Ἁγίας Βαρβάρας τῆς Μεγαλομάρτυρος ὁ Βίος.
Τῇ 4η ἡμέρᾳ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου
μνήμη τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας.
Βαρβάρα
ἡ ἔνδοξος τοῦ Χριστοῦ Μεγαλομάρτυς
ἔζη κατὰ τοὺς χρόνους
τοῦ ἀσεβεστάτου τυράννου Μαξιμιανοῦ
τοῦ ἐν ἔτει 284 ἕως 305 μ.Χ. βασιλεύσαντος·
κατήγετο δὲ ἀπὸ τὴν Ἀνατολήν,
ἐκ πόλεώς τινος,
ἥτις ὠνομάζετο Ἡλιούπολις.
Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην
τοπάρχης τῆς Ἡλιουπόλεως
ἦτο ὁ πατὴρ τῆς Ἁγίας,
ὅστις ὠνομάζετο Διόσκορος,
ἄνθρωπος ἀρκετὰ πλούσιος·
κατῴκει δὲ εἴς τι χωρίον
λεγόμενον Γελασσόν,
τὸ ὁποῖον ἦτο
μακρὰν ἀπὸ τὴν Ἡλιούπολιν
δώδεκα στάδια
(2.220 μέτρα περίπου).
Ἦτο δὲ ἡ Βαρβάρα
μονογενὴς θυγάτηρ τοῦ Διοσκόρου,
ὡραιοτάτη καὶ πάγκαλος,
ὄχι μόνον
κατὰ τὴν ὡραιότητα τοῦ προσώπου,
ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἀνατροφήν,
καὶ ἦτο τοσοῦτον εὔτακτος
καὶ εὐγενὴς
κατὰ τὰ ἤθη,
ὥστε οἱ γονεῖς αὐτῆς
ᾐσθάνοντο διὰ τοῦτο
ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν
ὑπερβολικὴν χαρὰν
καὶ ἠθικὴν ὁμοῦ εὐχαρίστησιν.
Ἐπειδὴ ὅμως
ἦτο μικρὰ ἀκόμη
καὶ ὡραία,
οἱ γονεῖς της
ἔκριναν συμφέρον
νὰ τὴν προφυλάξουν
ὅσον ἠδύναντο περισσότερον.
Ἔκτισαν λοιπὸν ἐπίτηδες
πύργον ὑψηλὸν
καὶ τὴν ἔκλεισαν εἰς αὐτὸν
διὰ νὰ μὴ τὴν βλέπουν οἱ ἄνθρωποι.
Τῆς ἔδωσαν δὲ μὲ ἀφθονίαν
ἀπὸ ὅλα τὰ πράγματα,
ὅσα τῆς ἐχρειάζοντο,
δηλαδὴ ὑπηρετρίας,
τροφάς,
ἐνδύματα
καὶ ἄλλα διάφορα
ἀνάλογα τοῦ πλούτου
καὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν.
Ὅταν μετὰ καιρὸν
ἔφθασεν ἡ κόρη
εἰς ἡλικίαν νόμιμον,
πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πρώτους τῶν ἀρχόντων
καὶ τῶν μεγιστάνων τῆς πόλεως,
ἀκούοντες τὴν καλήν της φήμην
καὶ τὸ περιβόητον ὄνομα,
τὴν ἐζήτησαν ὡς σύζυγον
ἀπὸ τὸν πατέρα της.
Αὐτὸς ὅμως δὲν ἠθέλησε
νὰ δώσῃ τὸν λόγον του
εἰς κανένα,
ἂν δὲν ἀπεφάσιζε πρὶν εἰς τοῦτο ἡ Βαρβάρα.
Ἀναβὰς λοιπὸν
εἰς τὸν πύργον,
ἠρώτησεν αὐτὴν
ἂν ἤθελε
νὰ τὴν ὑπανδρεύσῃ.
Ἀλλ’ ἐκείνη,
πρὶν ἀκόμη περιμείνῃ
νὰ τελειώσῃ τὸν λόγον του
ὁ πατήρ της,
τοῦ ἀπεκρίθη
μὲ ἀγανάκτησιν καὶ ὀργήν·
«Δὲν θέλω
νὰ μοῦ κάμῃς πλέον
τοιοῦτον λόγον,
διότι θὰ μὲ ἀναγκάσῃς
νὰ θανατωθῶ μόνη μου
καὶ θὰ χάσῃς τότε
τὸ τέκνον σου».
Ὁ πατήρ της,
ἀκούσας τοὺς λόγους τούτους,
δὲν τὴν ἐστενοχώρησε περισσότερον,
διότι ἠννόησεν
ὅτι ἡ θυγάτηρ του
δὲν ἠναντιοῦτο εἰς αὐτὸν
ἀπὸ δυστροπίαν ἢ ἀπείθειαν,
ἀλλὰ διότι ἐπόθει
νὰ μείνῃ παρθένος.
Κατέβη λοιπὸν
ἀπὸ τὸν πύργον
χωρὶς νὰ τῆς εἴπῃ
τότε λόγον σκληρόν,
ἐλπίζων ὅτι μὲ τὸν καιρὸν
θὰ τὴν καταπείσῃ
μὲ λόγους καταλλήλους
καὶ κολακείας
νὰ δεχθῇ
τὴν ὑπανδρείαν.
Κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας
ὁ Διόσκορος ἀπεφάσισε
νὰ οἰκοδομήσῃ
ἔξωθεν τοῦ πύργου
λουτρὸν ὡραιότατον.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἔκαμε τὸ σχέδιον
καὶ ἔδωκεν εἰς τοὺς τεχνίτας
τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας
καὶ τοὺς εἶπε συγχρόνως,
ὅτι θὰ τοὺς ἱκανοποιήσῃ
ἂν ἐπιμεληθοῦν καὶ προσέξουν
νὰ γίνῃ ὡραῖον τὸ κτίριον,
ἀνεχώρησε προσωρινῶς
ἀπὸ τὸ χωρίον του
καὶ ἐπῆγεν εἰς ἄλλην χώραν,
εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν
ἀναγκαίαν ὑπόθεσιν.
Ἐπειδὴ ὅμως
ὁ Διόσκορος ἐβράδυνε
νὰ ἐπιστρέψῃ,
κατῆλθε τοῦ πύργου ἡ Βαρβάρα
καὶ ἐπῆγε νὰ ἐπισκεφθῇ
τὸ κτιζόμενον λουτρόν.
Εἶδε λοιπὸν
ὅτι ὅλη ἡ οἰκοδομὴ
εἶχε δύο μόνον παράθυρα·
ὅθεν ἠρώτησε τοὺς κτίστας
διατὶ δὲν ἔκαμαν
καὶ ἄλλο ἓν παράθυρον
πρὸς τὸ νότιον μέρος,
ὥστε νὰ φωτίζεται τὸ λουτρὸν
περισσότερον.
Οἱ κτίσται τῆς ἀπεκρίθησαν,
ὅτι οὕτως
εἶχε προστάξει ὁ πατήρ της.
Τότε αὐτὴ τοὺς εἶπε πάλιν·
«Κάμετε χωρὶς ἄλλο
καὶ τὸ τρίτον παράθυρον
καὶ ἐγὼ ἀποκρίνομαι
πρὸς τὸν πατέρα μου,
ἂν σᾶς ἐρωτήσῃ
διὰ τοῦτο».
Ἔκαμαν λοιπὸν οἱ κτίσται
καθὼς τοὺς εἶπεν.
Αὐτὴ δὲ κατέβαινε συχνὰ
καὶ παρηκολούθει τὴν οἰκοδομὴν
καὶ βλέπουσα τὰ τρία παράθυρα
ἔχαιρεν.
Ὁ δὲ πανάγαθος καὶ ἐλεήμων Θεός,
ὅστις γνωρίζει
ὅλα τὰ πράγματα
πρὶν ἀκόμη πραγματοποιηθῶσιν,
εὐχαριστηθεὶς
ἀπὸ τὴν ἀγαθὴν
καὶ φρόνιμον γνώμην αὐτῆς,
ἐφώτισε τὴν ψυχήν της θαυμάσια
καὶ ἐνέπλησε τὴν καρδίαν της
ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον καὶ παρρησίαν
πρὸς τὸν μόνον ἀληθῆ Θεὸν
καὶ Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.
Σταθεῖσα λοιπὸν
εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ λουτροῦ
καὶ βλέπουσα πρὸς ἀνατολὰς
ἐχάραξε μὲ τὸν δάκτυλόν της
τὸν τύπον τοῦ θείου Σταυροῦ
ἐπάνω εἰς τὰ μάρμαρα·
καί, ὢ τοῦ θαύματος!
ὡς νὰ ἦτο ὁ δάκτυλός της
ἐργαλεῖον σιδηροῦν
ἤνοιξε τόσον βαθὺν λάκκον
εἰς τὸ μάρμαρον,
ὥστε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ ἐκείνου
φαίνεται μέχρι τῆς σήμερον,
διὰ νὰ κηρύττεται
ἡ θαυματουργία
καὶ ἡ δύναμις
τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν
πάντοτε.
Καὶ ὄχι μόνον
ὁ Σταυρὸς αὐτός,
ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ λουτρὸν
σῴζεται μέχρι τῆς σήμερον
καὶ κάμνει διάφορα θαύματα,
καὶ θεραπεύει
ὅσους ἔχουν ἀσθένειάν τινα,
ὅταν προσέλθουν εἰς αὐτὸ
μετὰ πίστεως.
Τοιοῦτον δὲ λουτρὸν
καὶ ἂν τὸ ὀνομάσῃ κανεὶς
Ἰορδάνιον ρεῖθρον
ἢ πηγὴν Σιλωάμ,
ἢ καὶ Προβατικὴν κολυμβήθραν,
δὲν ἁμαρτάνει·
διότι ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ
ἐτέλεσε καὶ εἰς τοῦτο
πολλὰ καὶ παράδοξα θαύματα.
Ἡμέραν τινά,
ἐπιστρέφουσα ἀπὸ τὸ λουτρὸν ἡ Βαρβάρα,
παρετήρησε τὰ εἴδωλα,
τὰ ὁποῖα προσεκύνει ὁ πατήρ της·
στενάξασα δὲ ἐκ βάθους ψυχῆς
διὰ τὴν ἀναισθησίαν
καὶ τυφλότητα αὐτοῦ,
ἔπτυσε τὰ εἴδωλα κατὰ πρόσωπον
καὶ εἶπεν·
«Ὅμοιοι μὲ σᾶς νὰ γίνουν,
ὅσοι σᾶς προσκυνοῦν
καὶ σᾶς καλοῦν
εἰς βοήθειάν των».
Ταῦτα εἰποῦσα
εἰσῆλθεν εἰς τὸν πύργον
καὶ ἔμεινεν ἐντὸς αὐτοῦ
νηστεύουσα καὶ προσευχομένη
καὶ περιμένουσα βοήθειαν
ἀπὸ τοὺς οὐρανούς.
Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας
ἔφθασεν ὁ πατήρ της Διόσκορος,
ὅστις ἰδὼν
τὸ τρίτον παράθυρον
ἠπόρησε,
πῶς τὸ ἔκαμαν
χωρὶς αὐτὸς νὰ παραγγείλῃ.
Οἱ δὲ παρευρισκόμενοι τεχνῖται
εἶπον πρὸς αὐτὸν
τὴν ἀλήθειαν.
Τότε ἠρώτησε περὶ τούτου
τὴν θυγατέρα του,
ἡ ὁποία εἶπε πρὸς αὐτόν.
«Ἐγώ, πάτερ, προσέταξα
καὶ τὸ ἔκαμαν,
διότι φαίνεται
ὡραιότερον τὸ λουτρὸν
μὲ τὰ τρία παράθυρα
παρὰ μὲ τὰ δύο».
Ὁ πατήρ της, ὀργισθείς,
εἶπε πρὸς αὐτήν·
«Εἰπέ μου,
διὰ ποῖον λόγον καὶ αἰτίαν
σοῦ φαίνεται ὡραιότερον;»
Λέγει πρὸς αὐτὸν τότε ἡ Βαρβάρα·
«Αἱ τρεῖς θυρίδες
φωτίζουσι πάντα ἄνθρωπον
ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον».
Τοῦτο δὲ εἰποῦσα,
ἠννόει
τὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑπόστασιν
καὶ μεγαλειότητα.
Εἰς τοὺς λόγους τούτους
τῆς Βαρβάρας
ἐθυμώθη ἀκόμη περισσότερον
ὁ πατήρ της
καὶ ἁρπάσας αὐτὴν
τὴν ἔφερεν εἰς τὸ λουτρὸν
καὶ τῆς εἶπε·
«Πῶς γίνεται
τὸ φῶς τῶν τριῶν αὐτῶν θυρίδων
φωτιστικὸν εἰς πάντα ἄνθρωπον;»
Ἡ Βαρβάρα ἀπεκρίθη·
«Πρόσεχε, πάτερ,
νὰ ἐννοήσῃς τὸ αἴτιον».
Ταῦτα εἰποῦσα,
ἐποίησε τὸ σημεῖον
τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
καὶ δεικνύει εἰς αὐτὸν
τὰ τρία της δάκτυλα,
λέγουσα·
«Πατήρ,
Υἱὸς
καὶ Ἅγιον Πνεῦμα.
Μὲ τὸ φῶς αὐτὸ
ὅλη ἡ κτίσις
νοερῶς καταλάμπεται».
Ὁ ἀληθὴς οὗτος λόγος
τῆς Βαρβάρας
ὄχι μόνον
δὲν ηὐχαρίστησε
τὸν πατέρα της,
ὅστις ἦτο συνηθισμένος
νὰ προσκυνῇ
τὰ ψευδῆ καὶ ἀπατηλὰ εἴδωλα,
ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας
τὸν ἔκαμε νὰ γίνῃ θηριώδης.
Ὁ ἀσεβέστατος
καὶ σκληροκάρδιος οὗτος ἄνθρωπος
ἐλησμόνησε διὰ μιᾶς
τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ,
δὲν συνελογίσθη
ὅτι ἦτο πατὴρ
καὶ ὅτι ἡ κόρη ἐκείνη
ἦτο αἷμά του,
ἀλλὰ σύρας τὸ ξίφος του
ὥρμησε νὰ τὴν θανατώσῃ.
Αὐτὴ ὅμως,
σωθεῖσα διὰ τῆς φυγῆς
ἀπὸ τὸν κίνδυνον,
κατέφυγεν εἰς ἕνα ὄρος
ἐκεῖ πλησίον,
εἰς τὸ ὁποῖον φθάσασα
ὕψωσε πρὸς τὸν οὐρανὸν
τὰς χεῖρας,
τοὺς ὀφθαλμοὺς
καὶ τὴν διάνοιάν της
καὶ ἐπεκαλεῖτο τὸν Θεὸν
εἰς βοήθειαν.
Πράγματι,
ὁ πανάγαθος Θεὸς
δὲν ἐβράδυνε ποσῶς,
ἀλλὰ καθὼς ἔσωσε
τὴν Πρωτομάρτυρα Θέκλαν,
τὴν ὁποίαν ἐδέχθη μία πέτρα
σχισθεῖσα εἰς δύο,
οὕτω καὶ τὴν ἀοίδιμον ταύτην Βαρβάραν,
τρέχουσαν εἰς τὰ ὀρεινότερα μέρη,
μὲ ὅμοιον θαυματούργημα
ἐλύτρωσε·
διότι ἐνῷ ἔτρεχε κατεπάνω της
ὁ δήμιος ἐκεῖνος
καὶ ὄχι πατήρ της,
ἐσχίσθη μία πέτρα
διὰ θείας θελήσεως
καὶ προσταγῆς
καὶ τὴν ἐδέχθη ἐντὸς αὐτῆς
κρύπτουσα ταύτην
ἀπὸ τὸν αἱμοβόρον πατέρα της.
Ὁ λίθινος ὅμως ἐκεῖνος ἄνθρωπος
ἢ μᾶλλον εἰπεῖν
καὶ τῶν λίθων αὐτῶν
ἀναισθητότερος,
δὲν μετενόησεν
οὔτε ὠπισθοδρόμησε
κἂν ἰδὼν ἐξαφανισθεῖσαν
ἀπὸ τοῦ προσώπου αὐτοῦ τὴν Βαρβάραν,
ἀλλ’ ὡς τέκνον
τοῦ ἀνθρωποκτόνου δαίμονος
ἔτρεχεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ,
ἵνα θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ.
Εὑρὼν δὲ δύο ποιμένας,
οἱ ὁποῖοι ἔβοσκον
τὰ πρόβατά των
ἐκεῖ πλησίον,
τοὺς ἠρώτησεν
ἂν ἤξευραν,
ποῦ ἦτο κρυμμένη ἡ θυγάτηρ του.
Ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν
ἦτο συμπαθὴς καὶ φιλάνθρωπος
καὶ κρίνων ἄδικον
νὰ προδώσῃ τὴν διωκομένην Μάρτυρα,
ἠρνήθη καὶ εἶπεν,
ὅτι δὲν τὴν εἶδε ποσῶς·
ἐπροτίμησεν ὡς γνωστικὸς
νὰ εἴπῃ ψεῦδος σωτήριον,
παρὰ ἀλήθειαν βλάπτουσαν.
Ὁ δὲ ἄλλος ποιμήν,
πονηρὸς καὶ ἀπάνθρωπος,
δὲν ὡμίλησε μὲν
διὰ νὰ μὴ τὸν ἀκούσωσι,
μὲ τὸν δάκτυλόν του ὅμως
ἔδειξε τὴν ὁδὸν
εἰς τὸν Διόσκορον,
διὰ νὰ εὕρῃ τὴν Μάρτυρα.
Ὅμως ἡ θεία δίκη
ἐπαίδευσεν ἀμέσως
τὸ κακούργημα τοῦτο,
διότι ὅλα τὰ πρόβατα
τοῦ κακοτρόπου ἐκείνου
καὶ ἄφρονος βοσκοῡ,
ἔγιναν κάνθαροι
καὶ ἔμειναν τοιοῦτοι
μέχρι τέλους
καὶ περιεκύκλουν
τὸν τάφον τῆς Ἁγίας.
Εὑρὼν ἐπὶ τέλους
τὴν Ἁγίαν ὁ Διόσκορος
εἰς τὸ ὄρος
τὴν ἔδειρεν ἀνηλεῶς·
ἔπειτα ἁρπάσας αὐτὴν
ἐκ τῶν πλοκάμων τῆς κεφαλῆς
τὴν ἔσυρε βιαίως
εἰς τὸν οἶκόν του.
Ἐκεῖ δὲ φθάσαντες
τὴν ἔκλεισεν
εἰς μικρὸν οἰκίσκον
καὶ σφραγίσας τὴν θύραν,
ἔβαλε φύλακας
νὰ τὴν φυλάττουν.
Ἔπειτα ἐπῆγεν
εἰς τὸν ἡγεμόνα Μαρκιανόν,
ὅστις ἐξουσίαζε τότε
τὴν πόλιν ἐκείνην,
καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν·
«Ἡ θυγάτηρ μου καταφρονεῖ
καὶ ἀποστρέφεται
τοὺς θεοὺς ἡμῶν
καὶ μόνον
τὸν Ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν Χριστὸν
σέβεται καὶ τιμᾷ
ἐξ ὅλης ψυχῆς».
Ἀφοῦ εἶπε ταῦτα,
ἔφερε καὶ τὴν θυγατέρα του
καὶ τὴν παρέδωκεν
εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Μαρκιανοῦ,
ἐξώρκισε δὲ αὐτὸν
εἰς τοὺς θεούς των
νὰ μὴ τὴν λυπηθῇ παντελῶς,
ἀλλὰ νὰ τὴν βασανίσῃ
μὲ παντὸς εἴδους
βίαια καὶ σκληρὰ
κολαστήρια.
Καθίσας ὁ Μαρκιανὸς
εἰς τὴν ἕδραν
τοῦ δικαστηρίου
προσέταξε
νὰ φέρωσι τὴν Μάρτυρα,
ἡ ὁποία,
ἅμα παρουσιάσθη
καὶ τὴν εἶδεν ἐκεῖνος,
ἔκθαμβος γενόμενος
ἀπὸ τὸ ἐξαίσιον κάλλος
καὶ τὸ σεμνὸν ἦθός της,
ἐλησμόνησε πρὸς στιγμὴν
τοὺς ὅρκους τοῦ Διοσκόρου,
καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν
μὲ γλυκεῖαν φωνὴν
καὶ μὲ πραότητα·
«Δὲν λυπεῖσαι τὸν ἑαυτόν σου,
Βαρβάρα;
Διατὶ δὲν προσφέρεις θυσίαν
εἰς τοὺς θεούς,
τοὺς ὁποίους λατρεύουν
καὶ οἱ γονεῖς σου;
Ἐγὼ λυποῦμαι νὰ θανατώσω
μίαν νέαν,
ἡ ὁποία ἔχει ἐξαίσιον κάλλος!
Σὲ συμβουλεύω λοιπὸν
νὰ ὑπακούσῃς
εἰς ὅ,τι σοῦ λέγω
καὶ νὰ προσκυνήσῃς τοὺς θεούς,
ἄλλως θὰ μὲ ἀναγκάσῃς
νὰ σὲ θανατώσω
μὲ τὸν πλέον σκληρὸν τρόπον».
Ἡ δὲ Μάρτυς
ἀπεκρίθη πρὸς αὐτόν·
«Ἐγὼ προσφέρω
θυσίαν δοξολογίας
εἰς τὸν Θεόν μου,
ὅστις ἐποίησε
τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν
καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ κτίσματα.
Οἱ θεοὶ ὅμως,
τοὺς ὁποίους σὺ λατρεύεις,
εἶναι κατεσκευασμένοι
ἀπὸ ἀργύριον καὶ χρυσίον,
ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων
καὶ τῶν ἐθνῶν δαιμόνια».
Ταῦτα ἀκούσας
ὁ δικαστὴς ὠργίσθη
καὶ προσέταξεν εὐθὺς
νὰ τὴν γυμνώσουν
καὶ νὰ τὴν δείρουν ἀνηλεῶς
μὲ σκληρὰ βούνευρα,
νὰ τρίψωσι δὲ τὰς πληγάς της
μὲ ὕφασμα τρίχινον,
διὰ νὰ αἰσθάνεται δριμυτέρους
τοὺς πόνους.
Τοσοῦτον λοιπὸν ἀπανθρώπως
τὴν ἐμαστίγωσαν,
ὥστε κατεπλήγωσαν
καὶ κατετρύπησαν
τὸ σῶμα της,
ἀπὸ δὲ τὸ ρέον
ἐκ τῶν πληγῶν της
ἄσπιλον αὐτῆς αἷμα
κατεκοκκίνισε τὸ μέρος τῆς γῆς,
εἰς τὴν ὁποίαν
τὴν εἶχον ἐρριμμένην.
Ἀφοῦ τέλος πάντων
τὴν ἐβασάνισαν οὕτως
ἐπὶ πολλὴν ὥραν,
τὴν ἔρριψαν
εἰς τὴν φυλακὴν
προσωρινῶς,
μέχρις ὅτου
τὴν ἐξετάσωσι
καὶ δεύτερον.
Περὶ τὸ μεσονύκτιον ὅμως
ἐφάνη αἴφνης
ἔμπροσθεν αὖτῆς
φῶς φαεινόν,
ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔλαμψεν
ὅλον τὸ δεσμωτήριον.
Ὑπεράνω δὲ τοῦ φωτὸς τούτου
ἐφάνη ὁ Δεσπότης Χριστός,
ὅστις ἐνθαρρύνας αὐτήν,
τῆς εἶπε·
«Μὴ φοβηθῇς οὐδόλως, Βαρβάρα,
οὔτε νὰ ἀποκάμῃς
ἀπὸ τὰς βασάνους
καὶ τὰς τιμωρίας
τῶν σκληροκαρδίων αὐτῶν ἀνθρώπων,
ἀλλὰ νὰ ἐμμείνῃς σταθερὰ
εἰς τὸ φρόνημά σου,
ἐγὼ δὲ θέλω
μένει πάντοτε μετὰ σοῦ
καὶ θέλω σὲ διαφυλάττει
διὰ παντὸς
ὑπὸ τὴν σκέπην μου».
Ταῦτα τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ
πρὸς τὴν Ἁγίαν λέγοντος,
αἱ πληγαὶ αὐτῆς ἠφανίσθησαν
καὶ ὅλον τὸ σῶμα της
ἐθεραπεύθη ἐντελῶς.
Δι’ ὃ αὕτη ᾐσθάνθη
ἐγκάρδιον ἀγαλλίασιν
καὶ εὐχαρίστησιν ἀνέκφραστον.
Γυνὴ δέ τις
θεοσεβὴς καὶ ἐνάρετος,
Ἰουλιανὴ ὀνομαζομένη,
ἔτυχε νὰ εὑρεθῇ τότε
μετὰ τῆς Ἁγίας,
ἡ ὁποία ἰδοῦσα
τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα,
ἐδόξασεν ἀπὸ καρδίας τὸν Θεόν.
Ἐπειδὴ δὲ εἶχε
τὴν αὐτὴν γνώμην
καὶ τὸ αὐτὸ φρόνημα
μὲ τὴν Μάρτυρα,
ἀπεφάσισεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς
νὰ ὑπομείνῃ καὶ αὕτη
εἰς τὴν πρώτην εὐκαιρίαν
παντὸς εἴδους τιμωρίας
καὶ βασάνους
διὰ τὴν ἀγάπην
καὶ τὸ ὄνομα
τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων
ἦλθε καὶ ἐκ δευτέρου ὁ ἡγεμὼν
εἰς τὸ δικαστήριον
καὶ προσέταξε
νὰ φέρωσι πάλιν ἐνώπιόν του
τὴν Βαρβάραν,
τὴν ὁποίαν ἰδόντες οἱ περιεστῶτες
ἐντελῶς ὑγιαίνουσαν
καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ
καμμίαν πληγὴν
εἰς τὸ σῶμά της,
ἐξεπλάγησαν ἅπαντες.
Ὁ ἀσεβὴς ἡγεμὼν ὅμως,
τετυφλωμένος ἀπὸ τὴν πλάνην του,
δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ
τὴν μεγάλην τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ δύναμιν,
ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἄφρων
πρὸς τὴν Μάρτυρα·
«Βλέπεις, Βαρβάρα,
πόσην δύναμιν ἔχουσιν οἱ θεοί μου,
οἱ ὁποῖοι σὲ ηὐσπλαγχνίσθησαν
καὶ ἐθεράπευσαν τὰς πληγάς σου;»
Αὐτὴ δὲ ἀπεκρίθη
πρὸς αὐτόν·
«Οἱ θεοί σου,
οἵτινες εἶναι τυφλοὶ
καὶ ἀνίσχυροι
καθὼς σύ,
πῶς εἶναι δυνατὸν
νὰ κάμουν
τοιαύτην θαυμασίαν πρᾶξιν;
Αὐτοὶ μᾶλλον ἔχουν ἀνάγκην
ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.
Ὄχι λοιπόν,
δὲν μὲ ἐθεράπευσαν οἱ θεοί σου,
μὲ ἰάτρευσεν ὁ Χριστός,
ὁ ἀληθὴς Υἱὸς
τοῦ ζῶντος Θεοῦ,
αὐτὸς τὸν ὁποῖον,
δὲν δύνασαι σὺ νὰ ἴδῃς,
διότι οἱ ὀφθαλμοί σου
εἶναι βεβαρημένοι
ἀπὸ τὸ σκότος
τῆς ἀσεβείας».
Ἀκούσας ὁ ἡγεμὼν
τοὺς λόγους τούτους τῆς Ἁγίας
ὠργίσθη σφόδρα
καὶ προσέταξε
νὰ καταξεσχίσωσι τὰς σάρκας της
μὲ σιδηροῦς ὄνυχας,
νὰ καίωσι
τὰ ξεσχισμένα μέλη της
μὲ λαμπάδας ἀνημμένας
καὶ νὰ κτυπῶσι μὲ σφῦραν
τὴν ἁγίαν αὐτῆς κεφαλήν.
Ἔτυχε δὲ πάλιν καὶ τότε
νὰ εὑρεθῇ ἐκεῖ παροῦσα καὶ
ἡ ἀγαθὴ καὶ θεοσεβὴς Ἰουλιανή,
ἡ ὁποία βλέπουσα
τὰς τιμωρίας
καὶ τὰς βασάνους,
τὰς ὁποίας ἔκαμνον
εἰς τὴν Μάρτυρα
καὶ τὸ αἷμα,
τὸ ὁποῖον ἔρρεε ποταμηδὸν
ἐκ τῆς κεφαλῆς
καὶ τοῦ λοιποῦ σώματος αὐτῆς,
μὴ δυναμένη δὲ ἄλλως
νὰ τὴν βοηθήσῃ,
τόσον συνεκινήθη
ἀπὸ τὸν πόνον,
τὸν ὁποῖον ᾐσθάνετο
εἰς τὴν καρδίαν της,
ὥστε ἤρχισε νὰ κλαίῃ
ἀπαρηγόρητα.
Ὁ ἡγεμών,
ἰδὼν αὐτὴν κλαίουσαν,
ἠρώτησε ποία ἦτο.
Μαθὼν δὲ
ὅτι ἦτο Χριστιανὴ
καὶ αὐτὴ
καὶ ὅτι διὰ τὴν
πρὸς τὴν Βαρβάραν
συμπάθειάν της
ἔκλαιε,
προσέταξε
νὰ κρεμάσωσιν ἀμέσως
καὶ αὐτὴν
πλησίον τῆς Ἁγίας,
νὰ ξεσχίσωσι
τὰς σάρκας της
καὶ μὲ λαμπάδας ἀνημμένας
νὰ τὴν κατακαίωσιν.
Οὕτω λοιπὸν βασανιζομένη
καὶ αὐτὴ σκληρῶς,
κατὰ τὴν προσταγὴν τοῦ ἄρχοντος,
καὶ πάσχουσα ἀλγεινῶς,
ὕψωσε τοὺς ὀφθαλμούς της
πρὸς τὸν οὐρανὸν
καὶ εἶπε·
«Δέσποτα Χριστὲ Βασιλεῦ,
καρδιογνῶστα καὶ παντοδύναμε,
γνωρίζεις
ὅτι διὰ τὴν ἀγάπην σου
πάσχω ὅλα αὐτὰ τὰ δεινά·
λοιπὸν μὴ μὲ ἐγκαταλείπῃς
μηδὲ ἀφήσῃς νὰ μὲ νικήσῃ
ὁ ἀλιτήριος οὗτος
καὶ νὰ καυχηθῆ δι’ ἐμέ,
ἀλλ’ ἀξίωσόν με
νὰ ἐγκαρτερήσω μέχρι τέλους,
διὰ νὰ λάβω
τὸν στέφανον τῆς ἀθλήσεως».
Ἐνῷ δὲ ἡ Ἰουλιανὴ
ἐδέετο οὕτω
πρὸς τὸν Θεόν,
ὁ σκληροκάρδιος ἄρχων προσέταξε
νὰ κόψωσι τοὺς μαστοὺς
καὶ τῶν δύο.
Πλὴν καὶ ἡ ἀπάνθρωπος αὕτη πρᾶξις
δὲν μετέβαλε ποσῶς
τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν,
ἀπεναντίας μάλιστα
ἡ Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα
ἔψαλλε τότε λέγουσα·
«Κύριε, μὴ ἀπορρίψῃς ἡμᾶς
ἀπὸ τοῦ προσώπου σου,
καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ ἅγιον
μὴ ἀντανέλῃς ἀφ’ ἡμῶν».
Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπέμειναν
καὶ αὐτὴν τὴν τρομερὰν βάσανον,
προσέταξεν ὁ ἄρχων
τὴν μὲν Ἰουλιανὴν
νὰ φυλακίσωσι,
τὴν δὲ Βαρβάραν
νὰ τὴν περιφέρωσι γυμνὴν
εἰς ὅλην τὴν πόλιν
καὶ συγχρόνως
νὰ τὴν δέρωσιν ἀσπλάγχνως.
Ἡ δὲ σεμνὴ Μάρτυς,
θεατριζομένη
διὰ τοιούτου ἀπρεπεστάτου τρόπου
καὶ συγχρόνως δερομένη,
δὲν ἐθλίβετο ποσῶς
διὰ τὰς βασάνους ταύτας,
ἀλλ’ ἀτενίσασα τοὺς ὀφθαλμοὺς
πρὸς τὸν οὐρανὸν
εἶπε·
«Δέσποτα Κύριε,
ὁ περιβάλλων τὸν οὐρανὸν
ἐν νεφέλαις
καὶ περιτυλίσσων τὴν γῆν
μὲ ὁμίχλην,
αὐτὸς καὶ τὴν ἐμὴν γύμνωσιν
σκέπασον,
Βασιλεῦ τῶν αἰώνων,
καὶ μὴ ἀφήσῃς
νὰ βλέπωσιν
οἱ ἀσεβεῖς
τὰ μέλη μου,
διὰ νὰ μὴ γίνω
μυκτηρισμὸς αὐτῶν
καὶ χλευασμὸς
καὶ περιγέλασμα».
Ἤκουσεν
ἐκ Ναοῦ ἁγίου αὐτοῦ
ὁ ταχὺς Θεὸς
καὶ ἔσπευσεν εὐθὺς
εἰς ἀντίληψιν
τῆς πασχούσης Μάρτυρος.
Ἐφάνη δὲ
ἔμπροσθεν αὐτῆς
καθήμενος
ἐπὶ χερουβικοῦ ἅρματος
καὶ τὴν μὲν καρδίαν αὐτῆς
ἐπλήρωσεν εὐφροσύνης
καὶ ἀγαλλιάσεως,
διὰ τῆς θείας
καὶ πανευφροσύνου παρουσίας Αὐτοῦ,
τὸ δὲ ἅγιον αὐτῆς σῶμα,
κατὰ προσταγὴν Αὐτοῦ,
ἐνέδυσαν οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι
μὲ στολὴν λαμπροτάτην
καὶ ἔνδοξον.
Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο ἐγένετο,
ἀλλὰ καὶ τὰς πληγὰς αὐτῆς
ἐθεράπευσε πάλιν
ὡς καὶ πρότερον.
Οἱ δὲ ὑπηρέται
τὴν παρουσίασαν
εἰς τὸν ἄρχοντα,
ὅστις ἰδὼν αὐτὴν
οὕτως ἐνδεδυμένην
ᾐσχύνθη·
ὅθεν μὴ δυνάμενος
νὰ τὴν νικήσῃ
μὲ ἀπειλὰς καὶ βασάνους,
οὔτε μὲ ὑποσχέσεις
ἀγαθῶν καὶ πλούτου,
ἀπεφάσισε νὰ θανατώσῃ αὐτὴν
καὶ τὴν ὁμόφρονα αὐτῆς Ἰουλιανήν.
Προσέταξε λοιπὸν
νὰ ἀποκεφαλίσωσι
καὶ τὰς δύο.
Εἰς ὅλας τὰς τιμωρίας
καὶ τὰς βασάνους,
τὰς ὁποίας ἀνεφέραμεν
ὅτι ἐδοκίμασεν
ἡ Μάρτυς Βαρβάρα,
ἦτο παρὼν
ὁ αἱμοβόρος πατὴρ αὐτῆς
καὶ τὰς ἔβλεπεν
ὁ ἄσπλαγχνος.
Δὲν ἐπόνεσε δὲ
ὁ ἀσεβὴς καὶ παμμίαρος,
οὔτε ποσῶς ἐλυπήθη
τὴν θυγατέρα του,
οὔτε ἐχόρτασεν
εἰς τόσας παιδεύσεις
καὶ ξεσχισμοὺς
ὅσους αὐτὴ ἔπαθεν,
ἀλλ’ ἐνόμιζεν ἀκόμη ὁ ἄφρων,
ὅτι ἤθελον κατηγορήσει αὐτὸν
ὡς ἄνανδρον
καὶ ἀσθενῆ
κατὰ τὴν ψυχήν,
ἂν ἄφηνε νὰ τὴν φονεύσῃ ἄλλος.
Ὅθεν ἅμα ὁ δικαστὴς ἐξέδωκε
τὴν κατ’ αὐτῆς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν,
εὐθὺς ἥρπασεν αὐτὴν
ὡς τίγρις λυσσῶσα,
διὰ νὰ τὴν θανατώσῃ
μὲ τὰς ἰδίας του χεῖρας
ὁ κακοῦργος!
Λοιπὸν ὁ μὲν Διόσκορος
ἔλαβε τὴν κόρην του,
ἄλλος δὲ δήμιος
ἔλαβε τὴν Ἰουλιανὴν
καὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὸ ὄρος,
εἰς τὸ ὁποῖον
ἀπεκεφαλίσθη ἡ Βαρβάρα
ὑπὸ τοῦ πατρός της.
Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπορεύοντο
εἰς τὸν τόπον
τοῦ θανάτου αὐτῶν
αἱ δύο Μάρτυρες,
ἀντὶ νὰ λυπῶνται
καὶ νὰ θρηνοῦν,
ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα
ἔχαιρον
καὶ ηὐχαριστοῦντο,
ὡς νὰ ἦσαν προσκεκλημέναι
εἰς γάμον
ἢ ἄλλην τινὰ διασκέδασιν
φιλικὴν καὶ χαρμόσυνον.
Ἡ δὲ Ἁγία Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Βαρβάρα
ἐδέετο πάλιν πρὸς τὸν Κύριον,
λέγουσα·
«Ἄναρχε Θεέ,
ὁ ποιήσας τὸν οὐρανὸν
ὡσεὶ θόλον
καὶ θεμελιώσας τὴν γῆν
ἐπὶ τῶν ὑδάτων·
ὁ προστάσσων τὸν ἥλιον
νὰ φωτίζῃ τὸν κόσμον ὅλον
καὶ τὰ νέφη νὰ βρέχωσιν·
ὁ χαρίζων τοσαῦτα ἀγαθὰ
εἰς δικαίους καὶ ἁμαρτωλοὺς
καὶ εὐεργετῶν
καλοὺς καὶ κακοὺς
ὡς ἀνεξίκακος καὶ πανάγαθος·
αὐτὸς καὶ νῦν,
Βασιλεῦ πλουσιόδωρε,
ἐπάκουσόν μου
τῆς δούλης σου δεομένης.
Ναί Κύριέ μου,
παρακαλῶ σε
ἐκ βάθους καρδίας μου,
ὅστις μνημονεύει
τὸ Μαρτύριόν μου
εἰς δόξαν τοῦ Ἁγίου σου Ὀνόματος,
ἀξίωσον αὐτὸν
νὰ μὴ ἐγγίσῃ οὐδέποτε
εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ
λοιμώδης νόσος,
οὔτε λώβη,
οὔτε καμμία ἄλλη
θανατηφόρος ἀσθένεια
νὰ λυπήσῃ αὐτὸν
καὶ τὴν οἷκογένειάν του.
Διότι σύ, Κύριέ μου,
γινώσκεις τὸ ἀσθενὲς τῶν ἀνθρώπων,
τοὺς ὁποίους ηὐδόκησας νὰ πλάσῃς
κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν ἰδικήν σου».
Ἐνῷ δὲ ἡ Ἁγία
προσηύχετο τοιουτοτρόπως,
αἴφνης ἠκούσθη οὐρανόθεν φωνή,
ἡ ὁποία προσεκάλει
αὐτήν τε καὶ τὴν Ἰουλιανὴν
εἰς ἐκείνην τὴν αἰώνιον
καὶ ἀνεκλάλητον ἀγαλλίασιν
καὶ ὑπέσχετο εἰς αὐτὴν
ὅτι θὰ πραγματοποιήσῃ
ὅσα ἐζήτησε
διὰ τῆς προσευχῆς της.
Ταύτην τὴν γλυκυτάτην φωνὴν
ἀκούσασα ἡ Μάρτυς Βαρβάρα
ἐνεθαρρύνθη περισσότερον
καὶ ἀγαλλομένη
ἔτρεχε νὰ φθάσῃ
τὸ ταχύτερον
εἰς τὸν τόπον
τῆς τελειώσεως,
ὅπου φθάσασα
ἔκλινε τὴν ἱερὰν αὐτῆς κεφαλὴν
καὶ ἐδέχθη τὸ Μαρτύριον.
Ἀπεκεφάλισε δὲ αὐτὴν
ὁ ἄσπλαγχνος καὶ αἱμοβόρος πατήρ της,
τὴν δὲ Ἰουλιανὴν ἀπεκεφάλισεν ὁ δήμιος.
Ἀλλ’ ἐνῷ
οἱ ἄδικοι φόνοι ἐξετελοῦντο,
ἡ θεία δίκη,
ἄγρυπνος πάντοτε,
ἐτιμώρησεν ἀμέσως
τὸν ἀσεβῆ ἐκεῖνον
καὶ αἰμοβόρον παιδοκτόνον
παραδειγματικώτατα·
διότι μόλις οὗτος ἤρχισε
νὰ καταβαίνῃ ἐκ τοῦ ὄρους,
εἰς τὸ ὁποῖον
εἶχε πράξει
τὸν ἀπάνθρωπον ἐκεῖνον φόνον,
αἴφνης κεραυνὸς
καταπεσὼν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
κατέκαυσεν αὐτὸν
καὶ ἐκ τοῦ σώματός του
οὐδὲ ἴχνος κἂν ἐφάνη.
Οὕτως ὁ ἄθλιος ἐκεῖνος
καὶ βδελυρὸς ἄνθρωπος
ἐστερήθη καὶ τῆς παρούσης
καὶ τῆς μελλούσης ζωῆς,
διότι ἦτο ἀνάξιος
καὶ εἰς τὴν μίαν νὰ ζῇ
καὶ τὴν ἄλλην νὰ ἀπολαύσῃ.
Ἡ θεία δὲ αὕτη ὀργὴ
δὲν περιωρίσθη
εἰς μόνην τὴν τιμωρίαν
τοῦ παιδοκτόνου Διοσκόρου,
ἀλλὰ καὶ μέχρις
αὐτοῦ τοῦ ἡγεμόνος Μαρκιανοῦ
ἔφθασεν ἡ λάμψις
τοῦ κεραυνοῦ ἐκείνου
ὡς προειδοποίησις
ἀψευδὴς καὶ συμβολικὴ
τοῦ ἀσβέστου ἐκείνου πυρός,
ἐκ τοῦ ὁποίου ἔμελλε
νὰ κολάζεται αἰωνίως.
Ἄνθρωπος δέ τις
εὐσεβὴς Χριστιανός,
Οὐαλεντῖνος ὀνομαζόμενος,
ἔλαβε τὰ ἱερὰ σώματα
τῶν δύο Μαρτύρων
καὶ τιμήσας αὐτὰ
μὲ ψαλμῳδίας
καὶ πνευματικοὺς ὕμνους,
τὰ μετέφερεν
εἰς τὸ χωρίον Γελασσόν·
ἐκεῖ δὲ ὅταν ἔφθασε,
τὰ ἐνεταφίασεν ἱεροπρεπῶς.
Τὸ Μαρτύριον αὐτῶν
ἂς εἶναι ἴασις νόσων,
ψυχῶν ἀγαλλίασις
καὶ φιλοθὲων ἀνδρῶν
ἐντρύφημα πολυέραστον.
Ἂς εἶναι εἰς δόξαν Χριστοῦ
τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν,
εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει
πᾶσα δόξα,
τιμή,
κράτος,
μεγαλωσύνη
καὶ μεγαλοπρέπεια,
νῦν καὶ ἀεὶ
καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.