Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής καὶ οἱ τρεῖς πειρασμοὶ
Πολλά, ἀμέτρητα,
εἶναι ὅσα γραφήκανε
γιὰ τὸν παπισμό,
ἀλλὰ λίγα εἶναι
σὰν αὐτὰ ποὺ ἔγραψε
γιὰ τὸ αἰνιγματικὸ τοῦτο σύστημα
ὁ πλέον βαθυστόχαστος
κι’ ἀποκαλυπτικὸς
Ρῶσος συγγραφέας
Θόδωρος Ντοστογέφσκης.
Τοῦτο τὸ μοναδικὸ κείμενο
εἶναι ἕνα κεφάλαιο
μέσα στὸ βιβλίο του
«Τ’ Ἀδέρφια Καραμάζωφ»,
κι’ αὐτὸ τὸ κεφάλαιο
ἔχει γιὰ ἐπανώγραμμα
«Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής».
Ὁ Ντοστογιέφσκης,
μ’ ὅλο ποὺ εἶναι
ἕνα φιλοσοφικὸ πνεῦμα,
ὡστόσο στὸν «Μέγαν Ἱεροεξεταστὴ»
αἰσθάνεται καὶ γράφει
σὰν Ὀρθόδοξος,
ποὺ ξέρει καλὰ
ποιὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Χριστὸς
κ’ ἡ διδασκαλία του.
Στὸν «Μεγάλο Ἱεροεξεταστὴ»
βάζει τὸν Χριστὸ ἀντιμέτωπο
μὲ τὸν ψεύτικο ἀντιπρόσωπό του στὴ γῆ,
μὲ τὸν Ἰσουΐτη ἱεροεξεταστή,
τὸ φοβερὸ τέρας
ποὺ ἔκαιγε τοὺς «αἱρετικούς»
στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ,
ἕνα πρᾶγμα ἀπίστευτο
κι’ ἀκατανόητο.
Εἶναι τρομερὸ νὰ σκεφθῆ κανένας
τί μπορεῖ νὰ κάνη ὁ διάβολος
γιὰ νὰ δυσφημήση τὸν Χριστό,
ἀφοῦ φτάνει στὸ σημεῖο
νὰ φαίνεται ὁ σατανᾶς
πὼς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός!
Σ’ αὐτὸ τὸ παράδοξο κείμενο
τοῦ Ντοστογέφσκη,
ὁ Ἱεροεξεταστὴς
κάνει μιὰ μακρυὰ ἐξομολόγηση
στὸν Χριστό,
ποὺ δὲν βγάζει
μήτε μιὰ λέξη
ἀπὸ τὸν στόμα του
γιὰ νὰ δώση ἀπάντηση
στὰ ἐρωτήματα
τοῦ ἱεροδικαστῆ,
καὶ γιὰ τοῦτο
ἀποκρίνεται ὁ ἴδιος
σὲ ὅσα ἐρωτᾶ.
Μὲ ἄλλα λόγια, ὅσα λέγει
εἶναι ἕνας καταθλιπτικὸς μονόλογος
ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα
κάποιου πλάσματος
ποὺ θαρρεῖς πὼς ἀνέβηκε
ἀπὸ τὴν κόλαση.
Ὁ Ἱεροεξεταστὴς
καταδίκασε κάποιους «αἱρετικοὺς»
σὲ θάνατο μὲ τὴ φωτιά,
κι’ ἀφοῦ ἔγινε θανάτωση
στὴ μεγάλη πλατεῖα
μιᾶς σπανιόλικης πολιτείας,
γύρισε πίσω στὸ κελλί του,
ποὺ βρισκότανε στὸ κτίριο
τοῦ «Ἱεροῦ Δικαστηρίου»,
ἱκανοποιημένος
πὼς ἔκανε τὸ χρέος του,
κατὰ τὸ σύστημα ποὺ ὑπηρετοῦσε
μ’ ἕναν φρικτὸν φανατισμό.
Τὸ σύστημά του
ἤτανε ἕνας Χριστιανισμὸς
ὄχι ὅπως τὸν δίδαξε ὁ Χριστός,
ἀλλὰ παραμορφωμένος
κι’ ἀγνώριστος ὁλότελα,
μέχρι ποὺ νὰ μοιάζη
μὲ θρησκεία τοῦ ἀντιχρίστου,
κι’ αὐτὸ ἔγινε
γιὰ νὰ μποροῦνε οἱ ἄνθρωποι
νὰ τὸν δεχτοῦνε,
ἐπειδὴ ἐκεῖνα ποὺ παραγγέλνει
καὶ ποὺ ζητᾶ ὁ Χριστὸς
ἀπὸ τοὺς πιστούς του
εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη τοῦ ἱεροεξεταστῆ
καὶ τῶν ὁμοίων του,
ἀπόλυτα κι’ ἀνεφάρμοστα,
ὑπεράνθρωπα κι’ ἀπάνθρωπα.
Δηλαδὴ ὁ Χριστιανισμὸς
ἔγινε ἕνα σύστημα
σὰν τὰ ἄλλα ἀνθρώπινα συστήματα,
μιὰ κοσμικὴ ἐξουσία
ποὺ ἔχει στὴν ἐξουσία της
τοὺς πιστούς της,
καὶ ποὺ τοὺς διοικεῖ,
τοὺς κρίνει καὶ τοὺς καταδικάζει
ὅπως ἡ πολιτικὴ ἐξουσία.
Ἀπὸ τὸν Χριστὸ
κράτησε μοναχὰ
τὸ προσωπεῖο,
κι’ ὅ,τι κάνει,
λέγει πὼς τὸ κάνει
στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ,
ἐνῶ τὸ κάνει
στ’ ὄνομα τοῦ σατανᾶ.
Γιὰ τοῦτο ὁ Ἱεροεξεταστὴς
ὁλοένα ἀναφέρει τὸν διάβολο μὲ σεβασμό,
καὶ τὸν ὀνομάζει «Αὐτός»,
«τὸ Μέγα καὶ Σοφὸ Πνεῦμα»,
«τὸ Σοφὸ καὶ ἰσχυρὸ Πνεῦμα».
Ἀλλὰ ἀναπάντεχα,
ἐνῷ ὁ Ἱεροεξεταστὴς
ἤτανε ἱκανοποιημένος
ποὺ ἔκαψε τοὺς αἱρετικούς,
ὑπηρετώντας τὸ σύστημα
τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας,
ἀναπάντεχα φανερώνεται ὁ Χριστὸς
μέσα στὸν δρόμο,
κι’ ὁ κόσμος τρέχει ἀπὸ πίσω του,
κλαίγοντας ἀπὸ συγκίνηση.
Μὲ ὅλο ποὺ δὲν λέγει ποιὸς εἶναι,
κι’ αὔτε βγάζει μιλιὰ
ἀπὸ τὸ στόμα του,
ὡστόσο ὅλοι καταλάβανε
πὼς ἤτανε ὁ Χριστός.
Τρέξανε λοιπὸν
καὶ τοῦ πήγανε τοὺς ἀρρώστους τους,
κ’ Ἐκεῖνος τοὺς θεράπευε,
ἀνάστησε μάλιστα
κ’ ἕνα πεθαμένο παιδάκι,
μπροστὰ στὴν καθεδρικὴ ἐκκλησιὰ
τῆς Σεβίλλιας,
ἐκεῖ ποὺ καίγανε τοὺς «αἱρετικοὺς»
στ’ ὄνομά του.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ
πέρασε ἀπὸ κεῖ ὁ Ἱεροεξεταστής,
ψηλός, κοκκαλιάρης,
καραμουντζωμένος καὶ κατσουφιασμένος,
ἴδιος σκιάχτρο,
μὲ βαθουλωμένα μάτια
ποὺ βγάζανε σπίθες,
γέρος ἐνενῆντα χρονῶν.
Μόλις εἶδε τὸν Χριστὸ
καὶ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε,
ἔδωσε διαταγὴ
στὴν «ἁγία φρουρὰ» ποὺ τὸν φύλαγε,
νὰ τὸν πιάσουνε.
Πιάσανε λοιπὸν τὸν Χριστό,
κι’ ὁ λαός,
ποὺ λίγο πρὶν ἔκανε σὰν τρελλὸς
ἀπὸ τὴ χαρά του γιὰ τὸν Χριστό,
ἄνοιξε δρόμο,
ταπεινὰ κ’ ὑπάκουα,
γιὰ νὰ περάσουνε οἱ στρατιῶτες
μὲ τὸν κατάδικο τὸν Χριστὸ,
κι’ ὅλοι σκύψανε ὥς τὴ γῆ
μπροστὰ στὸν Ἱεροεξεταστή.
Καὶ κεῖνος
βλόγησε σιωπηλὰ τὸν λαό,
καὶ γύρισε στὸ διαμέρισμά του,
ὅπως εἴπαμε στὴν ἀρχή.
Αὐτὴ τὴ διήγηση
τὴν παρουσιάζει ὁ Ντοστογιέφσκης
σὰν λογοτεχνικὸ ἔργο
τοῦ Ἰβὰν Καραμάζωφ,
ποὺ ἤτανε
ἕνας ἀπὸ τοὺς γυιοὺς
τοῦ γέρου Καραμάζωφ,
σπουδασμένος
στὴν εὐρωπαϊκὴ φιλοσοφία.
Καὶ τὸ διαβάζει
στὸν μικρότερο ἀδελφό του,
τὸν Ἀλιόσα,
ποὺ εἶχε γίνει καλόγερος,
ὑποτακτικὸς
σ’ ἕναν ἅγιο γέροντα ξομολόγο,
ἕναν «στάρετς»,
ὅπως τοὺς λέγουνε στὰ ρωσικά.
Ὁ Ἀλιόσας,
κάθε τόσο διακόπτει τὸν Ἰβὰν
ποὺ διαβάζει,
καὶ κάνει κάποιες παρατηρήσεις.
Αὐτὲς δὲ τὶς βάζω
στὸ κείμενο τοῦ Ντοστογέφσκη
ποὺ δίνω παρακάτω,
γιὰ νὰ μὴν κόβεται
ὁ μονόλογος τοῦ Ἱεροεξεταστῆ.
Πρέπει νὰ σημειώσω
πὼς αὐτὸ τὸ κείμενο
δὲν τὸ ἀφήνω
ὅπως εἶναι γραμμένο
ἀπὸ τὸν συγγραφέα,
ἀλλὰ τὸ ἄλλαξα κάμποσο,
σὲ πολλὰ τὸ ἄλλαξα πολύ,
σὲ ἄλλα μέρη τὸ συντόμεψα
καὶ σὲ ἄλλα μέρη
προσπάθησα νὰ τὸ κάνω
πιὸ ἁπλοποιημένο,
ὥστε νὰ τὸ καταλάβη
ὁ ἀναγνώστης καλύτερα.
Τὸ ὕφος τοῦ Ντοστογέφσκη,
ἐπειδὴ εἶναι νευρικό,
ἀκατάστατο,
καὶ συχνὰ ἔχει
κάποια βορεινὴ ἀοριστία,
τὸ ἄλλαξα,
κάνοντας το πιὸ ἥσυχο,
πιὸ καθαρὸ καὶ πιὸ ἁπλό,
γιὰ νὰ νοιώση ὁ ἀναγνώστης
τὰ δύσκολα καὶ βαθειὰ νοήματα
πιὸ εὔκολα.
Κάπου-κάπου ἔβαλα
καὶ κάποια λόγια τοῦ Χριστοῦ
ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο,
ποὺ δὲν τὰ ἔχει ὁ Ρῶσος συγγραφέας,
γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἰδέες του
πιὸ χειροπιαστές,
καθὼς καὶ μερικὰ ἐξηγητικὰ λόγια
καὶ ὑποσημειώσεις.
Ἡ βάση,
ποὺ ἀπάνω της εἶναι γραμμένος
«ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής»,
εἶναι, μὲ ἁπλᾶ λόγια,
τούτη:
Πὼς ὁ παπισμὸς
εἶναι ἕνα σύστημα φοβερό,
βγαλμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτωλὴ
καὶ πονηρὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου,
ποὺ θέλει νὰ ἐξουσιάζη
ἀπάνω στοὺς ἀνθρώπους
καὶ νὰ τοὺς κάνη ὑποτακτικούς του,
χωρὶς ἀγάπη,
χωρὶς πίστη,
χωρὶς τίποτα χριστιανικό,
ἀλλὰ γεμᾶτο
ἀπὸ τὸ πνεῦμα
τοῦ διαβόλου,
ποὺ λέγει ὅμως πονηρὰ
πὼς ἡ ἐξουσία του
προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστό,
καὶ πὼς ὅ,τι κάνει
τὸ κάνει ἐν ὀνόματί Του.
Αὐτὴ ἡ σατανικὴ ὑποκρισία
εἶναι τὸ μυστικὸ
αὐτοῦ τοῦ συστήματος,
ποὺ τὸ κρύβουνε καλὰ
οἱ ἱερωμένοι του.
Ἀλλὰ ἕνας ἀπὸ αὐτούς,
ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής,
ἀπὸ τὴν ὀργὴ ποὺ ἔνοιωσε
σὰν εἶδε τὸν Χριστὸ
νὰ ἔρχεται πάλι
σὲ τοῦτον τὸν κόσμο
γιὰ νὰ χαλάση τὸ «μεγάλο» ἔργο
ποὺ ἔγινε μὲν στὄνομά του,
χωρὶς ὅμως νὰ ἔχη σχέση
μ’ αὐτὸ τὸ ἔργο
ὁ ἴδιος ὁ Χριστός,
ἀπὸ τὴν παραφορά του λοιπὸν
τὸ φανερώνει,
φωνάζοντας στὸν Χριστό:
«Ἐμεῖς δεχθήκαμε
τὸ ξίφος τοῦ Καίσαρα,
ποὺ δὲν θέλησες νὰ τὸ πάρης Ἐσύ,
κ’ ἔτσι σὲ πετάξαμε Ἐσένα
κι’ ἀκολουθήσαμε Αὐτόν»,
δηλαδὴ τὸν διάβολο.
Σήμερα
ποὺ γίνονται τόσες συζητήσεις
ἀπ’ ἀφορμὴ τῆς κίνησης
ποὺ σηκώθηκε ἄξαφνα
γιὰ τὸ σμίξιμο τοῦ Βατικανοῦ
μὲ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο,
κίνηση ποὺ προέρχεται
ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου,
ποὺ ἐνσαρκώνει ὁ Παπισμός,
κ’ ἐπειδὴ οἱ πολλοί,
σχεδὸν ὅλοι,
εἶναι ἀκατατόπιστοι
στὰ ζητήματα τῆς θρησκείας,
καὶ δὲν γνωρίζουν
τί ἀντιπροσωπεύει ὁ Παπισμὸς
καὶ τί ἀντιπροσωπεύει ἡ Ὀρθοδοξία,
θεώρησα καλὸ
νὰ γράψω μερικὰ ἄρθρα
σχετικὰ μ’ αὐτὰ τὰ θέματα,
κι’ ἀνάμεσα σ’ αὐτὰ
εἶναι καὶ τοῦτο ποὺ γράφω
ἀπ’ ἀφορμὴ
τοῦ «Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ»,
τοῦ Ντοστογέφσκη.
Στὸν μονόλογο
ποὺ λέγει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστὴς
μπροστὰ στὸν Χριστὸ
ποὺ στέκεται βουβός,
γίνεται πολὺς λόγος
γιὰ τοὺς τρεῖς πειρασμοὺς
τοῦ Χριστοῦ.
Γι’ αὐτό,
καλὸ θὰ εἶναι νὰ κυττάξουμε
τί λέγει τὸ Εὐαγγέλιο
γι’ αὐτοὺς τοὺς πειρασμούς.
Ἂς πάρουμε
τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο:
«Τότε ὁ Ἰησοῦς
ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον
ὑπὸ τοῦ πνεύματος,
πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου,
καὶ νηστεύσας
ἡμέρας τεσσαράκοντα
καὶ νύκτας τεσσαράκοντα,
ὕστερον ἐπείνασε.
Καὶ προσελθὼν αὐτῷ
ὁ πειράζων εἶπεν:
«Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ,
εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι
ἄρτοι γένωνται».
Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε:
«Γέγραπται,
οὐκ’ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ
ζήσεται ἄνθρωπος,
ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ρήματι
ἐκπορευομένῳ
διὰ στόματος Θεοῦ».
Τότε παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος
εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν,
καὶ ἵστησιν αὐτὸν
ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ,
καὶ λέγει αὐτῷ:
«Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ,
βάλε σεαυτὸν κάτω.
Γέγραπται γὰρ
ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ
ἐντελεῖται περὶ σοῦ,
καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσι σε,
μήποτε προσκόψεις
πρὸς λίθον
τὸν πόδα σου».
’Έφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς:
«Πάλιν γέγραπται,
οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον
τὸν Θεόν σου».
Πάλιν παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος
εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν,
καὶ δείκνυσιν αὐτῷ
πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου
καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν,
καὶ λέγει αὐτῷ:
«Ταῦτα πάντα σοὶ δώσω,
ἐὰν πεσὼν προσκυνήσης μοι».
Τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς:
«Ὕπαγε ὀπίσω μοι, σατανᾶ.
Γέγραπται γάρ,
Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις
καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.
Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος,
καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον
καὶ διηκόνουν αὐτῷ» (Ματθ. δ’, 1).
Λοιπὸν ὁ Ἱεροεξεταστὴς
λέγει στὸν Χριστό:
«Τὸ φοβερὸ καὶ πονηρὸ Πνεῦμα,
τὸ πνεῦμα τῆς ἀνυπαρξίας
καὶ τῆς αὐτοκαταστροφῆς,
μίλησε μαζί Σου στὴν ἔρημο
καὶ γράφηκε στὸ Εὐαγγέλιο
πὼς σὲ ἔβαλε σὲ δοκιμασία.
Ἔτσι δὲν εἶναι;
Εἶναι δυνατὸ νὰ εἰπωθῆ
ἕνα πρᾶγμα πιὸ ἀληθινὸ
ἀπὸ τὸ νόημα ποὺ ἔχουνε
αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα
ποὺ Σοῦ ἔβαλε
καὶ ποὺ Ἐσὺ τὰ πέταξες,
καὶ ποὺ στὰ Εὐαγγέλια
λέγονται πειρασμοί;
Ἂν ἔγινε ποτὲ στὴ γῆ
ἕνα ἀληθινὸ θαῦμα,
τρανταχτὸ σὰν κεραυνός,
αὐτὸ ἤτανε μοναχὰ ἐκεῖνο
ποὺ ἔγινε ἐκείνη τὴν ἡμέρα,
τὴν ἡμέρα τῶν τριῶν πειρασμῶν.
Ἂν συνάζανε
ὅλους τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου,
τοὺς ἐξουσιαστές,
τοὺς ἀρχιερεῖς,
τοὺς στοχαστές,
τοὺς φιλόσοφους,
τοὺς ποιητές,
καὶ τοὺς λέγανε:
«Βρῆτε καὶ συνθέσετε
τρία ἐρωτήματα,
ποὺ νἄχουνε ἀνταπόκριση,
ὄχι μὲ τὸ ἄφθαστο ὕψος
τῆς στιγμῆς ἐκείνης,
ἀλλὰ μέσα σὲ τρεῖς φράσεις,
σὲ τρεῖς λέξεις
τῆς ἀνθρώπινης γλώσσας
νὰ κλείνεται
ὁλόκληρη ἡ μελλοντικὴ ἱστορία
τῆς ἀνθρωπότητας,
πιστεύεις, Ἐσύ,
πὼς ὅλη ἡ σοφία τοῦ κόσμου μαζεμένη
θὰ μποροῦσε νὰ συλλάβη
κάποιο πρᾶγμα
ποὺ νὰ εἶναι σὲ δύναμη καὶ σὲ βάθος
ἰσάξιο μὲ τὰ τρία ἐρωτήματα
ποὺ Σοῦ πρότεινε τότε
τὸ κραταιὸ καὶ πονηρὸ Πνεῦμα
τῆς ἐρήμου;...
Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα
βρίσκεται ὁλόκληρο τὸ μέλλον
κ’ ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας
σὰν προφητεία,
καὶ σ’ αὐτὲς τὶς τρεῖς εἰκόνες
σμίγουνε ὅλες οἱ ἀξεδιάλυτες ἀντιφάσεις
ποὺ ὑπάρχουνε στὸν κόσμο.
»Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ
δὲν ἤτανε αὐτὸ
τόσο ὁλοφάνερο,
ἐπειδὴ τὸ μέλλον
τῆς ἀνθρωπότητας
ἤτανε ἄγνωστο.
Σήμερα ὅμως,
ὕστερ’ ἀπὸ δεκαπέντε αἰῶνες,
μποροῦμε νὰ δοῦμε
πὼς μὲ αὐτὰ τὰ τρία ἐρωτήματα
προφητευθήκανε τὰ πάντα,
καὶ πὼς πόσο ἀληθινὰ βγήκανε,
ποὺ ἡμεῖς νὰ μὴ μποροῦμε
μήτε νὰ προσθέσουμε,
μήτε ν’ ἀφαιρέσουμε τίποτα.
»Κρίνε τώρα καὶ μόνος Σου
ποιὸς εἶχε δίκιο τότε;
Ἐσύ, ἢ Ἐκεῖνος
ποὺ Σὲ ρωτοῦσε;
Θυμήσου τὸ πρῶτο ἐρώτημα.
Ἡ ἔννοιά του ἤτανε τούτη:
Θέλεις νὰ πᾶς στὸν κόσμο
μὲ ἀδειανὰ χέρια,
καὶ μοναχὰ
μὲ μιὰ ἀόριστη ὑπόσχεση
γιὰ ἐλευθερία,
ποὺ οἱ στενόψυχοι ἄνθρωποι
δὲν μποροῦνε νὰ τὴν καταλάβουνε
καθόλου,
μάλιστα τὴν φοβοῦνται,
γιατὶ γι’ αὐτοὺς
δὲν ὑπάρχει τίποτα
ποὺ νὰ εἶναι πιὸ ἀνυπόφορο
ἀπὸ τὴν ἐλευθερία.
Βλέπεις ὅμως τὶς πέτρες
σ’ αὐτὴ τὴν γυμνὴ
καὶ φλογισμένη ἔρημο;
Κάνε τις ψωμιά,
κ’ ἡ ἀνθρωπότητα
θὰ σὲ ἀκολουθήση σὰν κοπάδι,
γεμάτη εὐγνωμοσύνη.
Ἀλλὰ Ἐσὺ δὲν ἤθελες
νὰ πάρης ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους
τὴν ἐλευθερία,
καὶ δὲν παραδέχτηκες
αὐτὸ ποὺ σοῦ πρότεινε
τὸ κραταιὸ Πνεῦμα,
ἐπειδὴ σκέφθηκες
τί εἴδους ἐλευθερία θὰ εἶναι αὐτὴ
ποὺ ἀγοράζεται μὲ ψωμιά,
καὶ τοῦ ἀποκρίθηκες:
«Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ
ζήσεται ἄνθρωπος».
Ἀλλὰ γνωρίζεις
πὼς ἐν ὀνόματι
αὐτοῦ τοῦ ἐπιγείου ἄρτου,
τὸ πνεῦμα τῆς γῆς
θὰ σηκωθῆ καταπάνω σου
καὶ θὰ σὲ πολεμήση
καὶ θὰ σὲ νικήσῃ;».
Σημείωση Κόντογλου:
Αὐτὸν τὸν ξεσηκωμὸ
τοῦ πνεύματος τῆς γῆς,
δηλαδὴ τῆς σαρκικῆς καλοπέρασης,
καταπάνω στὸν Χριστὸ,
τὸν βλέπουμε σήμερα
περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐποχή.
Ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα
προέρχεται καὶ ἡ κίνηση ποὺ γίνεται
γιὰ νὰ ἑνωθοῦνε οἱ λεγόμενοι Χριστιανοί,
ἀφοῦ μάλιστα
τὸ διακηρύττουν ὅτι γίνεται
γιὰ τὴν ἐπίγεια εὐδαιμονία
τῆς ἀνθρωπότητας,
καὶ τὴν ἐπικροτοῦνε
ὅλοι οἱ σαρκικοὶ ἄνθρωποι.
Γιὰ τοὺς ἄλλους δυὸ πειρασμούς,
ποὺ πρότεινε ὁ διάβολος
στὸν Χριστό,
δηλαδή νὰ πέση
ἀπὸ τὴν σκεπὴ τοῦ ναοῦ
γιὰ νὰ τὸν ἁρπάξουν οἱ ἄγγελοι,
καθὼς καὶ γιὰ τὸν ἄλλον:
νὰ προσκυνήση τὸν σατανᾶ
καὶ νὰ πάρη στὴν ἐξουσία του
τὰ βασίλεια τῆς γῆς,
μιλᾶ ὁ Ἱεροεξεταστὴς
μέσα στὸ κείμενο
τοῦ Ντοστογέφσκη
ποὺ βάζουμε παρακάτω.
Εἴπαμε λοιπὸν
πὼς ἡ «ἁγία φρουρὰ»
ἔπιασε τὸν Χριστὸ
κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἱεροεξεταστῆ.
Τὸν πήγανε καὶ τὸν κλείσανε
σὲ μιὰ στενή, θολωτὴ
καὶ σκοτεινὴ φυλακὴ
τοῦ Ἁγίου Δικαστηρίου.
Σὰν νύχτωσε,
ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής,
μ’ ἕνα φανάρι στὸ χέρι,
ξεκλειδώνει τὴ σιδερόπορτα
καὶ μπαίνει μέσα.
Σταματᾶ
καὶ κυττάζει κατάματα
τὸν φυλακωμένο,
σὰν νὰ τὸν τρυπᾶ
μὲ τὸ σουβλερὸ μάτι του.
Ὕστερα
βάζει τὸ φανάρι
ἐπάνω στὸ τραπέζι,
πλησιάζει τὸν Χριστό,
καὶ τοῦ λέγει:
«Εἶσαι Ἐσὺ ὁ ἴδιος;».
Δὲν παίρνει καμμιὰ ἀπόκριση.
Μὰ κατάλαβε
πὼς εἶναι ὁ Χριστός,
καὶ γι’ αὐτὸ τὸν ρωτᾶ:
«Γιατί ἦρθες νὰ μᾶς ἐνοχλήσῃς;».
Ὁ Χριστὸς στέκεται βουβός.
Γιὰ τοῦτο, ὁ Ἱεροεξεταστὴς
ἀπαντᾶ ὁ ἴδιος
στὰ ἐρωτήματά του.
Λέγει λοιπὸν στὸν Χριστό:
«Πρὶν ἀπὸ χίλια πεντακόσια χρόνια
ἦρθες νὰ διδάξης
στοὺς ἀνθρώπους
τὴν ἐλευθερία.
Μὰ ἐμεῖς,
ἀφοῦ τοὺς ὑποδουλώσαμε,
τοὺς κάναμε νὰ πιστεύουν
πὼς εἶναι ἐλεύθεροι,
ἂν καὶ φέρανε τὴν ἐλευθερία τους
καὶ τὴν ρίξανε στὰ πόδια μας.
Αὐτὸς ὁ δρόμος
εἶναι ὁ μόνος
ποὺ κάνει τοὺς ἀνθρώπους
εὐτυχισμένους.
Μὰ Ἐσὺ δὲν θέλησες
νὰ τὸν ἀκολουθήσης.
Εὐτυχῶς ὅμως
ποὺ μᾶς ἔδωσες τὴν ἐξουσία
«τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν»,
καὶ κάνουμε ἐκεῖνο
ποὺ Ἐσὺ δὲν τὸ ἔκανες.
Τώρα δὲ μπορεῖ νὰ σκέπτεσαι
πὼς μπορεῖς νὰ μᾶς πάρης πίσω
αὐτὴν τὴν ἐξουσία.
Λοιπόν, γιατί ἦρθες
νὰ μᾶς ἐνοχλήσης;
»Τὸ Μέγα Πνεῦμα
σοῦ ἔβαλε τρία ἐρωτήματα,
τότε ποὺ σὲ πείραξε στὴν ἔρημο.
Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα
βρίσκεται ὅλη ἡ μέλλουσα ἱστορία
τῆς οἰκουμένης καὶ τῆς ἀνθρωπότητας.
Ἐνῷ τὸ κραταιὸ Πνεῦμα
σοῦ εἶπε νὰ τὸ προσκυνήσης
γιὰ νὰ γίνουν «οἱ λίθοι ἄρτοι»,
ἐσὺ τοῦ ἀποκρίθηκες:
«Δὲν θὰ ζήση ὁ ἄνθρωπος
μονάχα μὲ τὸ ψωμί»,
δηλαδή μόνο μὲ τὶς ὑλικὲς ἀπολαύσεις.
Ἐσὺ δηλαδή,
ἀντὶ αὐτὴ τὴ χεροπιαστὴ
ὑλικὴ ἐπιτυχία,
τοὺς ἔδινες μιὰ ἐλευθερία
ποὺ δὲν μποροῦν
νὰ τὴν καταλάβουν
οἱ ἄνθρωποι,
γιατὶ ὁ νοῦς κ’ ἡ καρδιά τους
εἶναι περιωρισμένα.
Ἡ ἐλευθερία ποὺ τοὺς ἔδωσες,
εἶναι γι’ αὐτοὺς
τὸ πιὸ ἀνυπόφορο πρᾶγμα.
Ἐνῷ ἂν ἔκανες τὶς πέτρες ψωμιά,
ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα
θὰ σὲ ἀκολουθοῦσε
μὲ εὐγνωμοσύνη.
Ἐσὺ ὅμως εἶπες:
«Δὲν θὰ ζήση
μὲ ψωμὶ μονάχα
ὁ ἄνθρωπος».
Ξέρεις λοιπὸν
πὼς ἐν ὀνόματι
αὐτοῦ τοῦ ἐπίγειου ψωμιοῦ
θὰ σηκωθῆ καταπάνω Σου
τὸ πνεῦμα τῆς Γῆς,
τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου;
Ξέρεις ἀκόμα
πὼς ἡ ἀνθρωπότητα
μὲ τὸ στόμα τῶν σοφῶν της
καὶ τῶν διανοουμένων της
θὰ διακηρύξη,
ὕστερ’ ἀπὸ αἰῶνες,
πὼς δὲν ὑπήρξανε
μήτε ἁμαρτίες,
μήτε ἐγκλήματα,
παρὰ μοναχὰ
πεινασμένοι ἄνθρωποι;
Ἐσὺ τὰ ξέρεις αὐτά.
Ἡ σημαία ποὺ θὰ σηκωθῆ
καταπάνω Σου
θὰ γράφη ἀπάνω;
«Πρῶτα χόρτασέ μας,
κ’ ὕστερα ζήτα ἀπὸ μᾶς
νὰ κάνουμε τὸν λόγο Σου!».
Μὲ αὐτὴ τὴ σημαία
θὰ γκρεμίσουν τὸν ναό Σου,
καὶ στὴ θέση του θὰ χτίσουνε
ἕνα φοβερὸ πύργο τοῦ Βαβέλ.
»Ἐμεῖς ὅμως
θὰ τοὺς χορτάσουμε,
καὶ θὰ τελειώσουμε
αὐτὸν τὸν πύργο τοῦ Βαβέλ.
Καὶ θὰ τοὺς ποῦμε ψέματα
πὼς αὐτὸ ποὺ κάνουμε
τὸ κάνουμε στ’ ὄνομά Σου.
»Ἐσὺ τοὺς ὑποσχέθηκες
«τὸν οὐράνιον ἄρτον».
Μπορεῖ αὐτὸ τὸ ψωμὶ νὰ συγκριθῆ
μὲ τὸ χεροπιαστὸ ψωμί,
μὲ τὸ ἐπίγειο ψωμί;
Καλά, τέλος πάντων,
γιὰ «τὸν οὐράνιον ἄρτον»
θὰ σὲ ἀκολουθήσουν χίλιοι,
δέκα χιλιάδες, ἑκατὸ χιλιάδες.
Ἀλλὰ τί θὰ γίνουνε
τὰ ἑκατομμύρια
καὶ τὰ δισεκατομμύρια πλάσματα
ποὺ δὲν θἄχουνε τὴ δύναμη
νὰ περιφρονήσουν τὸ ἐπίγειο ψωμί,
γιὰ νὰ λάβουν
«τὸν οὐράνιον ἄρτον» Σου;
Ἐμεῖς θὰ γίνουμε σωτῆρες
γι’ αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια,
καὶ θὰ μᾶς θεοποιήσουνε,
γιατὶ ἐμεῖς πήραμε ἀπάνω μας
τὴν ἐλευθερία τους.
Ἐμεῖς ὅμως θὰ ποῦμε
πὼς ἔχουμε γιὰ ἀρχηγὸ Ἐσένα,
καὶ πὼς πήραμε τὴν ἐξουσία
ἀπὸ Ἐσένα.
Θὰ λέμε ψέματα,
μὰ αὐτὸ
θὰ εἶναι χρέος μας.
Νά, αὐτὰ εἶχα νὰ πῶ
γιὰ τὸ πρῶτο ἐρώτημα
τοῦ Πειρασμοῦ,
ποὺ Σοῦ πρότεινε
στὴν ἔρημο.
Περιφρόνησες
τὸ μόνο μέσον
ποὺ μ’ αὐτὸ
θὰ μποροῦσες νὰ κάνης
νὰ σὲ λατρεύουν
ὅλοι οἱ ἄνθρωποι,
κι’ ὄχι μοναχὰ
ἐκεῖνοι οἱ λίγοι
(Σημείωση Κόντογλου: δηλαδὴ ἐκεῖνοι
ποὺ κρατοῦνε τὸν ἀληθινὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ.).
Οἱ ἄνθρωποι θέλουν νὰ παραδώσουν
τὴν ἐλευθερία τους
σὲ κάποιον.
Κ’ Ἐσύ,
ἀντὶ νὰ πάρης τὴν ἐλευθερία τους
καὶ νὰ γίνης ἐξουσιαστής τους,
τοὺς χάρισες
ἀκόμα περισσότερη ἐλευθερία.
Αὐτὸ ξεπερνᾶ
τὴ δύναμή τους,
καὶ γιὰ τοῦτο
Ἐσὺ στάθηκες γι’ αὐτοὺς σκληρός,
καὶ δὲν τοὺς ἀγάπησες
μὲ τὸ νὰ τοὺς δώσης
τὴν ἐλευθερία.
Γι’ αὐτὸ,
Ἐσὺ ὁ ἴδιος συνήργησες
στὸ γκρέμνισμα τῆς βασιλείας Σου,
καὶ δὲν πρέπει
νὰ κατηγορᾶς κανέναν
γι’ αὐτὴ τὴν καταστροφή».
Ὁ Ἱεροεξεταστὴς
ἐξακολούθησε νὰ μιλᾶ
δίχως νὰ παίρνη ἀπάντηση
ἀπὸ τὸν Χριστὸ
ποὺ στεκότανε μπροστά του.
Τοῦ μιλᾶ
γιὰ τὸν δεύτερο πειρασμό:
«Τὸ πονηρὸ καὶ ἰσχυρὸ Πνεῦμα
Σοῦ εἶπε ἀκόμα νὰ πέσης
ἀπὸ τὴν σκεπὴ τοῦ ναοῦ,
γιὰ νὰ σὲ σηκώσουν οἱ ἄγγελοι
γιὰ νὰ μὴν πάθης τίποτα.
Μὰ Ἐσὺ
κι’ αὐτὸ
δὲν τὸ παραδέχθηκες,
καὶ τοῦ ἀποκρίθηκες:
«Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον
τὸν Θεόν σου».
Καὶ τότε ποὺ σὲ σταυρώσανε
καὶ σοῦ φωνάζανε περιπαιχτικὰ
«Κατέβα, ἂν μπορῆς,
ἀπὸ τὸν σταυρό»,
Ἐσὺ δὲν κατέβηκες
νὰ τοὺς κάνης
νὰ σέρνουνται
μπροστά Σου,
γιατὶ δὲν ἤθελες
νὰ καταργήσης
τὴν ἐλευθερία τους.
»Γι’ αὐτό,
ὁ προφήτης καὶ μαθητής Σου ἔγραψε
πὼς εἶδε στὴν πρώτη ἀνάσταση
μοναχὰ δώδεκα χιλιάδες σωσμένους
ἀπὸ κάθε φυλὴ τοῦ Ἰσραήλ.
Λοιπόν,
μοναχὰ αὐτοὶ οἱ λίγοι
ἤτανε ἐκεῖνοι
ποὺ βαστάξανε
τὸν σταυρό Σου
καὶ γινήκανε παιδιὰ
τῆς ἐλευθερίας Σου,
δηλαδὴ οἱ δυνατοί;
Κ’ οἱ ἄλλοι;
Τί θὰ γίνουν οἱ ἄλλοι;
Ἦρθες λοιπὸν στὸν κόσμο
μοναχὰ γιὰ τοὺς λίγους ἐκλεκτούς;
Μὰ αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστήριο
ποὺ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε.
»Λοιπόν,
ἐμεῖς τελειοποιήσαμε
τὸ ἔργο σου,
καὶ κάναμε ἕνα σύστημα
ποὺ νὰ μὴν χάνουνται
κ’ οἱ ἀδύνατοι.
Ὥστε δὲν εἴχαμε δίκιο
νὰ κάνουμε ὅπως κάναμε;
Δὲν ἀγαπήσαμε ἡμεῖς
τὴν ἀνθρωπότητα
ὅπως φερθήκαμε;
Γιατί λοιπὸν ἦρθες
νὰ μᾶς τὸ χαλάσης;
»Ὅλα ὅσα Σοῦ λέγω
γνωρίζω πὼς τὰ ξέρεις.
Λοιπόν,
γιατὶ νὰ σοῦ κρύψω
τὸ μυστικό μας;
Ἀλλὰ ἂς σοῦ τὸ πῶ,
νὰ τ’ ἀκούσης
ἀπὸ τὸ στόμα μου:
«Λοιπόν,
δὲν ἤμαστε μὲ Σένα,
ἀλλὰ μ’ Αὐτὸν, τὸν διάβολο.
Ἀπὸ ὀχτακόσια χρόνια
πήγαμε μ’ Αὐτόν».
»Ἀπὸ ὀχτὼ αἰῶνες τώρα
δεχθήκαμε ἀπ’ Αὐτὸν
τὸ τρίτο δῶρο
ποὺ Σοῦ πρόσφερε,
δείχνοντάς Σου
τὰ βασίλεια τῆς γῆς,
κ’ Ἐσὺ δὲν τὰ δέχτηκες,
τὰ πέταξες.
Ἡ ἐξουσία εἶναι τρομερὴ δύναμη,
καὶ σοῦ τὴν πρόσφερε τὸ σοφὸ Πνεῦμα,
κ’ Ἐσὺ δὲν τὴν πῆρες.
Ἐμεῖς ὅμως τὴν πήραμε.
Ναί.
Πήραμε ἀπ’ Αὐτὸν τὴ Ρώμη
καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα,
κι’ ἀνακηρύξαμε τοὺς ἑαυτούς μας
ἐπίγειους αὐτοκράτορες,
μάλιστα κοσμοκράτορες,
ἂν καὶ τὸ ἔργο αὐτὸ
δὲν τελείωσε ἀκόμα.
Καὶ ποιὸς φταίει γι’ αὐτό;
Τὸ ἔργο μας
βρίσκεται ἀκόμα στὴν ἀρχή,
ἀλλὰ θὰ βαστάξη στὸν αἰῶνα,
ὥς νὰ πεθάνη ἡ γῆ.
Ὅπως καὶ νὰ εἶναι,
ἡμεῖς θὰ τὸ τελειώσουμε,
θὰ ἤμαστε Καίσαρες.
»Ἐσὺ ὅμως
θὰ μποροῦσες νὰ ἀδράξης
τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα
ἀπὸ τότε ποὺ σοῦ τὸ πρόσφερε
τὸ τρομερὸ καὶ σοφὸ Πνεῦμα,
πρὶν ἀπὸ χίλια πεντακόσια χρόνια.
Ἂν εἶχες ἀκούσει
τὴ συμβουλή του,
θὰ εἶχες πραγματοποιήσει
ὅσα ποθοῦν οἱ ἄνθρωποι.
Θὰ εἴχανε γίνει ἕνα κοπάδι
ποὺ θὰ σκέπαζε τὴ γῆ,
καὶ ποὺ θὰ Σὲ προσκυνοῦσε.
Γιατὶ ἡ ἀνθρωπότητα
ἔχει μέσα της τὴν ἐπιθυμία
νὰ γίνη μιὰ παγκόσμια ὀργάνωση.
Οἱ μεγάλοι κατακτητές,
ὅπως ὁ Ταμερλᾶνος
κι’ ὁ Τζέγκις-Χάν,
θελήσανε νὰ ὑποτάξουνε
ὅλον τὸν κόσμο,
φανερώνοντας ἔτσι κι’ αὐτοί,
χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζουνε,
πὼς ὁ πόθος τῆς ἀνθρωπότητας
εἶναι νὰ κάνη
μιὰ παγκόσμια ἕνωση.
»Ἂν εἶχες δεχθῆ τότε
τὴν ἐξουσία τούτου τοῦ κόσμου
καὶ τὴ χλαμύδα τοῦ Καίσαρα,
θὰ εἶχες τώρα ἱδρύσει
ἕνα παγκόσμιο κράτος
καὶ θὰ εἶχες χαρίσει τὴν εἰρήνη
σ’ ὅλον τὸν κόσμο.
Γιατί, ποιὸς ἄλλος
μπορεῖ νὰ κυριαρχήση
ἀπάνω στοὺς ἀνθρώπους,
παρὰ ἐκεῖνος ποὺ ἐξουσιάζει
τὰ ψωμιά τους,
«τοὺς ἄρτους» τους;
Ἐσὺ ὅμως ἔλεγες:
«Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ
οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου».
Ἀλλὰ ἐμεῖς
δεχθήκαμε τὸ σπαθὶ τοῦ Καίσαρα,
κ’ ἔτσι Σὲ πετάξαμε Ἐσένα,
κι’ ἀκολουθήσαμε Αὐτόν,
τὸ μέγα καὶ κραταιὸ Πνεῦμα.
»Οἱ ἄνθρωποι
δὲν θὰ μπορέσουνε νὰ τελειώσωνε
τὸν πύργο τοῦ Βαβὲλ
ποὺ ἀρχίσανε νὰ χτίζουνε,
ἂν δὲν ἀναλάβουμε ἐμεῖς,
ἀλλοιῶς θὰ φαγώνουνται
μεταξύ τους.
Καὶ σὰν ἀναλάβουμε ἐμεῖς,
τότε θὰ ἀνατείλη
γιὰ τοὺς ἀνθρώπους
τὸ κράτος τῆς εἰρήνης
καὶ τῆς εὐδαιμονίας.
»Ἐσὺ εἶσαι περήφανος
γιὰ τοὺς λίγους
ποὺ θὰ ἔχης,
«τὸ μικρὸν ποίμνιον»,
ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, Φ.Κ.),
ἐνῷ ἐμεῖς θὰ χαρίσουμε
τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐτυχία
σὲ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.
Ποιὸς ξέρει
ἂν κι’ αὐτοὶ οἱ διαλεχτοί Σου
δὲν θὰ βαρεθοῦν νὰ Σὲ περιμένουνε,
κι’ ἂν στὸ τέλος
δὲν σηκωθοῦνε κι’ αὐτοὶ
καταπάνω Σου!
’Έννοια Σου.
Θὰ τοὺς πείσουμε
πὼς θὰ εἶναι ἐλεύθεροι
καὶ εὐτυχισμένοι,
ἂν ἀφοσιωθοῦν σὲ μᾶς.
Θὰ συρθοῦνε μπροστά μας
καὶ θὰ κράζουνε:
«Εἴχατε δίκιο·
μοναχὰ ἐσεῖς γνωρίζετε
τὸ μυστικὸ τοῦ Μεγάλου Πνεύματος!».
Θὰ δοῦνε πὼς ἐμεῖς
μπορεῖ νὰ μὴν κάνουμε
ψωμὶ τὶς πέτρες,
ἀλλὰ θὰ τὸ παίρνουνε
ἀπὸ τὰ χέρια μας,
καὶ θὰ θυμοῦνται πὼς πρὶν
καὶ τὸ ψωμὶ στὰ χέρια τους
γινότανε πέτρες.
»Ἐσὺ ἐμπόδισες τοὺς ἀνθρώπους
νἄρθουνε σὲ μᾶς.
Ἐσὺ κομμάτιασες τὸ κοπάδι
καὶ τὸ ἔκανες νὰ σκορπίση
σὲ ἄγνωστους δρόμους.
Ἀλλὰ θὰ μαζευτῆ πάλι,
καὶ θὰ γίνη ὑπάκουο σὲ μᾶς.
Κι’ αὐτὴ τὴ φορὰ
στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
»Θὰ τοὺς χαρίσουμε ἐμεῖς
μιὰ εὐτυχία ταπεινὴ καὶ ἥσυχη,
ποὺ εἶναι γιὰ ἀδύναμα πλάσματα,
ὅπως εἶναι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι.
Θὰ τοὺς διδάξουμε
τὴν ταπείνωση,
ἐπειδὴ Ἐσὺ
τοὺς σήκωσες πολὺ ψηλά,
καὶ περηφανευθήκανε.
Ἐμεῖς θὰ τοὺς δώσουμε
νὰ καταλάβουνε
πὼς εἶναι ἀδύνατα
καὶ φοβιτσάρικα ἀνθρωπάρια.
»Θὰ μᾶς θαυμάζουνε
καὶ θὰ εἶναι περήφανοι γιὰ μᾶς,
ποὺ ἤμαστε τόσο δυνατοὶ
καὶ τετραπέρατοι,
καὶ γιατὶ
μπορέσαμε καὶ δαμάσαμε
ἕνα κοπάδι τόσο μεγάλο
μὲ ἑκατομμύρια κεφάλια
ποὺ θὰ σκύβουν μπροστά μας.
Θὰ τρέμουνε
τὸν θυμό μας.
Μὰ θὰ μᾶς ἀγαποῦνε κιόλας,
γιατὶ θὰ τοὺς δίνουμε
συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν,
ἐπειδὴ θὰ τοὺς ποῦμε
πὼς ἐμεῖς ἔχουμε τὴ δύναμη
νά σβήνουμε τὶς ἁμαρτίες τους,
καὶ πὼς μποροῦνε
νὰ κάνουνε ἁμαρτίες,
καὶ πὼς τὶς συγχωροῦμε
ἀπὸ ἀγάπη.
»Ὅλα ὅσα λέγω θὰ γίνουνε,
καὶ τὸ βασίλειό μας θὰ στεριωθῆ
ἀπάνω σὲ γερὰ θεμέλια.
Αὔριο θὰ δῆς
αὐτὸ τὸ κοπάδι
ποὺ εἶναι ὑπάκουο
σὲ κάθε χειρονομία μου,
νὰ πλημμυρίση τὸ μέρος
ποὺ θὰ προστάξω
νὰ σὲ κάψουνε,
καὶ νὰ συνδαυλίζη
τὴ φωτιά.
Γιατί, ἂν ὑπάρχη ἕνας
ποὺ εἶναι ἄξιος νὰ καῆ,
αὐτὸς εἶσαι Ἐσύ!
Αὔριο θὰ σὲ κάψω».
Ἐδῶ τελειώνει
αὐτὸς ὁ βασανιστικὸς μονόλογος
κ’ ἡ καταχθόνια αὐτὴ ἱστορία.
Μιὰ ἱστορία συμβολική,
πού, ὅπως εἴπαμε,
τὴν εἶχε γράψει
ὁ Ἰβὰν Καραμάζωφ
καὶ τὴ διάβαζε
στὸν ἀδελφό του Ἀλιόσα,
τὸν καλόγερο,
τὸν φανατισμένο Ὀρθόδοξο.
Ὁ Ἀλιόσας κάθε τόσο
ἔκοβε στὴ μέση τὸν Ἰβάν,
γιὰ νὰ τοῦ κάνη
κάποια παρατήρηση.
Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα,
εἶπε καὶ τὰ παρακάτω:
«Οἱ Ἰησουΐτες
εἶναι ὁ ρωμαϊκὸς στρατὸς
γιὰ τὸ μελλοντικὸ ἐπίγειο κράτος,
μ’ ἕναν Καίσαρα ἐπὶ κεφαλῆς,
τὸν Πάπα, τὸν αὐτοκράτορα.
Σκοπός τους εἶναι
τὸ ν’ ἀποχτήσουνε δύναμη
καὶ πρόστυχα ἐπίγεια πλούτη.
Αὐτὸς εἶναι ὅλος-ὅλος ὁ σκοπός τους.
Σὲ Θεὸ φαίνεται
πὼς δὲν πιστεύουν.
Τὸ μεγαλύτερο μυστικό τους,
ποὺ θὰ τὸ κρύβουνε καλά,
εἶναι ἡ ἀθεΐα τους.
Ὁ Ἱεροεξεταστής σου, Ἰβάν,
δὲν πιστεύει σὲ Θεό.
Αὐτὸ εἶναι ὅλο τὸ μυστήριο του».
Ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής καὶ οἱ τρεῖς πειρασμοὶ