένας λοιπὸν ἂς μὴ σπεύδει
νὰ δώσει στὰ παιδιὰ
τὰ ὀνόματα τῶν προγόνων,
τοῦ πατέρα δηλαδή,
τῆς μητέρας,
τοῦ πάππου καὶ τοῦ προπάππου,
ἀλλὰ νὰ δίνονται
τὰ ὀνόματα τῶν δικαίων,
τῶν μαρτύρων,
τῶν ἐπισκόπων,
τῶν ἀποστόλων.
Ἂς εἶναι λοιπὸν σ’ αὐτὰ
καὶ τὰ ὀνόματα ἀφορμὴ γιὰ μίμηση·
τὸ ἕνα νὰ ὀνομάζεται Πέτρος,
τὸ ἄλλο Ἰωάννης καὶ τὸ ἄλλο
μὲ κάποιο ἄλλο ὄνομα
κάποιου ἀπὸ τοὺς ἁγίους.
48. Καὶ νὰ μὴ τηρεῖτε, παρακαλῶ,
τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθιμα.
Γιατὶ δὲν εἶναι
μικρὴ ντροπὴ καὶ κατάγελως,
ὅταν τελοῦνται
σὲ σπίτι χριστιανικὸ
κάποια εἰδωλολατρικὰ ἔθιμα,
ὅπως ποὺ ἀνάβουν λυχνάρια
καὶ περιμένουν νὰ δοῦν
ποιό θὰ καεῖ καὶ θὰ σβήσει πρῶτο,
καὶ μερικὰ ἄλλα παρόμοια,
πράγματα ποὺ προξενοῦν
ὄχι τυχαία καταστροφὴ
σ’ ἐκείνους ποὺ κάμνουν αὐτά.
Μὴ δηλαδὴ νομίσετε
ὅτι εἶναι μικρὰ καὶ ἀσήμαντα
αὐτὰ ποὺ γίνονται.
49. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι
ἡ παράκλησή μου πρὸς ἐσᾶς,
νὰ δίνετε στὰ παιδιά σας
τὰ ὀνόματα τῶν δικαίων.
Στὴν ἀρχὴ βέβαια
φυσικὸ ἦταν
νὰ γίνονταν αὐτὰ
καὶ νὰ ἔδιναν στὰ παιδιὰ
τὰ ὀνόματα τῶν προγόνων·
γιατὶ αὐτὸ ἀποτελοῦσε
παρηγοριὰ γιὰ τὸ θάνατο,
ἀφοῦ πιστευόταν
ὅτι ζεῖ ἐκεῖνος ποὺ πέθανε
μὲ τὸ ὄνομα ποὺ δινόταν
στὸν ἀπόγονό του·
τώρα ὅμως
ἂς μὴ γίνεται πλέον αὐτό.
Γιατὶ βλέπομε τοὺς δικαίους
νὰ μὴ δίνουν ὀνόματα στὰ παιδιά τους
ἀκολουθώντας τὴ συνήθεια ἐκείνη.
Ὁ Ἀβραὰμ δηλαδὴ γέννησε τὸν Ἰσαάκ·
ὁ Ἰακὼβ καὶ ὁ Μωϋσῆς
δὲν πῆραν ὀνόματα τῶν προγόνων τους,
οὔτε θὰ βροῦμε
κάποιον ἀπὸ τοὺς δικαίους
νὰ πῆρε ἔτσι τὸ ὄνομά του.
Γιὰ πόση ἀρετὴ
δὲν εἶναι ὑπόδειγμα αὐτό,
καὶ πόση προτροπὴ γιὰ ἀρετὴ
δὲν εἶναι τὸ ὄνομα;
Καὶ φυσικὰ
δὲ Θὰ μπορούσαμε νὰ βροῦμε
ἄλλη αἰτία ν’ ἀλλάξει τὸ ὄνομα,
παρὰ αὐτὴν καὶ μόνο,
τὸ ν’ ἀποτελεῖ αὐτὸ
ὑπόμνηση γιὰ τὴν ἀρετή.
Γιατὶ λέγει,
«σὺ θὰ ὀνομασθεῖς Κηφᾶς,
ποὺ ἑρμηνευόμενο σημαίνει Πέτρος».
Γιατί;
Ἐπειδὴ ἔκαμες τὴν ὁμολογία ἐκείνη.
«Καὶ σὺ θὰ ὀνομασθεῖς Ἀβραάμ».
Γιατί;
«Ἐπειδὴ θὰ γίνεις γενάρχης πολλῶν ἐθνῶν».
Καὶ ὁ Ἰακὼβ μετονομάσθηκε Ἰσραήλ,
ἐπειδὴ εἶδε τὸ Θεό.
Ἀπὸ ἐδῶ λοιπὸν καὶ ἐμεῖς
ἂς ἀρχίσομε τὴ φροντίδα μας
γιὰ τὰ παιδιὰ
καὶ τὴ διάπλαση
τῶν ψυχῶν τους.
50. Ἀλλά, ὅπως εἴπαμε,
«εἶδε μιὰ σκάλα στημένη
ποὺ ἔφθανε μέχρι τὸν οὐρανό».
Ἂς μπαίνει λοιπὸν
τὸ ὄνομα τῶν ἁγίων
στὰ σπίτια
μὲ τὴν ὀνομασία τῶν παιδιῶν,
ὥστε νὰ μὴ συντελεῖ μόνο
στὴ διαπαιδαγώγηση τοῦ παιδιοῦ,
ἀλλὰ καὶ στὴν ὠφέλεια τοῦ πατέρα,
ὅταν σκέπτεται,
ὅτι εἶναι πατέρας
κάποιου Ἰωάννη,
κάποιου Ἠλία,
κάποιου Ἰακώβου.
Ἂν λοιπὸν δίνεται αὐτὸ
μὲ εὐλάβεια καὶ μὲ τιμὴ
πρὸς ἐκείνους ποὺ πέθαναν
καὶ ἐπιδιώκουμε
πολὺ περισσότερο
τὴ συγγένεια μὲ τοὺς δικαίους
παρὰ μὲ τοὺς προγόνους,
αὐτὸ θὰ ὠφελήσει πολὺ
καὶ ἐμᾶς καὶ τὰ παιδιά.
Γιατὶ μὴ νομίσεις,
ἐπειδὴ εἶναι μικρό,
ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει
καὶ μεγάλη σπουδαιότητα·
ἀποτελεῖ αὐτὸ τὴ βάση
τῆς ὅλης ὠφέλειάς του.
51. Ἀλλά, ὅπως προανάφερα,
ἂς ἐπανέλθομε
στὴ συνέχεια τῆς διηγήσεως.
«Εἶδε μία σκάλα
στηριγμένη στὸν οὐρανό·
ζήτησε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ
καὶ ὁ Θεὸς τὸν εὐλόγησε·
ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ
καὶ πῆγε στοὺς συγγενεῖς του,
ὅπου ἔβοσκε τὰ πρόβατα».
Στὴ συνέχεια διηγήσου του
τὰ σχετικὰ μὲ τὸ γάμο του,
μὲ τὴν ἐπιστροφή του
στὸ πατρικό του σπίτι,
καὶ θὰ ὠφεληθεῖ καὶ ἀπὸ ἐδῶ.
Πρόσεχε λοιπὸν πόσα θὰ μάθει·
θὰ μάθει νὰ ἐλπίζει στὸ Θεό,
νὰ μὴ περιφρονεῖ κανέναν
ἂν καὶ εἶναι εὐγενής,
νὰ μὴ ντρέπεται γιὰ τὴ φτώχεια του,
νὰ ὑπομένει γενναῖα τὶς συμφορὲς
καὶ ὅλα τὰ ἄλλα.
52. Στὴ συνέχεια πάλι,
ἀφοῦ μεγαλώσει λέγε του
καὶ πιὸ φοβερὲς ἱστορίες.
Γιατί,
ὅσο εἶναι τρυφερὸ τὸ μυαλό του
μὴ τὸ φορτώνεις
μὲ τόσο μεγάλο βάρος,
γιὰ νὰ μὴ τὸ κατατρομάξεις.
Ὅταν ὅμως γίνει
δεκαπέντε ἐτῶν καὶ περισσότερο
ἂς ἀκούει καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὴ γέεννα·
ἢ καλύτερα,
ὅταν εἶναι δεκαοκτὼ ἐτῶν καὶ κάτω
ἂς ἀκούει τὰ σχετικὰ μὲ τὸν κατακλυσμό,
μὲ τὰ γεγονότα τῶν Σοδόμων,
τὰ ὅσα συνέβηκαν στὴν Αἴγυπτο,
καὶ ὅλα ὅσα εἶναι γεμάτα ἀπὸ τιμωρίες,
καὶ μάλιστα πάρα πολὺ ἐκτεταμένα.
Ὅταν πιὰ μεγαλώσει
ἂς ἀκούει καὶ τὰ τῆς Καινῆς Διαθήκης,
τὰ τῆς χάριτος
καὶ τὰ τῆς γέεννας.
Μὲ αὐτὰ τὰ διηγήματα
καὶ ἄπειρα ἄλλα
καθὼς καὶ μὲ παραδείγματα
παρμένα ἀπὸ τὴ ζωή σου
νὰ περιφράσσεις τὴν ἀκοή του.
53. Ἂν ὅμως κάποιος διηγεῖται
νόθες ἱστορίες,
ὅπως προανέφερα,
νὰ μὴ ἐπιτρέπομε
σὲ κανέναν
νὰ πλησιάζει αὐτὸ.
Ἂν δεῖς κοντά του δοῦλο
νὰ λέγει αἰσχρόλογα,
τιμώρησέ τον ἀμέσως
καὶ νὰ ἐλέγχεις
μὲ αὐστηρότητα καὶ δριμύτητα
τὰ παραπτώματά του.
Ἂν δεῖς κορίτσι,
ἢ καλύτερα
οὔτε κἂν νὰ τὸ πλησιάζει κορίτσι
οὔτε καὶ νὰ ὑποδαυλίζομε τὴ φωτιά,
παρὰ μόνο ἂν ὑπάρχει καμιὰ γρηὰ
ποὺ δὲν ἔχει τίποτε ἱκανὸ
νὰ σκανδαλίσει τὸν νέο.
Τὴ νεαρὴ γυναίκα
νὰ τὴν ἀποφεύγει
πιὸ πολὺ καὶ ἀπὸ τὴ φωτιά.
Ἔτσι λοιπὸν
τίποτε τὸ ἀπρεπὲς
δὲν θὰ ἐκστομίσει τὸ παιδί,
ἂν δὲν ἀκούσει τίποτε τὸ ἀπρεπές,
ἀλλὰ θὰ τρέφεται
μὲ τὰ ὅσα εἴπαμε.
54. Θέλεις νὰ προχωρήσομε
σὲ ἄλλη πύλη,
τὴν πύλη τῆς ὀσφρήσεως;
Καὶ αὐτὴ πάλι προξενεῖ βλάβη,
ἂν δὲν φράσσεται,
ὅπως τὰ ἀρώματα
καὶ τὰ Θυμιάματα.
Τίποτε δὲν παραλύει τόσο πολὺ
τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς,
τίποτε δὲν τὴν χαλαρώνει τόσο,
ὅσο τὸ νὰ εὐχαριστεῖται κανεὶς
μὲ εὐωδιές.
«Τί λοιπόν», λέγει,
«πρέπει νὰ εὐχαριστούμαστε
μὲ τὸ βοῦρκο;».
Δὲν λέγω αὐτό,
ἀλλ’ οὔτε μὲ αὐτὸ
οὔτε μὲ ἐκεῖνο.
Κανένας νὰ μὴ δίνει στὸ παιδὶ μύρο·
γιατὶ ἀμέσως μόλις ἡ εὐωδιὰ
φθάσει στὸν ἐγκέφαλο
παραλύει ὅλο τὸ σῶμα.
Ἀπὸ ἐδῶ ἐρεθίζονται καὶ οἱ ἡδονὲς
καὶ ὑπάρχει κίνδυνος
γιὰ πολὺ μεγάλο κακό.
Νὰ φράσσεις λοιπὸν
καὶ αὐτὴν τὴν πύλη·
γιατὶ ἔργο αὐτῆς τῆς πύλης
εἶναι νὰ ἀναπνέει τὸν ἀέρα
καὶ ὄχι νὰ δέχεται εὐωδιές.
Ἴσως μερικοὶ γελοῦν
νομίζοντας ὅτι ἀσχολούμαστε μὲ ἀσήμαντα,
ἀφοῦ μιλᾶμε γιὰ ἕναν τέτοιο τρόπο ζωῆς·
ὅμως δὲν εἶναι ἀσήμαντα,
ἀλλ’ ἂν γίνονταν αὐτά,
αὐτὰ εἶναι ἡ ὅλη ὑπόσταση,
ἡ παίδευση καὶ ἡ διάπλαση
ὅλης τῆς οἰκουμένης.
55. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πύλη
ὡραιότερη ἀπ’ αὐτές,
τὶς προηγούμενες,
ἀλλὰ δυσκολοφύλακτη,
ἡ πύλη τῶν ὀφθαλμῶν·
καὶ γι’ αὐτὸ
καὶ βρίσκεται ψηλὰ ἀνοιχτὴ
καὶ εἶναι πολὺ ὡραία.
Ἔχει πολλὲς θυρίδες
καὶ ὄχι μόνο βλέπει,
ἀλλὰ καὶ βλέπεται,
ἂν αὐτὴ εἶναι καλοκαμωμένη.
56. Ἐδῶ πρέπει οἱ νόμοι
νὰ εἶναι αὐστηροί·
ἕνας πρῶτος νόμος εἶναι,
ποτὲ τὸ παιδὶ
νὰ μὴ στέλνεται στὸ θέατρο,
γιὰ νὰ μὴ δέχεται
ὁλόκληρη τὴν καταστροφὴ
καὶ μὲ τὰ αὐτιὰ
καὶ μὲ τὰ μάτια.
Ἐπίσης καὶ στὶς ἀγορὲς
αὐτὸ πρὸ πάντων
νὰ προσέχει ὁ παιδαγωγός,
παιρνόντας ἀπὸ τὶς στενωπούς,
καὶ αὐτὴ τὴ συμβουλὴ νὰ τοῦ δίνει,
ὥστε ποτὲ νὰ μὴ δεχθεῖ
ἐκείνη τὴν καταστροφή.
57. Καὶ γιὰ νὰ μὴ δεχθεῖ λοιπὸν τὸ παιδὶ
τὴν καταστροφὴ
βλεπόμενο ἀπὸ ἄσεμνα ἄτομα,
εἶναι δυνατὸ
νὰ σκεφθεῖ κανεὶς πολλά·
νὰ ἐλαττώσει
τὸν πολὺ καλλωπισμό,
κόβοντας τὰ μαλλιά του
κατὰ τρόπο σεμνό.
Ἂν ὅμως δυσανασχετεῖ τὸ παιδὶ
ποὺ στερεῖται τὸν ὡραῖο στολισμό,
πρῶτα ἂς μάθει αὐτό,
ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο στολίδι.
58. Γιὰ νὰ μὴ βλέπει λοιπὸν αὐτὸ τὰ ἄσεμνα
εἶναι ἀρκετὰ γιὰ τὴν προφύλαξή του
τὰ διηγήματα ἐκεῖνα,
τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς υἱοὺς τοῦ Θεοῦ
ποὺ διέπραξαν τὸ ἁμάρτημα
μὲ τὶς θυγατέρες τῶν ἀνΘρώπων,
τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς Σοδομίτες,
ἡ γέεννα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα.
59. Σ’ αὐτὸ πρὸ πάντων
ὁ παιδαγωγὸς καὶ ὁ συνοδὸς
πρέπει νὰ συγκεντρώσουν
ὅλη τους τὴ φροντίδα.
Ἐπίσης δεῖξε του καὶ ἄλλα κάλλη
καὶ θ’ ἀπομακρύνεις
ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄσεμνα θεάματα
τὰ μάτια του,
ὅπως τὸν οὐρανό,
τὸν ἥλιο,
τὰ ἀστέρια,
τὴ γῆ,
τὰ ἄνθη,
τὰ λειβάδια,
τὰ κάλλη τῶν βιβλίων·
μὲ αὐτὰ ἂς τέρπει
τὰ μάτια του.
Ὑπάρχουν καὶ πολλὰ ἄλλα
ποὺ δὲν προξενοῦν βλάβη.
60. Εἶναι δυσκολοφύλακτη λοιπὸν
αὐτὴ ἡ πύλη,
ἐπειδὴ ἔχει μέσα τὴ φωτιὰ
καὶ φυσικὴ τὴν ἀνάγκη,
ὅπως θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πεῖ.
Ἂς μάθει τὶς θεῖες ὑμνωδίες.
Ἂν δὲν διεγείρεται ἐσωτερικά,
δὲν θέλει οὔτε τὰ ἔξω νὰ βλέπει.
Ἂς μὴ λούζεται
μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες·
γιατὶ εἶναι κακὸ πράγμα ἡ συνήθεια.
Οὔτε νὰ στέλλεται
σὲ πλῆθος γυναικῶν.
61. Ἂς ἀκούει συνέχεια
ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὸν Ἰωσήφ·
μετὰ ἂς μάθει τὰ σχετικὰ
μὲ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν,
τὸ πόση ἀμοιβὴ ἐπιφυλάσσεται
στοὺς σώφρονες ἀνθρώπους.
Νὰ τοῦ ὑποσχεθεῖς
ὅτι θὰ τοῦ βρεῖς καὶ ὡραία νύφη
καὶ ὅτι θὰ τὸ κάμεις κληρονόμο σου.
Ἂν δεῖς τὰ ἀντίθετα
ἀπείλησέ το μὲ κάθε τρόπο
καὶ λέγε του·
«δὲν θὰ μπορέσομε, παιδί μου,
νὰ βροῦμε ἐνάρετη γυναίκα,
ἂν δὲ προφυλαχθεῖς πάρα πολὺ
καὶ δὲν ἐπιδείξεις μεγάλη ἀρετή·
καὶ ἐφόσον δείξεις ἐγκράτεια,
ἀμέσως θὰ σὲ ὁδηγήσω σὲ γάμο».
62. Πρὸ πάντων
ἂν διδάσκεται
νὰ μὴ λέγει αἰσχρά,
θὰ ἔχει τότε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ
ριζωμένη μέσα του
τὴν εὐλάβεια.
Νὰ τοῦ μιλᾶς
γιὰ τὴ ὡραιότητα τῆς ψυχῆς.
Ἐνστάλαξε μέσα του σωφροσύνη
ἀπέναντι στὶς γυναῖκες.
Λέγε του ὅτι εἶναι δουλοπρέπεια
νὰ περιφρονεῖται ἀπὸ μιὰ δούλη
καὶ ὅτι πρέπει ὁ νέος πρό πάντων
νὰ προσέχει πάρα πολύ.
Γιατὶ ἐκεῖνος ποὺ μιλάει
γίνεται ἀντιληπτός,
ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ βλέπει
δὲν γίνεται ἀντιληπτός
(γιατὶ εἶναι πολὺ γρήγορη
αὐτὴ ἡ αἴσθηση),
καὶ μπορεῖ,
ἐνῶ βρίσκεται μαζὶ μὲ πολλοὺς
νὰ κυριεύσει
μὲ τὶς βολὲς τῶν ματιῶν του
τὴ νέα ἐκείνη
ποὺ θὰ θελήσει.
Ἂς μὴ ἔχει καμιὰ σχέση μὲ γυναίκα·
χρήματα μὴ τοῦ δίνεις·
καμιὰ γυναίκα νὰ μὴ βλέπει
ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μητέρα του.
Τίποτε τὸ αἰσχρὸ
νὰ μὴ μπαίνει στὴν ψυχή του·
νὰ μάθει νὰ περιφρονεῖ
τὴν τρυφηλὴ ζωὴ
καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ παρόμοια.
63. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πύλη,
ὄχι τέτοια ὅπως οἱ προηγούμενες,
ἀλλὰ μιὰ πύλη ποὺ ἁπλώνεται
σ’ ὅλο τὸ σῶμα μας,
τὴν ὁποία τὴν ὀνομάζομε ἁφή,
ποὺ φαίνεται ὅτι εἶναι κλειστή,
ἀλλὰ σὰν νὰ εἶναι ἀνοιχτή,
ὅλα ἔτσι τὰ ἀφήνει νὰ περάσουν μέσα.
Αὐτὴν τὴν πύλη
νὰ μὴ τὴν ἀφήνομε νὰ ἔρχεται σὲ σχέση
οὔτε μὲ ἁπαλὰ ἐνδύματα,
οὔτε μὲ σώματα.
Ἂς σκληραγωγήσομε αὐτήν.
Ἀθλητὴ ἀνατρέφομε,
καὶ αὐτὸ ν’ ἀποτελεῖ τὴ σκέψη μας.
Ἂς μὴ χρησιμοποιεῖ λοιπὸν
οὔτε ἁπαλὰ στρώματα
οὔτε ἁπαλὰ ἐνδύματα.
Ὅλες αὐτὲς λοιπὸν τὶς ἐντολὲς
ἔτσι νὰ τὶς ἐφαρμόζετε.
64. Ἐμπρὸς λοιπὸν
ἀφοῦ μποῦμε
καὶ σ’ αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν πόλη,
ἂς ὁρίσομε νόμους
καὶ παραγγέλματα,
ἀφοῦ ἔχομε διασφαλίσει καλὰ τὶς πύλες μας.
Καὶ πρῶτα ἂς μάθουμε
ποιές ἀκριβῶς εἶναι οἱ οἰκίες
καὶ τὰ δωμάτια τῶν πολιτῶν
στὰ ὁποῖα μένουν καὶ οἱ ἰσχυροὶ
καὶ οἱ ἐξαχρειωμένοι.
65. Τόπος, λένε,
καὶ κατοικία τοῦ θυμοῦ
εἶναι τὸ στῆθος καὶ ἡ καρδιὰ
ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ στῆθος,
τῆς ἐπιθυμίας τὸ ἧπαρ
καὶ τοῦ λογικοῦ ὁ ἐγκέφαλος.
Στὸ θυμὸ ὑπάγονται
ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ κακία·
ἀρετὴ εἶναι ἡ σωφροσύνη
καὶ ἡ ἐπιείκεια,
ἐνῶ κακία ἡ θρασύτητα
καὶ ἡ σκληρότητα.
Τῆς ἐπιθυμίας πάλι ἀρετὴ
εἶναι ἡ σωφροσύνη,
ἐνῶ κακία ἡ ἀσέλγεια.
Τέλος τοῦ λογικοῦ ἀρετὴ
εἶναι ἡ φρόνηση,
ἐνῶ κακία ἡ ἀφροσύνη.
Ἂς φροντίσομε λοιπὸν
πῶς θὰ γεννηθοῦν οἱ ἀρετὲς
στοὺς τόπους αὐτοὺς
καὶ οἱ πολίτες
ποὺ θὰ γεννηθοῦν
μέσα σ’ αὐτοὺς
νὰ εἶναι τέτοιοι,
δηλαδὴ ἐνάρετοι,
καὶ ὄχι κακοί·
γιατὶ αὐτὲς σὰν κάποιες μητέρες
γεννοῦν τὰ πάθη αὐτὰ τῶν λογισμῶν.
66. Ἂς ἔρθομε λοιπὸν
στὸν πιὸ τυραννικὸ πολίτη
τῆς πόλεως αὐτῆς,
τὸν θυμό.
Αὐτὸν λοιπὸν
οὔτε νὰ τὸν ξερριζώσομε ἐντελῶς
ἀπὸ τὸν νέο,
οὔτε νὰ ἀφήσομε
νὰ τὸν χρησιμοποιεῖ παντοῦ,
ἀλλὰ νὰ ἀσκοῦμε αὐτοὺς
ἀπὸ τὴν πρώτη ἡλικία,
ὅταν ἀδικοῦνται τὰ ἴδια
νὰ ὑπομένουν τὴν ἀδικία,
ἂν ὅμως δοῦν κάποιον ἀδικούμενο,
νὰ σπεύδουν τότε
καὶ μὲ γενναιότητα
καὶ μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο
νὰ ὑπερασπίζονται τὸν ἀδικούμενο.
67. Καὶ πῶς θὰ γίνει αὐτό;
Ἂν ἀσκοῦνται μὲ τοὺς ὑπηρέτες τους
ὥστε νὰ δείχνουν ὑπομονὴ
ὅταν περιφρονοῦνται
καὶ νὰ μὴ θυμώνουν
ὅταν δὲν τοὺς ἀκοῦν,
καὶ ἐπίσης
ἂν ἐξετάζουν
μὲ προσοχὴ καὶ ἀκρίβεια
τὰ πταίσματά τους
ἀπέναντι στοὺς ἄλλους.
Καὶ σ’ ὅλες αὐτὲς τὶς περιπτώσεις
ὁ πατέρας ἔχει τὴν ἐξουσία,
ὥστε, ὅταν παραβαίνονται οἱ νόμοι
νὰ εἶναι αὐστηρὸς καὶ ἀνυποχώρητος,
ἐνῶ ὅταν κατορθώνεται ἡ τήρησή τους
νὰ εἶναι μειλίχιος καὶ προσηνής,
προσφέροντας στὸ παιδὶ
πολλὰ δῶρα σὰν ἀμοιβή.
Γιατὶ ἔτσι καὶ ὁ θεὸς
κυβερνᾶ τὴν οἰκουμένη,
μὲ τὸ φόβο τῆς γέεννας
καὶ μὲ τὴ ὑπόσχεση
τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐμεῖς
ἂς παιδαγωγοῦμε τὰ παιδιά μας.
68. Καὶ ἂς εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι
ποὺ θὰ τὰ παροξύνουν ἀπὸ παντοῦ,
ὥστε νὰ ἀσκοῦνται
καὶ νὰ μαθαίνουν νὰ ὑπομένουν
τὸ πάθος αὐτὸ τοῦ Θυμοῦ
πρὸς τοὺς δικούς τους.
Καὶ ὅπως ἀκριβῶς στὴν παλαίστρα
πρὶν ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες ἀσκοῦνται οἱ ἀθλητὲς
ἔχοντας ἀντιπάλους τοὺς δικούς τους,
ὥστε, κατορθώνοντας νὰ νικήσουν ἐκείνους,
νὰ εἶναι ἀκατανίκητοι
ἀπὸ τοὺς πραγματικοὺς ἀντιπάλους τους,
ἔτσι καὶ τὸ παιδὶ
νὰ ἀσκεῖται στὸ σπίτι του.
Καὶ πολλὲς φορὲς
ὁ πατέρας ἢ ὁ ἀδελφός του
ἂς εἶναι ἐκεῖνος
ποὺ Θὰ τὸ παρενοχλεῖ
πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλους,
καὶ ὅλοι νὰ ἐπιδιώκουν
ἐκεῖνο πάντοτε νὰ εἶναι ὁ νικητής·
ἢ νὰ ἀμύνεται κανεὶς
καὶ ν’ ἀντιστέκεται
παλεύοντας μαζί του,
ὥστε αὐτὸ νὰ ἀσκηθεῖ
μὲ ἀντίπαλό του ἐκεῖνον.
Κατὰ τὸν ἴδιο λοιπὸν τρόπο
νὰ τὸν ἐρεθίζουν συνέχεια
καὶ οἱ δοῦλοι,
καὶ δίκαια καὶ ἄδικα,
ὥστε νὰ μαθαίνει παντοῦ
νὰ ἐξουσιάζει τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ.
Γιατί,
ἂν τὸ ἐρεθίσει ὁ πατέρας,
δὲν εἶναι αὐτὸ καθόλου σπουδαῖο·
γιατὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατέρα
συγκρατώντας ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ψυχή του
δὲν τὸ ἀφήνει νὰ ὀργισθεῖ.
Γι’ αὐτὸ
αὐτὸ νὰ τὸ κάμνουν
οἱ συνομίληκοί του,
οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ἐλεύθεροι,
ὥστε νὰ ἀσκεῖται στὴν ἐπιείκεια
δεχόμενο ἀπὸ ἐκείνους τὰ ἐρεθίσματα.
69. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος ἀσκήσεως.
Ποιός λοιπὸν εἶναι αὐτός;
Ὅταν ὀργίζεται,
ὑπενθύμιζέ του
τὰ δικά του πταίσματα,
ὅπως ὅταν ὀργίζεται κατὰ τοῦ δούλου,
ἂν ἐκεῖνος δὲν ἔσφαλε σὲ τίποτε,
καὶ πῶς θὰ τοῦ φαινόταν αὐτὸ
ἂν τὸ ἴδιο βρισκόταν στὴ Θέση αὐτοῦ.
Ἂν πάλι δεῖς νὰ χτυπάει τὸ δοῦλο,
τιμώρησέ το ἀμέσως·
ἂν τὸν βρίζει,
καὶ γι’ αὐτὸ πάλι τιμώρησέ το.
Καὶ γενικὰ
νὰ μὴ εἶναι
οὔτε πάρα πολὺ μαλακό,
οὔτε σκληρό,
ὥστε καὶ ἄνδρας νὰ εἶναι
καὶ ἐπιεικής.
Γιατὶ παντοῦ χρειάζεται
τὴ βοήθεια τοῦ θυμοῦ,
ὅπως ἂν κάποτε καὶ τὸ ἴδιο
ἀποκτήσει παιδιὰ
ἢ γίνει κύριος δούλων.
Παντοῦ λοιπὸν ὁ θυμὸς εἶναι χρήσιμος,
καὶ τότε μόνο εἶναι ἄχρηστος,
ὅταν χρειάζεται
νὰ ὑπερασπισθοῦμε τὸν ἑαυτό μας.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος
ποτὲ δὲν χρησιμοποιεῖ αὐτὸν
γιὰ τὸν ἑαυτό του,
ἀλλὰ μόνο ὅταν χρειάζεται
νὰ ὑπερασπισθεῖ τοὺς ἀδικημένους.
Καὶ ὁ Μωϋσῆς χρησιμοποίησε τὸ θυμὸ
ὅταν εἶδε τὸν ἀδελφό του νὰ ἀδικεῖται
καὶ μὲ μεγάλη γενναιότητα μάλιστα,
αὐτὸς ποὺ ἦταν
ὁ πιὸ πράος
ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους·
ὅταν ὅμως δέχθηκε τὴν προσβολή,
δὲν ἀμύνθηκε,
ἀλλ’ ἔφυγε.
Καὶ αὐτὰ τὰ διηγήματα ἂς τὰ ἀκούει·
γιατί, ὅταν ἀκόμη κοσμοῦμε τὶς πύλες,
χρειάζονται ἐκεῖνα τὰ διηγήματα
ποὺ εἶναι πιὸ ἁπλά,
ὅταν ὅμως μποῦμε μέσα
καὶ φροντίζομε
γιὰ τὴ διακυβέρνηση τῶν πολιτῶν,
τότε εἶναι καιρὸς νὰ γίνει χρήση
καὶ αὐτῶν τῶν ὑψηλοτέρων διηγημάτων.
Συμπέρασμα·
αὐτὸς ἂς εἶναι ἕνας νόμος γι’ αὐτό·
ποτὲ νὰ μὴ ὑπερασπίζεται τὸν ἑαυτό του
ὅταν προσβάλλεται ἢ κακοπαθεῖ
καὶ ποτὲ νὰ μὴ δείχνει ἀδιαφορία
ὅταν αὐτὸ τὸ παθαίνει ἄλλος.
70. Ἀλλὰ καὶ ὁ πατέρας
Θὰ γίνει πολὺ πιὸ καλύτερος
ρυθμίζοντας καὶ τὴ δική του συμπεριφορὰ
μὲ τὸ νὰ διδάσκει αὐτὰ στὸ παιδί·
ἂν ὄχι γιὰ τίποτε ἄλλο,
ἀλλὰ στὴν προσπάθειά του
νὰ μὴ διαφθείρει αὐτὸ
μὲ τὸ παράδειγμά του,
θὰ γίνει πολὺ πιὸ καλύτερος
ἀπὸ ὅ,τι εἶναι.
Ἂς διδάσκεται λοιπὸν
νὰ περιφρονεῖται,
νὰ προσβάλλεται.
Τίποτε νὰ μὴ ζητεῖ
νὰ τοῦ δοθεῖ ἀπὸ τοὺς δούλους
ἐπειδὴ εἶναι ἐλεύθερο,
ἀλλὰ τὰ περισσότερα
γιὰ τὸν ἑαυτό του
νὰ τὰ κάμνει τὸ ἴδιο.
Σ’ ἐκεῖνα μόνο
οἱ δοῦλοι νὰ τὸ ὑπηρετοῦν,
ὅσα δὲν μπορεῖ τὸ ἴδιο
νὰ τὰ κάμει
γιὰ τὸν ἑαυτό του·
γιὰ παράδειγμα,
δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μαγειρεύει
ὁ ἐλεύθερος·
γιατὶ δὲν πρέπει,
παραμερίζοντας τοὺς κόπους
ποὺ ἀπαιτοῦνται γιὰ τὸν ἐλεύθερο,
νὰ ἐπιδίδεται στὸ ἔργο αὐτό.
Ἂν ὅμως χρειάζεται
νὰ πλύνει τὰ πόδια του,
ποτὲ αὐτὸ νὰ μὴ τὸ κάμνει ὁ δοῦλος,
ἀλλὰ τὸ ἴδιο νὰ τὰ πλένει·
γιατὶ ἔτσι θὰ κάνει τὸν ἐλεύθερο στὸ δοῦλο
καὶ προσηνῆ καὶ πολὺ ἀγαπητό.
Οὔτε τὰ ροῦχα του
νὰ τοῦ τὰ φέρνει ἄλλος·
οὔτε στὸ λουτρὸ
νὰ περιμένει νὰ ὑπηρετηθεῖ ἀπὸ ἄλλον,
ἀλλ’ ὅλα νὰ τὰ κάμνει μόνο του·
αὐτὸ καὶ εὔρωστο θὰ τὸ κάμει
καὶ ταπεινὸ καὶ προσηνές.
71. Δίδασκέ το
καὶ τὰ σχετικὰ
μὲ τὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου,
τί εἶναι δηλαδὴ δοῦλος
καὶ τί ἐλεύθερος.
Λέγε του· «παιδί μου,
τὴν παλιὰ ἐποχὴ
καὶ στὶς ἡμέρες τῶν προγόνων μας
δὲν ὑπῆρχαν δοῦλοι,
ἀλλ’ ἡ ἁμαρτία ἔφερε τὴ δουλεία.
Ἐπειδὴ δηλαδὴ κάποιος
συμπεριφέρθηκε ὑβριστικὰ
πρὸς τὸν πατέρα του,
τιμωρήθηκε μὲ αὐτὴ τὴν τιμωρία,
ὥστε νὰ γίνει δοῦλος
τῶν ἀδελφῶν του.
Πρόσεχε λοιπὸν
νὰ μὴ γίνεις
δοῦλος τῶν δούλων.
Γιατί,
ἂν ὀργίζεσαι
ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι
καὶ κάμνεις
ὅλα ἐκεῖνα
ποὺ κάμνουν αὐτοὶ
καὶ δὲν ἔχεις
τίποτε περισσότερο ἀπ’ αὐτοὺς
ὡς πρὸς τὴν ἀρετή,
δὲν θὰ ἔχεις
οὔτε καὶ κατὰ τὴν ἀξία.
Φρόντιζε λοιπὸν
νὰ εἶσαι κύριος αὐτῶν
καὶ νὰ γίνεσαι
ὄχι μὲ αὐτὸ
ἀλλὰ μὲ τοὺς τρόπους,
γιὰ νὰ μὴ συμβεῖ,
ἐνῶ εἶσαι ἐλεύθερος,
νὰ γίνεις δοῦλος αὐτῶν.
Ἢ δὲ βλέπεις
πόσοι πατέρες
ἀποκήρυξαν τὰ παιδιά τους
καὶ ἔβαλαν στὴ θέση ἐκείνων τοὺς δούλους;
Πρόσεχε λοιπὸν
νὰ μὴ συμβεῖ τίποτε τέτοιο·
γιατὶ ἐγὼ οὔτε τὸ θέλω
οὔτε καὶ τὸ εὔχομαι,
ἀλλὰ κύριος καὶ τῶν δύο
εἶσαι σύ.
72. Ἔτσι καταπράϋνε τὸ θυμό του,
συνιστώντας αὐτὸ
νὰ συμπεριφέρεται
πρὸς τοὺς δούλους
σὰν πρὸς ἀδελφοὺς
καὶ διδάσκοντάς το
τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση,
λέγοντάς του τὰ λόγια τοῦ Ἰὼβ·
«ἂν» λέγει,
«περιφρόνησα καὶ καταπάτησα
τὸ δίκιο τῶν ὑπηρετῶν
ἢ τῶν ὑπηρετριῶν μου,
ὅταν εἶχαν διαφορὲς μαζί μου,
τί θὰ κάνω ἐγὼ
ὅταν ὁ Κύριος θὰ μὲ δικάσει;
Ὅταν Θὰ μὲ ἐπισκεφθεῖ
γιὰ νὰ μὲ κρίνει,
ποιά ἀπολογία θὰ ἔχω νὰ δώσω;
Τί δηλαδή;
Δὲν ἔλαβα κι ἐγὼ ὕπαρξη
μέσα στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας μου
ὅπως καὶ ἐκεῖνοι;
Ναί, λάβαμε τὴν ὕπαρξη
μέσα στὴν κοιλιὰ
κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο».
Καὶ πάλι·
«μήπως οἱ ὑπηρέτριές μου
εἶπαν καὶ ξαναεῖπαν,
ποιός Θὰ μᾶς δώσει νὰ χορτάσομε
ἀπὸ τὸ πλούσιο τραπέζι
ποὺ στρώνει γιὰ τὸν ἑαυτό του;
Δὲν τὸ εἶπαν,
γιατὶ ἐγὼ ἤμουν
πολὺ καλὸς ἀπέναντί τους».
73. Ἢ νομίζεις
ὅτι ὁ Παῦλος εἶπε τυχαῖα
ὅτι ἐκεῖνος ποὺ δὲν γνωρίζει
νὰ διοικεῖ τὸ σπίτι του,
δὲν πρέπει ν’ ἀναλαμβάνει
τὴ διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας;
Λέγε του λοιπόν·
«ἂν δεῖς
ὅτι ὁ ὑπηρέτης σου
ἔχασε τὸ μολύβι σου
ἢ ἔσπασε τὸν κονδυλοφόρο σου,
νὰ μὴ ὀργισθεῖς
οὔτε νὰ τὸν βρίσεις,
ἀλλὰ νὰ εἶσαι συγχωρητικό,
καὶ νὰ μὴ ζητᾶς
νὰ σοῦ τὰ ἀντικαταστήσει
(ἔτσι ἀπὸ τὶς μικρὲς
θὰ μάθεις νὰ ὑπομένεις
καὶ τὶς μεγάλες ζημιές)·
ἢ ἂν σοῦ ἔχασε
τὸ λουρὶ τῆς πλάκας σου
ἢ τὴ χάλικη ἁλυσίδα».
Γιατὶ τὰ παιδιὰ
εἶναι πολὺ αὐστηρὰ
ὅταν χάνονται τέτοια πράγματα
καὶ θὰ προτιμοῦσαν
νὰ χάσουν τὴ ζωή τους
παρὰ ν’ ἀφήσουν ἀτιμώρητο
ἐκεῖνον ποὺ τοὺς ἔκαμε
αὐτὸ τὸ κακό.
Ἐκεῖ λοιπὸν
πρέπει νὰ μαλακώνει
ἡ τραχύτητα τοῦ θυμοῦ.
Γιατὶ πρέπει νὰ ξέρεις καλά,
ὅτι ἐκεῖνος
ποὺ εἶναι ἀργὸς
καὶ ἐπιεικὴς
γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα,
ὅταν θὰ γίνει ἄνδρας
εὔκολα Θὰ ὑπομείνει
κάθε ζημιά.
Ὅταν λοιπὸν
ἔχει πλάκα καμωμένη
ἀπὸ καλὸ ξύλο,
πολὺ καθαρὴ
καὶ χωρὶς καμιὰ βρωμιά,
ποὺ ἔχει καὶ χάλκινες ἁλυσίδες,
καθὼς καὶ κονδυλοφόρους
ποὺ δὲν ὑπολείπονται σὲ τίποτε
ἀπὸ τοὺς ἀργυρούς,
καὶ ἄλλα τέτοια παιδικὰ πράγματα,
καὶ τὰ χάσει
ἢ τὰ καταστρέψει
ὁ συνοδός του,
καὶ ἐκεῖνο δὲν ὀργισθεῖ γι’ αὐτό,
ἔδωσε ἕνα δεῖγμα
μέγιστης φιλοσοφίας.
Καὶ μὴ τοῦ τὸ ἀγοράσεις ἀμέσως ἄλλο,
ὥστε νὰ μὴ σβήσει τὸ πάθος,
ἀλλὰ ὅταν δεῖς
ὅτι δὲν τὸ ζητεῖ πλέον
οὔτε στεναχωριέται καθόλου,
τότε Θεράπευσε τὴν τραχύτητα.
74. Δὲν εἶναι αὐτὰ λόγια
γιὰ ἀσήμαντα πράγματα·
εἶναι λόγια ποὺ ἀφοροῦν
τὸν τρόπο ζωῆς
ὅλης τῆς οἰκουμένης.
Παίδευε αὐτό,
ἂν ἔχει μικρότερο ἀδελφό,
νὰ παραχωρεῖ τὰ πρωτεῖα σ’ αὐτόν·
ἂν πάλι δὲν ἔχει,
νὰ τὸ κάμνει αὐτὸ
καὶ στὸ δοῦλο·
γιατὶ καὶ αὐτὸ εἶναι δεῖγμα
τῆς μέγιστης φιλοσοφίας.
75. Τὸ θυμὸ λοιπὸν ἔτσι μαλάκωνέ του,
ὥστε νὰ γεννάει ἐπιεικεῖς λογισμούς·
γιατί,
ὅταν τίποτε δὲν τὸ συγκινεῖ,
ὅταν ὑπομένει τὴ ζημιά,
ὅταν δὲν χρειάζεται νὰ ὑπηρετηθεῖ,
ὅταν δὲν ἀγανακτεῖ ποὺ τιμᾶται ἄλλος,
ἀπὸ ποῦ τότε θὰ ὀργίζεται;
76. Εἶναι καιρὸς πλέον
νὰ ἔρθομε στὴν ἐπιθυμία.
Σ’ αὐτὴν εἶναι διπλὴ
καὶ ἡ σωφροσύνη καὶ ἡ βλάβη·
πρέπει δηλαδὴ
οὔτε ὁ ἴδιος ὁ νέος νὰ πορνεύει,
οὔτε νὰ πορνεύει σὲ κορίτσια.
Λένε οἱ γιατροὶ
ὅτι ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ
ἐμφανίζεται μὲ σφοδρότητα
μετὰ τὸ δέκατο πέμπτο ἔτος.
Πῶς λοιπὸν θὰ ἐμποδίσομε
αὐτὸ τὸ θηρίο;
τί θὰ κάνομε;
ποιό χαλινάρι θὰ βάλομε σ’ αὐτό;
Δὲν ξέρω ἄλλο,
παρὰ μόνο
τὸ χαλινάρι τῆς γέεννας.
77. Πρῶτα λοιπὸν
νὰ τὸν κρατᾶμε μακριὰ
ἀπὸ αἰσχρὰ θεάματα καὶ ἀκούσματα
καὶ ποτὲ νὰ μὴ πηγαίνει
νέος ἐλεύθερος στὸ θέατρο.
Ἂν ὅμως θέλει
τὴν τέρψη τοῦ Θεάτρου,
ἂν μὲν βροῦμε
τίποτε συνομήλικές του
ποὺ δὲν πηγαίνουν στὸ Θέατρο,
νὰ τοὺς παρουσιάζομε σὰν παράδειγμα,
ὥστε νὰ συγκρατηθεῖ
μιμούμενο αὐτούς·
γιατὶ τίποτε,
πραγματικὰ τίποτε
δὲν κατορθώνει τόσο,
ὅσο ἡ ζηλοτυπία·
καὶ σ’ ὅλα αὐτὸ νὰ κάμνομε
σὲ κάθε περίπτωση,
καὶ μάλιστα ὅταν εἶναι ζηλότυπο·
αὐτὸ ἔχει κατὰ πολὺ μεγαλύτερη δύναμη
καὶ ἀπὸ τὸ φόβο
καὶ ἀπὸ τὶς ὑποσχέσεις
καὶ ἀπὸ ὅλα.
78. Ἔπειτα νὰ φροντίζομε
νὰ βροῦμε γι’ αὐτὸ
ἄλλες ἀβλαβεῖς τέρψεις.
Νὰ τὸ ὁδηγοῦμε σὲ ἅγιους ἄνδρες,
νὰ τοῦ προσφέρομε ἄνεση.
Νὰ τὸ τιμοῦμε μὲ πολλὰ δῶρα,
ὥστε νὰ μπορεῖ ἡ ψυχή του
νὰ ὑπομείνει τὴν ἀτιμία
ἀπὸ τὴν ἀπαγόρευση
νὰ πάει στὸ θέατρο.
Καὶ ἀντὶ τῶν Θεαμάτων ἐκείνων
πρόσφερέ του εὐχάριστα διηγήματα,
περιπάτους σὲ λειβάδια
καὶ ἐπισκέψεις σὲ λαμπρὰ οἰκοδομήματα.
Καὶ ὕστερα νὰ κατηγοροῦμε
τὰ θεάματα ἐκεῖνα τοῦ θεάτρου
λέγοντάς του·
«παιδί μου τὰ θεάματα ἐκεῖνα
εἶναι γιὰ ἀνθρώπους ὅχι ἐλεύθερους,
τὸ νὰ βλέπει κανεὶς
γυναῖκες νὰ γυμνώνονται
καὶ νὰ λένε αἰσχρὰ λόγια.
Δός μου τὴν ὑπόσχεσή σου
ὅτι δὲ θ’ ἀκούσεις ἐκεῖ ἄσχημο λόγο
καὶ ὅτι δὲ θὰ πεῖς,
καὶ πήγαινε·
ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸ
νὰ μὴ ἀκούσεις ἐκεῖ αἰσχρὸ λόγο.
Εἶναι ἀνάξια γιὰ τὰ μάτια σου
τὰ ὅσα γίνονται ἐκεῖ.
Συγχρόνως μὲ τὰ λόγια αὐτὰ
ποὺ θὰ τοῦ λέμε
νὰ τὸ φιλοῦμε
καὶ νὰ τὸ ἀγκαλιάζομε
καὶ νὰ τὸ σφίγγομε
στὴν ἀγκαλιά μας,
δείχνοντάς του ἔτσι τὴν ἀγάπη μας.
Μὲ ὅλα αὐτὰ νὰ τὸ μαλακώνομε.
79. Τί λοιπόν;
Ὅπως εἶπα καὶ προηγουμένως,
ποτὲ νὰ μὴ τὸ πλησιάζει κορίτσι
οὔτε νὰ τὸ ὑπηρετεῖ νέα γυναῖκα,
ἀλλὰ προχωρημένης ἡλικίας ὑπηρέτρια,
γυναίκα γηραλέα.
Νὰ τὸ μιλᾶμε
γιὰ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν
καὶ γιὰ ἐκείνους τοὺς παλιοὺς
ποὺ ἔλαμψαν μὲ τὴ σωφροσύνη τους
καὶ τῶν μὴ χριστιανῶν
καὶ τῶν Χριστιανῶν,
καὶ συνεχῶς μ’ αὐτὰ
νὰ κατακλύζομε τὰ αὐτιά του.
Ἂν μάλιστα συμβαίνει νὰ ἔχομε
καὶ ὑπηρέτες σώφρονες,
νὰ παρουσιάζομε καὶ ἀπὸ αὐτοὺς
τὰ παραδείγματα·
ὅτι δηλαδὴ εἶναι πάρα πολὺ παράλογο
ὁ δοῦλος νὰ εἶναι τόσο πολὺ σώφρονας,
ἐνῶ ὁ ἐλεύθερος
νὰ γίνεται πιὸ φαῦλος ἀπὸ ἐκεῖνον.
Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἄλλο φάρμακο.
Ποιό λοιπὸν εἶναι αὐτό;
Νὰ μαθαίνει καὶ νὰ νηστεύει,
ἂν καὶ βέβαια ὄχι πάντοτε,
ἀλλὰ δυὸ μέρες τουλάχιστο τὴν ἑβδομάδα,
τὴν Τετάρτη καὶ τὴν Παρασκευή.
Νὰ πηγαίνει καὶ στὴν ἐκκλησία.
Καὶ κατὰ τὴν ἑσπέρα,
ὅταν τελειώνει τὸ θέατρο,
παίρνοντάς το ὁ πατέρας ἀπὸ τὸ χέρι,
νὰ τοῦ δείχνει ὅλους ἐκείνους
ποὺ βγαίνουν ἀπ’ αὐτὸ
καὶ νὰ καταγελᾶ τοὺς γέροντες,
γιατὶ ἔγιναν πιὸ ἀνόητοι
καὶ ἀπὸ τοὺς νέους,
καθὼς καὶ τοὺς νεώτερους,
γιατὶ δέχθηκαν τὴ φωτιὰ μέσα τους.
Καὶ νὰ ρωτάει τὸ παιδί·
«τί κέρδησαν λοιπὸν ὅλοι αὐτοί;
Τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο ντροπὴ
καὶ ξευτελισμὸ καὶ κατάκριση».
Καὶ γενικὰ δὲν συντελεῖ λίγο πρὸς σωφροσύνη
τὸ ν’ ἀπέχει τὸ παιδὶ ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα
καὶ τὰ θεάματα καὶ τὰ ἀκούσματα.
80. Ὑπάρχει ἐπίσης
καὶ ἄλλο φάρμακο·
νὰ τὸ μάθομε δηλαδὴ νὰ προσεύχεται
μὲ μεγάλη θέρμη καὶ κατάνυξη.
Καὶ μὴ μοῦ πεῖς,
ὅτι τὸ παιδὶ
ποτὲ δὲ θὰ δεχόταν
νὰ τὰ κάμει αὐτά·
τὸ παιδὶ
ποὺ ἔχει ὀρθὴ ἀντίληψη
καὶ διεγειρμένη ψυχὴ
εὔκολα θὰ τὰ δεχόταν αὐτά.
Καὶ πραγματικὰ βλέπομε
πολλὰ τέτοια παραδείγματα στοὺς παλιούς,
ὅπως ὁ Δανιήλ,
ὅπως ὁ Ἰωσήφ.
Μὴ μοῦ πεῖς βέβαια,
ὅτι ὁ Ἰωσὴφ ἦταν δεκαεπτὰ ἐτῶν τότε,
ἀλλὰ κοντὰ σ’ αὐτὸ σκέψου,
πῶς κατόρθωσε νὰ κερδίσει
τὴν ἀγάπη τοῦ πατέρα του
περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα
μεγαλύτερα ἀδέλφια του.
Ἐπίσης ὁ Ἰακὼβ
δὲν ἦταν νεώτερος;
Καὶ ὁ Ἱερεμίας ἐπίσης;
Ὁ Δανιὴλ πάλι δὲν ἦταν δώδεκα ἐτῶν;
Ὁ Σολομὼν δὲν ἦταν κι’ αὐτὸς δώδεκα ἐτῶν
ὅταν ἔκαμε τὴ θαυμαστὴ ἐκείνη προσευχή;
Τέλος ὁ Σαμουὴλ
δὲν δίδασκε τὸ δάσκαλο
ἐνῶ ἦταν νέος;
Ἑπομένως ἂς μὴν ἀπελπιζόμαστε·
γιατὶ αὐτὰ δὲν τὰ δέχεται κάποιος
ἂν εἶναι νεώτερος
ὡς πρὸς τὴν ψυχή,
καὶ ὄχι ἐὰν εἶναι νεώτερος
ὡς πρὸς τὴν ἡλικία.
Ἂς μαθαίνει λοιπὸν
νὰ προσεύχεται
μὲ μεγάλη κατάνυξη
καὶ νὰ συμμετέχει σὲ ἀγρυπνίες
κατὰ τὸ δυνατό,
καὶ γενικὰ
ἂς προσπαθοῦμε
νὰ δώσομε στὸ παιδὶ
ἦθος ἁγίου ἄνδρα.
Γιατὶ ἐκεῖνος
ποὺ δὲν συνηθίζει νὰ ὁρκίζεται,
οὔτε νὰ βρίζει ὅταν βρίζεται,
οὔτε νὰ κακολογεῖ καὶ νὰ μισεῖ,
καὶ ποὺ νηστεύει καὶ προσεύχεται,
αὐτὸς ἔχει ἀπὸ ὅλα αὐτὰ
μεγάλη τὴν ἐνίσχυση
γιὰ σωφροσύνη.
81. Καὶ ἐφόσον τὸν προορίζεις
γιὰ τὸν κοσμικὸ βίο,
ἀμέσως νὰ τοῦ βρεῖς νύφη,
καὶ νὰ μὴ περιμένεις πρῶτα
νὰ καταταγεῖ στὸ στρατὸ
ἢ νὰ καταλάβει πολιτικὰ ἀξιώματα,
ἀλλὰ πρῶτα φρόντισε
νὰ τακτοποιήσεις τὴν ψυχή του
καὶ μετὰ φρόντισε
γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ δόξα.
Ἢ νομίζεις
ὅτι συμβάλλει λίγο στὸ γάμο
τὸ νὰ νυμφευθεῖ
ἕνας παρθένος μιὰ παρθένα;
Αὐτὸ συμβάλλει πολὺ
καὶ γιὰ τὴ σωφροσύνη τῆς γυναῖκας,
καὶ ὄχι μόνο
γιὰ τὴ σωφροσύνη τοῦ νέου.
Καὶ ἡ μεταξύ τους ἀγάπη
δὲν θὰ εἶναι τότε πρὸ πάντων καθαρή;
Καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ σπουδαιότερο,
ὁ Θεὸς δὲ θὰ εἶναι τότε
περισσότερο εὐσπλαχνικὸς ἀπέναντί τους
καὶ θὰ γεμίσει
μὲ ἀμέτρητες εὐλογίες
τὸ γάμο ἐκεῖνο,
ὅταν συνενώνονται ἔτσι
ὅπως ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολή;
Καὶ αὐτὸ συντελεῖ
ὥστε ὁ νέος νὰ θυμᾶται
τὴν ἀγάπη αὐτή·
καὶ ἂν κυριευθεῖ
ἀπὸ τὸν πόθο αὐτό,
θὰ περιφρονήσει
ὁποιαδήποτε ἄλλη γυναίκα.
82. Ἂν ἐπαινεῖς τὸ κορίτσι
καὶ γιὰ τὴν ὀμορφιά του
καὶ γιὰ τὴν κοσμιότητά του
καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα,
καὶ ἔπειτα προσθέσεις,
«δὲν θὰ δεχθεῖ αὐτὸ
νὰ σὲ παντρευθεῖ
ἂν μάθει
ὅτι κάμνεις ζωὴ ράθυμη»,
στὸ ἑξῆς,
σὰν αὐτὸ ν’ ἀποτελεῖ
τὸν πιὸ φοβερὸ κίνδυνο,
θὰ καταβάλει πολλὴ φροντίδα.
Γιατί,
ἂν ὁ ἔρωτας τῆς μνηστῆς
ἔπεισε ἐκεῖνον τὸν ἅγιο ποὺ ἐξαπατήθηκε
νὰ δουλέψει ἑπτὰ ἀκόμη χρόνια,
ἢ καλύτερα δεκατέσσερα χρόνια,
πολὺ περισσότερο συμβαίνει αὐτὸ μὲ μᾶς.
Λέγε του λοιπὸν ὅτι
«ὅλοι οἱ συγγενεῖς τῆς νήφης,
καὶ ὁ πατέρας
καὶ ἡ μητέρα
καὶ οἱ δοῦλοι
καὶ οἱ γείτονες
καὶ οἱ φίλοι
παρακολουθοῦν μὲ προσοχὴ
τὴν ὅλη συμπεριφορά σου
καὶ θὰ τῆς τὰ ποῦν ὅλοι τους».
Δέσε το γερὰ
ἀπὸ τὴ ἀρχὴ
μὲ τὸ δεσμὸ αὐτό,
μὲ τὸ δεσμὸ
ποὺ ὁδηγεῖ σὲ σωφροσύνη.
Ὥστε, καὶ ἂν δὲν μπορεῖ
ἀπὸ τὴν πρώτη ἡλικία
νὰ ἔχει γυναίκα,
ὅμως ἂς ἔχει
ἀπὸ τὴ πρώτη ἡλικία μνηστή,
γιὰ νὰ φιλοτιμεῖται
νὰ φαίνεται καλό.
83. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο
φυλακτήριο τῆς σωφροσύνης·
νὰ βλέπει συνέχεια
τὸν προϊστάμενο τῆς ἐκκλησίας
καὶ ν’ ἀκούει ἀπὸ ἐκεῖνον
πολλοὺς ἐπαίνους,
καὶ νὰ καμαρώνει ὁ πατέρας
μπροστὰ σὲ ὅλους ἐκείνους
ποὺ ἀκοῦν τοὺς ἐπαίνους αὐτούς.
Νὰ ντρέπονται τὰ κορίτσια
ὅταν τὸν βλέπουν.
Καὶ ἔτσι οἱ διάφορες διηγήσεις,
ὁ φόβος ἀπὸ τὸν πατέρα
καὶ οἱ ὑποσχέσεις
καὶ μαζὶ μ’ ὅλα αὐτὰ
ἡ ἀμοιβὴ ποὺ ἐπιφυλάσσεται
ἀπὸ τὸ Θεὸ
καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθὰ
ποὺ θ’ ἀπολαύσουν οἱ σώφρονες,
θὰ τοῦ προσφέρουν
μεγάλη ἀσφάλεια.
84. Πρόσθεσε
καὶ τὶς ἐπιτυχίες στὸ στρατὸ
καὶ στὰ πολιτικὰ πράγματα.
Καὶ μαζὶ μ’ αὐτὰ
νὰ τοῦ ὁμιλεῖς συνέχεια
μὲ περιφρονητικὰ λόγια
γιὰ τὴν ἀσέλγεια,
καὶ νὰ πλέκεις
μεγάλα ἐγκώμια
γιὰ τὴ σωφροσύνη.
Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἱκανὰ
νὰ συγκρατήσουν
τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ
καὶ νὰ τοῦ γεννήσουν
σεμνοὺς λογισμούς.
85. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἕνα·
ἂς ἔρθομε τώρα
στὸ σπουδαιότερο ἀπὸ ὅλα,
τὸ ὁποῖο συγκρατεῖ τὰ πάντα.
Ποιό λοιπὸν εἶναι αὐτό;
Εἶναι ἡ φρόνηση.
Ἐδῶ χρειάζεται πολὺς κόπος,
γιὰ νὰ κάμεις αὐτὸ συνετὸ
καὶ ν’ ἀπομακρύνεις κάθε ἀνοησία.
Αὐτὸ τὸ μέρος τῆς φιλοσοφίας
εἶναι μεγάλο καὶ θαυμαστό,
γιατὶ πρέπει νὰ μάθει
τὰ σχετικὰ μὲ τὸ Θεό,
τὰ σχετικὰ μὲ ὅλα ἐκεῖνα
ποὺ ἐπιφυλάσσονται ἐκεῖ,
τὰ σχετικὰ μὲ τὴ γέεννα
καὶ τὴν οὐράνια βασιλεία·
γιατὶ λέγει,
«ἀρχὴ τῆς σοφίας
εἶναι ὁ φόβος Κυρίου».
86. Αὐτὴ λοιπὸν τὴ φρόνηση
ἂς βάλομε μέσα σ’ αὐτὸ
καὶ ἂς τὸ διδάξομε,
ὥστε νὰ γνωρίσει
τὰ ἀνθρώπινα πράγματα,
τί δηλαδὴ εἶναι πλοῦτος,
δόξα, ἐξουσία,
καὶ νὰ μάθει
αὐτὰ νὰ τὰ περιφρονεῖ
καὶ νὰ ἐπιδιώκει
τὰ μέγιστα ἀγαθά.
Ἐπίσης νὰ τοῦ ὑπενθυμίζομε
τοὺς παραινετικοὺς λόγους·
«παιδί μου,
νὰ φοβᾶσαι μόνο τὸ Θεό,
καὶ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν
νὰ μὴ φοβᾶσαι ἄλλον».
87. Μ’ ὅλα αὐτὰ
θὰ γίνει συνετὸς ἄνδρας
καὶ γεμάτος χάρες·
γιατὶ τίποτε
δὲν κάμνει τὸν ἄνθρωπο
τόσο ἀνόητο,
ὅσο αὐτὰ τὰ πάθη.
Γιὰ νὰ εἶναι κανεὶς σοφὸς κατὰ Θεὸ
ἀρκεῖ ὁ φόβος Θεοῦ
καὶ τὸ νὰ ἔχει ὀρθὴ γνώση
γιὰ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα.
Γιατὶ ἡ κορυφὴ τῆς σοφίας εἶναι αὐτή,
τὸ νὰ μὴ κυριεύεται
ἀπὸ σφοδρὸ πάθος πρὸς πράγματα
ποὺ ταιριάζουν σὲ παιδιά.
Ἂς παιδεύεται
νὰ μὴ θεωρεῖ τίποτε τὰ χρήματα,
τίποτε τὴν ἀνθρώπινη δόξα,
τίποτε τὴν ἐξουσία,
τίποτε τὸ θάνατο,
τίποτε τὴν παρούσα ζωή·
ἔτσι θὰ γίνει φρόνημο.
Ἂν μὲ τέτοια ζωὴ καὶ ἄσκησι
ὁδηγήσομε αὐτὸ στὸ νυφικὸ δωμάτιο,
σκέψου πόσο μεγάλο θὰ εἶναι
τὸ δῶρο γιὰ τὴ νύφη!
88. Τοὺς γάμους πάλι
νὰ τοὺς κάμνομε
ὄχι μὲ αὐλούς,
οὔτε μὲ κιθάρες καὶ χορούς·
γιατὶ ἕναν τέτοιο νυμφίο
θὰ ἦταν πολὺ ἀνόητο
νὰ τὸν καταντροπιάζεις
μὲ τέτοια.
Ἀλλὰ νὰ καλοῦμε ἐκεῖ τὸ Χριστό·
γιατὶ ὁ νυμφίος εἶναι
ὁ πλέον ἀντάξιος αὐτοῦ.
Ἂς προσκαλοῦμε τοὺς μαθητὲς αὐτοῦ.
Σ’ αὐτὸν τὸν νυμφίο
θὰ ὑπάρχουν ὅλα τὰ καλά.
Καὶ ὁ ἴδιος θὰ μάθει
νὰ παιδαγωγεῖ ἀργότερα ἔτσι
τὰ παιδιά του
καὶ ἐκεῖνα τὰ δικά τους παιδιά,
καὶ ἔτσι θὰ σχηματισθεῖ
μιὰ χρυσῆ σειρά.
89. Ἂς ἀσκοῦμε αὐτὸ
νὰ συμμετέχει κατὰ δύναμη
καὶ σὲ πολιτικὰ πράγματα,
ποὺ ὅμως δὲν εἶναι ἁμαρτωλά.
Ἂν δηλαδὴ στρατευθεῖ,
ἂς μάθει νὰ μὴ κερδίζει μὲ αἰσχρὸ τρόπο·
ἐπίσης ἂν γίνει συνήγορος τῶν ἀδικουμένων
ἢ ὁ,τιδήποτε ἄλλο παρόμοιο.
90. Καὶ ἡ μητέρα ἐπίσης
νὰ μάθει νὰ παιδαγωγεῖ τὴν κόρη
μ’ αὐτὰ ποὺ εἴπαμε γιὰ τὸ ἀγόρι,
ἀπομακρύνοντας αὐτὴν
ἀπὸ τὴν πολυτέλεια
καὶ τὰ στολίδια
καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα,
πράγματα ποὺ εἶναι
τῶν πορνῶν γυναικῶν.
Ὅλα λοιπὸν νὰ τὰ κάμνει
σύμφωνα μ’ αὐτὸ τὸ νόμο,
ἀπομακρύνοντας
ἀπὸ τὴν τρυφὴ καὶ τὴ μέθη
καὶ τὸν νέο καὶ τὴν κόρη.
Καθόσον καὶ αὐτὸ
εἶναι μεγάλο πράγμα
γιὰ σωφροσύνη·
γιατὶ τοὺς νέους τοὺς ἐνοχλεῖ
ἡ σαρκικὴ ἐπιθυμία,
ἐνῶ τὶς γυναῖκες
ἡ φιλοκοσμία
καὶ ἡ ἐλοφρομυαλιά.
Ὅλα αὐτὰ λοιπὸν
νὰ τὰ ἐμποδίζομε
καὶ ἔτσι θὰ μπορέσομε
νὰ ἀρέσομε στὸ Θεό,
ἀνατρέφοντας τέτοιους ἀθλητές,
γιὰ νὰ μπορέσομε
καὶ ἐμεῖς καὶ τὰ παιδιά μας
νὰ ἐπιτύχομε τὰ ἀγαθὰ
ποὺ ἔχει ὑποσχεθεῖ
σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν,
μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία
τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ,
μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο στὸν Πατέρα
καὶ συγχρόνως καὶ στὸ ἅγιο Πνεῦμα
ἀνήκει ἡ δόξα,
ἡ δύναμη καὶ ἡ τιμή,
τώρα καὶ πάντοτε
καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.