Ἀδάμ καὶ Εὔα, κεφάλαιον 1ον
Χρόνια πολλὰ τώρα
καταγίνονται
οἱ μακρὰν τοῦ Θεοῦ
πλανώμενοι σοφοὶ
νὰ λύσουν
τὸ μέγα πρόβλημα,
πῶς κατ’ ἀρχὰς
ἐφάνη ὁ ἄνθρωπος
εἰς τὸν κόσμον
καὶ ἀπὸ ποῦ κατάγονται
τὰ δισεκατομμύρια αὐτὰ
τῶν ἀνθρώπων,
τὰ ὁποῖα
κατοικοῦν σήμερον
εἰς τὴν γῆν.
Ἔγραψαν καὶ εἶπαν πολλά,
βιβλία ὁλόκληρα
καὶ τόμους μεγάλους
ἐδημοσίευσαν,
καὶ μ’ ὅλα ταῦτα
ἕως σήμερον
δὲν κατέληξαν
εἰς κανὲν βέβαιον συμπέρασμα
καὶ δὲν κατώρθωσαν
νὰ μᾶς δώσουν
καμμίαν λύσιν σαφῆ,
καθαρὰν
καὶ ἀδιαφιλονείκητον
εἰς τὸ μέγα αὐτὸ
καὶ σπουδαῖον ζήτημα.
Ὅ,τι λέγει ὁ ἕνας,
τὸ ἀναιρεῖ ὁ ἄλλος.
Ὅ,τι ὑποστηρίζει αὐτός,
τὸ ἀρνεῖται ἐκεῖνος.
Ὅ,τι γράφει ὁ τρίτος,
τὸ ἀνατρέπει ὁ τέταρτος.
Καὶ ὅ,τι κτίζει ἐκεῖνος,
τὸ κρημνίζει ὁ ἕτερος.
Καὶ καταντοῦν ἔτσι
εἰς σύγχυσιν
καὶ εἰς ἀληθινὴν βαβυλωνίαν.
Διατί;
Διότι ἕνεκα τοῦ ἐγωϊσμοῦ
καὶ τοῦ σκοτισμοῦ,
ποὺ τοὺς φέρει ἡ ἁμαρτία,
δὲν θέλουν νὰ πιστεύσουν
καὶ νὰ ὑποταχθοῦν
εἰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἐφαρμόζεται οὕτω
καὶ ἐδῶ ἐκεῖνο,
ποὺ ἔλεγεν ὁ θεῖος Παῦλος:
«Φάσκοντες εἶναι σοφοὶ
ἐμωράνθησαν».
Ἀλλὰ δόξα εἰς τὸν Θεόν,
Χριστιανέ μου.
Μᾶς ἔδωκεν ἡ ἀγαθότης του
ἕνα λύχνον,
ποὺ δὲν σβένεται ποτὲ
καὶ μᾶς ἐπρομήθευσεν
ἕνα ὁδηγόν,
ποὺ δὲν πλανᾶται
εἰς καμμίαν περίστασιν.
Καὶ ὁ λύχνος αὐτός,
ποὺ σκορπίζει τὸ καθαρὸν
καὶ ζωογόνον
καὶ σωτηριῶδες του φῶς
εἰς τὸν δρόμον
τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας,
εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή.
Ὁ ὁδηγὸς αὐτός,
ποὺ μᾶς δεικνύει
τὸν δρόμον τῆς ἀληθείας
καὶ μᾶς ὁδηγεῖ
κατ’ εὐθεῖαν
εἰς τὸν Παράδεισον,
καλεῖται Παλαιὰ
καὶ Καινὴ Διαθήκη.
Ἐπῆρες ποτὲ
εἰς τὰς χεῖρας σου
τὸ ἅγιον αὐτὸ βιβλίον,
ἀδελφέ μου Χριστιανέ;
Ἤνοιξες καμμίαν φορὰν
καὶ ἐφυλλομέτρησες αὐτό;
Ἀνέγνωσες
τὰς ἀθανάτους σελίδας του
καὶ ἐτράφη ἡ ψυχή σου
μὲ τὰ θεῖα λόγια,
ποὺ εἶναι γραμμένα
εἰς αὐτάς;
Ἄχ! ἀλλοίμονον·
τοῦ κόσμου τὰ ψεύδη
καὶ τοῦ κόσμου τὰ μυθιστορήματα
ἔχουν μεγάλην πέρασιν
καὶ κυκλοφοροῦν εἰς τὰ χέρια
τῶν μικρῶν καὶ τῶν μεγάλων,
μόνον δὲ τὸ βιβλίον
ποὺ μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεὸς
δὲν φαίνεται σχεδὸν πουθενά.
Ὅλες οἱ παληοφυλλάδες,
ποὺ ἐξιστοροῦν ὄργια,
ἀχρειότητας,
αἰσχρότητας,
κακοηθείας,
ἱστορίας ποὺ κοκκινίζει
κάθε σεμνὸς ἄνθρωπος
ὅταν τὰς ἀκούῃ,
ἀναγινώσκονται
καὶ ἀπὸ νέους
καὶ ἀπὸ νέας
καὶ ἀπὸ παιδιὰ
καὶ ἀπὸ κορίτσια
καὶ ἀπὸ κυρίας
καὶ ἀπὸ κυρίους
καὶ ἀπὸ γέροντας πολλάκις,
ὅλοι δὲ αὐτοὶ
ξενυχτοῦν πολλὲς φορὲς
διὰ νὰ ἀποτελειώσουν
τὸ μυθιστόρημα
ποὺ ἤρχισαν
νὰ διαβάζουν.
Καὶ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ,
τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ,
τὸ Εὐαγγέλιον,
τὴν ἱερὰν ἱστορίαν,
τὴν Παλαιὰν Διαθήκην,
ποὺ ἠθικοποιεῖ τὸν ἄνθρωπον,
ποὺ φωτίζει τὸν νοῦν του,
ποὺ ἐξευγενίζει τὴν καρδίαν του,
ὀλίγοι, ἐλάχιστοι,
οἱ ὁποῖοι μετροῦνται
εἰς τὰ δάκτυλα
τὰ μελετοῦν.
Ποία διαστροφὴ
καὶ ποία πλάνη!
Ἀλλὰ καὶ ποία καταστροφή!
Οἱ ἄνθρωποι
φεύγουν ἀπὸ τὸ φῶς
καὶ τρέχουν εἰς τὸ σκότος.
Ἀφήνουν τὴν ἀλήθειαν
καὶ ἀρέσκονται εἰς τὸ ψεῦδος
καὶ εἰς τοὺς μύθους.
Περιφρονοῦν
τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ
καὶ τὴν ἁγίαν Βίβλον,
ἡ ὁποία ὡς ἄλλο εὐῶδες
καὶ ἀμάραντον ἄνθος
ἀποπνέει τὴν ἀρετὴν
καὶ τὴν ἠθικὴν
καὶ τὴν ἁγιότητα,
καὶ κατατρώγουν
τὰ μυθιστορήματα
καὶ τὰς ρυπαρὰς ἱστορίας,
αἱ ὁποῖαι διαφθείρουν
καὶ μολύνουν τὴν καρδίαν
καὶ καταστρέφουν πολλάκις
καὶ αὐτὸ τὸ σῶμα
τοῦ ἀνθρώπου.
Θεέ μου, φύλαξέ μας!
Πάρε λοιπὸν
εἰς τὰς χεῖρας σου
τὴν Ἁγίαν Γραφήν,
ἀγαπητέ μοι ἀναγνῶστα.
Ἄνοιξε τὸ πρῶτον φύλλον
τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Καὶ ἐκεῖ θὰ εὕρῃς
τὴν ἱστορίαν σου.
Θὰ ἴδῃς
πόθεν κατάγεσαι σύ,
πόθεν κατάγονται καὶ
τὸ ἀναρίθμητον πλῆθος
τῶν ἀνθρώπων
ποὺ ἔζη, ζῇ
καὶ θὰ ζήσῃ
εἰς τὸ μέλλον
ἐπὶ τῆς γῆς.
Θὰ μάθῃς,
πῶς ἐδημιούργησεν ὁ Θεὸς
τὸν ἄνθρωπον,
ποῦ τὸν ἔβαλε
κατ’ ἀρχὰς
νὰ μένῃ,
καὶ πῶς ἔπειτα ἐκεῖνος
ἐδείχθη ἀχάριστος
καὶ ἀπειθὴς
εἰς τὸν δημιουργόν του.
Θὰ ἴδῃς αὐτὰ
καὶ τόσα ἄλλα ἐνδιαφέροντα
καὶ σπουδαῖα πράγματα.
Σοῦ τὰ λέγει ὁ Θεός,
τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Καὶ σοῦ τὰ λέγει
σύντομα καὶ ἁπλᾶ.
Χωρὶς πολυλογίας ἀπεράντους.
Ἐφώτισεν ὁ Θεὸς
τὸν Μέγαν Μωϋσῆν
ποὺ τὰ ἔγραψε
καὶ τὰ ἐκθέτει
μὲ ἕνα τρόπον
ποὺ νὰ τὰ καταλαβαίνουν ὅλοι.
Ἐμπρός, λοιπόν,
ἀναγνῶστα μου.
Μαζῆ,
ὡς ἀδελφοὶ καταγόμενοι
ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς προγόνους,
ἂς μελετήσωμεν
τὸ βιβλίον τοῦ Θεοῦ.
Ἂς ἐμβαθύνωμεν
εἰς τὰ σύντομα αὐτὰ λόγια,
μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Γραφὴ
μᾶς ἐξιστορεῖ
πόθεν ἐρχόμεθα
καὶ ποῖοι εἴμεθα.
Εἶναι χρήσιμον,
πολὺ χρήσιμον,
πολὺ ὠφέλιμον
νὰ μάθωμεν τὴν ἱστορίαν
τῶν πρωταπλάστων μσς.
Εἶναι πολὺ χρήσιμον,
πολὺ ὠφέλιμον πρᾶγμα
νὰ μάθωμεν τὴν ἱστορίαν μας
καὶ νὰ γνωρίσωμεν,
ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι,
ἀπὸ τοὺς ὁποίους
μαζῆ μὲ ὁλόκληρον
τὸ ἀνθρώπινον γένος
καταγόμεθα καὶ ἡμεῖς
καὶ πῶς κατηντήσαμεν
εἰς τὴν θέσιν
καὶ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν,
εἰς τὴν ὁποίαν,
τώρα εὑρισκόμεθα.
Ὑποθέσατε,
ἀναγνῶσται μου,
ὅτι ὁ κληρονόμος
ἑνὸς θρόνου βασιλικοῦ
καὶ μιᾶς περιουσίας μεγάλης
ἔπεσεν εἰς τὰ χρόνια
τῆς νηπιακῆς ἡλικίας του
εἰς τὰ χέρια
ἀνθρώπων κακούργων
καὶ ἐκμεταλλευτῶν.
Ἐξηπάτησαν αὐτοὶ
τὸν πατέρα του πρῶτον,
τὸν παρεπλάνησαν,
τὸν ὑπεδούλωσαν,
τοῦ ἀφήρπασαν τὴν ἐξουσίαν,
τοῦ ἐσφετερίσθησαν τὸν πλοῦτον,
τὸν ἀπεμάκρυναν
ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα του
καὶ μαζῆ μὲ τὴν οἰκογένειάν του
τὸν περιώρισαν
εἰς ἕνα τόπον σκοτεινόν,
εἰς ἕνα τόπον δυστυχίας
καὶ στεναγμῶν
καὶ πικρῶν δακρύων.
Ἐξαπατοῦν τώρα
καὶ τὸν υἱόν του,
τὸν ὁποῖον προσπαθοῦν
μὲ κάθε τρόπον
νὰ κρατήσουν
εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην
τῆς ἐλεεινότητος,
παραπλανῶντες αὐτὸν
καὶ ἀποκρύπτοντες ἀπ’ αὐτοῦ
τὴν εὐγενῆ του καταγωγὴν
καὶ τὰ βασιλικά του δικαιώματα.
Ὤ! καὶ ἂν ἐμάνθανεν
ὁ πρίγκηψ αὐτός,
ποῖοι εἶναι αὐτοὶ
οἱ ὁποῖοι μὲ γλυκὰ
ἀλλ’ ἀπατηλὰ
καὶ δόλια λόγια
τοῦ ὁμιλοῦν
καὶ ζητοῦν νὰ τοῦ ἐμπνεύσουν
ἐλεεινὰ καὶ πρόστυχα αἰσθήματα
ἐντελῶς ἀνάξια
τοῦ βασιλικοῦ αἵματος
ποὺ ρέει εἰς τὰς φλέβας του!
’Ώ! ναί, ἐὰν εὑρίσκετο κανείς,
ὁ ὁποῖος νὰ τοῦ φανερώσῃ
τὴν ἀληθινὴν καταγωγήν του
καὶ τὰ δικαιώματα,
τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπὶ τοῦ θρόνου
καὶ τῆς κολοσσιαίας περιουσίας
τοῦ πατρός του!
Ὤ! καὶ ἐὰν ἠκούετο
εἰς τὰ βάθη τῆς ἐξορίας
ἡ φωνὴ ἑνὸς δυνατοῦ
καὶ κραταιοῦ συμμάχου,
ὁ ὁποῖος νὰ ἐνθαρρύνῃ
τὸ περιωρισμένον ἐκεῖ βασιλόπουλον
καὶ νὰ τὸ βεβαιώνῃ,
ὅτι εἶναι ἕτοιμος
μὲ τὰ πολλὰ στρατεύματά του
καὶ μὲ τὴν μεγάλην δύναμίν του
νὰ κτυπήσῃ
τοὺς ἀθλίους ἐκείνους τυράννους
καὶ νὰ συντρέξῃ
τὸν ὑπόδουλον εἰς αὐτοὺς πρίγκηπα
διὰ νὰ ἀνακτήσῃ
τὴν μεγάλην κληρονομίαν
τοῦ πατρός του!
Τί θὰ ἐγίνετο τότε, ἀδελφέ μου;
Ὁ νεαρὸς βασιλόπαις
θὰ μετεβάλλετο ἀμέσως εἰς λέοντα
καὶ θὰ ἐγίνετο ἀετός.
Θὰ προσεπάθει
μὲ ὅλην του τὴν δύναμιν
νὰ διασπάσῃ
τὰ δεσμὰ τῆς δυστυχίας του,
νὰ φύγῃ τὸ γρηγορώτερον
ἀπὸ τὸν σκοτεινὸν τόπον
τῆς ἀδοξίας καὶ ἀτιμίας,
νὰ ἐλευθερωθῇ τὸ ταχύτερον
ἀπὸ τὴν κατάστασιν ἐκείνην
τῆς ἀθλιότητος
καὶ μίαν ὥραν προτήτερα
νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν λαμπρὸν θρόνον,
ἀπὸ τὸν ὁποῖον
ὁ πατήρ του ἐξέπεσεν.
Ἀναγνῶσται μου,
ἀδελφοὶ Χριστιανοί,
ὅλοι ὅσοι εἶσθε ἀπόγονοι τοῦ Ἀδάμ,
ἰδοὺ ἡ θέσις σας
καὶ ἰδοὺ ἡ κατάστασίς σας.
Εὑρίσκεσθε εἰς ἕνα τόπον ἐξορίας
καὶ ἀναστεναγμῶν.
Περνᾶτε ἡμέρας πικρὰς
καὶ γεμάτας δάκρυα.
Καὶ φαίνεται
νὰ εἶσθε δοῦλοι ἄτιμοι,
οἱ ὁποῖοι ὡς μόνην κληρονομίαν
ἔχουν τοὺς κόπους,
τοὺς μόχθους,
τοὺς φόβους,
τὰς ἀσθενείας,
τὸν θάνατον,
τὰ τόσα ἄλλα δεινά.
Ἀλλ’ ὄχι
μὴ πλανᾶσθε
καὶ μὴ ἐξαπατᾶσθε.
Μάθετε, πόθεν κατάγεσθε
καὶ πῶς κατηντήσατε
εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ
τῆς δυστυχίας,
ἡ ὁποία σᾶς δέρνει.
Καὶ θὰ ἴδετε ἀμέσως
ποία παρηγορία
θὰ πλημμυρίσῃ τὰς καρδίας σας
καὶ ποῖαι ἐλπίδες
θὰ χύσουν τὸ φῶς των
εἰς τὴν σκοτεινὴν ἐξορίαν σας.
Ὄχι· δὲν εἴμεθα δοῦλοι.
Εἴμεθα τέκνα τοῦ Ἀδάμ,
τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἔπλασε
βασιλέα τῆς κτίσεως ὁλοκλήρου
καὶ τοῦ ἐπεφύλαξεν
ἀκόμη λαμπρότερον
καὶ ἐνδοξότερον μέλλον.
Πλὴν ὅμως φεῦ!
Συμβουλαὶ πανοῦργοι καὶ δόλιαι
ἐξηπάτησαν τὸν πατέρα μας αὐτὸν
καὶ διὰ μιᾶς
ἀπὸ τὸν βασιλικὸν θρόνον,
εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς
τὸν ἔβαλε νὰ κάθηται,
ἐκυλίσθη
μαζῆ μὲ ὅλην τὴν οἰκογένειάν του,
μαζῆ μὲ ὅλους τοὺς ἀπογόνους του,
εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τῆς ἐξορίας μας.
Δὲν εἴμεθα λοιπὸν κτήνη.
Ὄχι, δὲν εἴμεθα ζῶα.
Εἴμεθα πρίγκηπες
καὶ εἰς τὰς φλέβας μας
τρέχει αἷμα εὐγενὲς καὶ θεῖον.
Καὶ ἐὰν τώρα εὑρισκώμεθα
δεσμῶται καὶ ἐξόριστοι,
ἀλλ’ ἐδῶ,
εἰς τὸν ἀφιλόξενον αὐτὸν
καὶ τραχὺν τόπον μας,
ἀκούεται ἡ φωνὴ
Μεγάλου τινὸς καὶ Ἰσχυροῦ
ποὺ θέλει νὰ μᾶς σώσῃ,
ἡ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,
τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ἐξόριστα πριγκηπόπουλα,
μᾶς φωνάζει ἡ φωνὴ αὐτή,
ξυπνήσατε.
Ὁ βασιλικὸς θρόνος
καὶ τὰ μεγάλα πλούτη,
τὰ ὁποῖα ὁ πονηρὸς ὄφις,
ὁ ἄγγελος Σατᾶν,
ἥρπασεν ἀπὸ τὰς χεῖρας
τοῦ πατρός σας Ἀδάμ,
σᾶς περιμένουν.
Εἶναι ἰδικά σας·
διατί λοιπὸν τὰ ἀφίνετε;
Ἀνήκουν εἰς σᾶς·
διατί λοιπὸν τὰ παραμελεῖτε;
Σηκωθῆτε.
Εἶμαι ἕτοιμος ἐγὼ
νὰ σᾶς βοηθήσω
καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς ἐλευθερώσω.
Καὶ θὰ γίνετε ἀμέσως
ἐλεύθεροι ἀπὸ δοῦλοι
ποὺ εἶσθε σήμερον,
καὶ ἀπὸ ἐξόριστοι καὶ δεσμῶται
θὰ ἀναδειχθῆτε βασιλεῖς.
Ὤ! ναί, ἀναγνῶστα μου.
Εἶναι ὠφέλιμον,
εἶναι παρήγορον,
εἶναι σωτηριῶδες νὰ μάθωμεν
ποία εἶναι ἡ καταγωγή μας
καὶ ποία ἡ κληρονομία μας.
Ἐὰν δὲν τὰ μάθωμεν,
πῶς θὰ καταστῇ δυνατὸν
νὰ πάρωμεν ὀπίσω
ὅ,τι μᾶς ἀνήκει
καὶ νὰ ἐπανεύρωμεν τὸν δρόμον,
ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς φέρῃ πάλιν
εἰς τὴν πατρίδα μας,
ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπεμακρύνθημεν
καὶ εἰς τὸ βασιλικὸν ἀνάκτορον,
ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεδιώχθημεν;
Εἶχε δημιουργηθῆ
ὁλόκληρος ὁ ὁρατὸς κόσμος,
ἀλλ’ ὄχι ἀκόμη καὶ ὁ ἄνθρωπος.
Τὸ πρόσωπον τῆς γῆς
δὲν ἦτο πλέον
σκεπασμένον ἀπὸ νερά,
οὔτε ἦτο ἔρημον
καὶ ἀκατοίκητον.
Δάση ἀπέραντα
καὶ χλόη πρασίνη
ἐστόλιζεν αὐτό,
αἱ φωναὶ δὲ τῶν ζώων
καὶ τὰ κελαδήματα τῶν πτηνῶν
ἠκούοντο καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις.
Ὁ ἄνθρωπος
ἐπρόκειτο νὰ δημιουργηθῇ
τελευταῖος.
Διατί;
Διότι αὐτὸς θὰ ἦτο
τὸ τελειότερον δημιούργημα
ἐπὶ τῆς γῆς,
ὁ αὐθέντης,
ὁ βασιλεύς,
ὁ κύριος
τῆς κτίσεως ὁλοκλήρου
ἐν τῇ γῇ.
Ἡ γῆ θὰ ἐγίνετο παλάτιόν του,
μέσα εἰς τὸ ὁποῖον
ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐπέρνα
μίαν διαμονὴν εὐχάριστον,
ἄνετον καὶ ἀναπαυτικήν.
Ὅλα θὰ ἦσαν
εἰς τὴν διάθεσίν του
καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του.
Διὰ νὰ τὸν ἀνακουφίζουν ὅλα,
διὰ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν ὅλα,
διὰ νὰ τὸν συντηροῦν ὅλα,
διὰ νὰ τὸν εὐχαριστοῦν ὅλα.
Ἔπρεπε λοιπὸν πρῶτα
νὰ δημιουργηθοῦν
τὰ ἀτελέστερα κτίσματα,
καὶ τελευταῖον
τὸ τελειότατον μεταξὺ αὐτῶν.
Ἔπρεπε πρῶτον
νὰ καταρτισθῇ τὸ βασίλειον
καὶ ὕστερον
νὰ ἀναδειχθῇ ὁ βασιλεύς.
Ἔπρεπε πρῶτον
νὰ προετοιμασθοῦν
καὶ νὰ προπαρασκευασθοῦν ὅλα,
διὰ να ἔλθῃ ἔπειτα
ὁ ἡγεμὼν καὶ ὁ κύριος,
ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο
νὰ τὰ ἀπολαύσῃ.
Ὄχι,
ὁ Θεὸς δὲν ἤθελε ποτὲ
νὰ εὑρεθῇ ὁ ἄνθρωπος
μόνος ἐπὶ τῆς γῆς
ὡσὰν εἰς ἀπέραντον νεκροταφεῖον,
εἰς τὸ ὁποῖον
νὰ βασιλεύῃ ἐρημία
καὶ μελαγχολικὴ σιωπὴ
καὶ εἰς τὸ ὁποῖον
τίποτε νὰ μὴ βλέπῃ κανεὶς
παρὰ μόνον λίθους καὶ χῶμα.
Δὲν ἤθελε ποτὲ ὁ Θεὸς
ἡ πρώτη σκέψις τοῦ ἀνθρώπου
νὰ εἶναι σκέψις ἀγωνιώδης
καὶ γεμάτη ἀπὸ ἀπορίαν,
οὔτε τὸ πρῶτον αἴσθημά του
καὶ ἡ πρώτη ἐντύπωσίς του
πένθιμος καὶ πικρά.
Τὸν δημιουργεῖ
δι’ αὐτὸ
τελευταῖον.
Καὶ εὐθὺς
ὡς θ’ ἀνοίξῃ
τοὺς ὀφθαλμούς του,
ποῖον θέαμα
θὰ προσπέσῃ εἰς αὐτούς!
Ὁλόκληρον τὸ θαῦμα
τῆς δημιουργίας
θὰ τὸν περιστοιχίζῃ
καὶ ὁπουδήποτε ἂν στραφῇ,
εἰκόνες θείου μεγαλείου
θὰ προκαλοῦν
τὸν θαυμασμόν του.
Τὰ τόσα δημιουργήματα,
ἡ τόση ἁρμονία,
ἡ τόση ὡραιότης,
ἡ τόση κίνησις καὶ ζωή,
τὰ τόσα θαυμάσια
τῆς σοφίας καὶ δυνάμεως
ἔργα,
τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτυλίσσωνται,
ἐμπρός του
ὄχι μόνον θὰ τὸν εὐχαριστοῦν
καὶ θὰ τὸν τέρπουν,
ἀλλὰ καὶ θὰ τὸν διδάσκουν
συγχρόνως.
Θὰ τοῦ φανερώνουν
τοὺς ἀπείρους θησαυροὺς
τῆς θείας γνώσεως καὶ σοφίας·
θὰ τὸν διδάσκουν,
πόσον ἀγαθός,
πόσον σοφός,
πόσον μέγας καὶ ἰσχυρὸς
εἶναι ὁ παντοδύναμος
Δημιουργὸς καὶ Πλάστης.
Δὲν θὰ ὑπάρχῃ λόγος
νὰ στενοχωρῆται ὁ ἄνθρωπος.
Καὶ διατί νὰ στενοχωρηθῇ;
Διατί νὰ τρέξῃ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ;
Διατί νὰ μοχθήσῃ
καὶ νὰ ἱδρώσῃ
καὶ νὰ ἀναστενάξῃ;
Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ
τὸν δημιουργεῖ τελευταῖον ὁ Θεὸς
διὰ νὰ μὴ τοῦ λείπῃ τίποτε.
Ὁ ἀὴρ δροσερός,
χωρὶς ἀτμοὺς καὶ ἀναθυμιάσεις,
θὰ τοῦ κάμνῃ εὐχάριστον
τὴν ἀναπνοήν.
Τὸ καθαρὸν ὕδωρ
θὰ τοῦ δροσίζῃ τὴν δίψαν.
Τὰ δένδρα
θὰ τοῦ δίδουν τὴν σκιάν των
καὶ τοὺς καρπούς των.
Τὰ ζῶα καὶ τὰ πτηνὰ
θὰ ἀποτελοῦν συντροφιὰν
δι’ αὐτόν,
ἡ ὁποία θὰ τὸν εὐχαριστῇ
θὰ τὸν ὑπηρετῇ
θὰ τοῦ παρέχῃ
ὅ,τι τοῦ εἶναι χρήσιμον.
Σωστὸς λοιπὸν βασιλεὺς
καὶ ἀληθινὸς ἡγεμὼν
ὁ ἄνθρωπος.
Ὅλα ὅσα ὑπάρχουν
εἰς τὴν γῆν
δι’ αὐτὸν ἔγιναν
καὶ ἕνεκα τούτου
αὐτὸς ἐπλάσθη τελευταῖος.
Ὤ! ναί·
εἶναι μεγάλη τιμή,
μεγάλη εὔνοια τοῦ Θεοῦ
πρὸς τὸν ἄνθρωπον
τὸ ὅτι ἐδημιούργησεν αὐτὸν
τελευταῖον.
Εἶναι μία ἐξαιρετικὴ φροντίς,
τὴν ὁποίαν δι’ αὐτὸν
λαμβάνει ὁ Θεὸς·
εἶναι μία ἰδιαιτέρα προστασία,
τὴν ὁποίαν τοῦ δεικνύει·
εἶναι μία πρόνοια ἔκτακτος
καὶ μοναδική.
Τὴν ἐμελέτησες ποτέ,
ἀδελφέ μου;
Ἐσυλλογίσθης ποτέ,
τί εὐεργεσίαν μᾶς ἔκαμεν ὁ Θεός,
ὅταν ἀπεφάσιζε
νὰ μᾶς δημιουργήσῃ τελευταίους
ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματά του;
Σκέψου το,
μελέτησέ το,
ἐξέτασέ το,
ἀναγνῶστα μου,
καὶ ἀμέσως θὰ πεισθῇς,
ποία εἶναι ἡ ἀξία σου,
ποῖον τὸ μεγαλεῖον
εἰς τὸ ὁποῖον
ὁ Θεὸς ηὐδόκησε
νὰ μᾶς ὑψώσῃ,
καὶ ποία ἡ τιμὴ
μὲ τὴν ὁποίαν
αὐτὸς ὁ Πλάστης
ἐτίμησεν ἡμᾶς.
Προκειμένου νὰ δημιουργηθοῦν
ὅλα τὰ ἄλλα κτίσματα
ὁ Θεὸς διατάσσει ἁπλῶς
καὶ ὁ λόγος
γίνεται ἀμέσως ἔργον.
Ἂς γίνῃ φῶς,
διατάσσει ὁ Θεός.
Καὶ ἐγένετο φῶς.
Ἂς βλαστήσῃ ἡ γῆ χόρτον
καὶ δένδρα καρποφόρα·
ἂς ἔβγουν καὶ ἀπὸ τὰ νερὰ
τὰ διάφορα εἴδη τῶν ψαριῶν
καὶ τὰ πετεινὰ ποὺ πετοῦν
εἰς τὸν ἀέρα·
ἂς βγάλῃ καὶ ἡ γῆ
τὸ πλῆθος τῶν ζώων
καὶ τῶν θηρίων.
Οὕτως ἐπρόσταξεν ὁ Κύριος.
Καὶ ἔγινεν ἀμέσως σύμφωνα
πρὸς τὰς προσταγὰς αὐτάς.
Μὰ ὅταν πρόκειται
νὰ δημιουργηθῇ ὁ ἄνθρωπος,
ὁ Θεὸς δὲν προστάσσει μόνον.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ παρουσιάζει
τὰ τρία πρόσωπα
τῆς Ἁγίας Τριάδος,
σὰν νὰ συσκέπτωνται
καὶ σὰν νὰ κάμνουν
συμβούλιον ἰδιαίτερον
διὰ νὰ ἀποφασίσουν
τὴν δημιουργίαν
τοῦ ἀνθρώπου.
«Ποιήσωμεν,
λέγει ὁ Τριαδικὸς Θεός,
ἄνθρωπον
κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν
καὶ καθ’ ὁμοίωσιν».
Καὶ βέβαια ὁ πάνσοφος Θεὸς
δὲν εἶχε ἀνάγκην νὰ κάμνῃ
ἕνα τοιοῦτον συμβούλιον,
οὔτε κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν
θὰ ἐλάμβανε τὸ σχέδιον
καὶ τὴν ἀπόφασιν
νὰ δημιουργήσῃ
τὸν ἄνθρωπον.
Ὄχι· ὁ Θεὸς
δὲν εἶναι ὅπως ἡμεῖς
οἱ περιωρισμένοι ἄνθρωποι.
Αὐτὸς τὰ προγνωρίζει ὅλα
καὶ τὰ ἔχει προαποφασίσει ὅλα
πρὸ πάντων τῶν αἰώνων.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅμως
μεταχειρίζεται ἐδῶ
ὡς πρὸς τὴν δημιουργίαν
τοῦ ἀνθρώπου
τὴν γλῶσσαν αὐτὴν
καὶ μᾶς παρουσιάζει
τὰ τρία πρόσωπα
σὰν νὰ συσκέπτωνται,
διότι θέλει νὰ μᾶς παραστήσῃ
καὶ νὰ μᾶς διαφωτίσῃ,
ὅτι ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου
ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἐξαιρετικήν,
διαφορετικὴν ἀπὸ τὰς ἄλλας
τῆς δημιουργίας πράξεις,
πολὺ σπουδαιοτέραν ἀπὸ ἐκείνας,
πολὺ σοβαρωτέραν
καὶ ὑπεροχωτέραν ἀπὸ αὐτάς.
Ὁ Θεὸς τώρα
δὲν διατάσσει ἁπλῶς,
ὅπως ἐπρόσταζε προτήτερα
ἐν καιρῷ τῆς δημιουργίας
τῶν ἄλλων κτισμάτων.
Τώρα παρίσταται
ὅτι κατ’ εὐθεῖαν,
ὄχι δι’ ἁπλοῦ προστάγματος,
ἀλλὰ μὲ τὰς ἰδίας Του
παντοδυνάμους χεῖρας
ἀναλαμβάνει νὰ δημιουργήσῃ
τὸν ἄνθρωπον.
Καὶ ἔτσι φαίνεται
ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία
τῆς δημιουργίας,
ποὺ ἔγινεν εἰς τὰς ἓξ ἡμέρας,
ἦτο σὰν μία προπαρασκευὴ
καὶ προετοιμασία,
ποὺ ἔπρεπε πρῶτον νὰ γίνῃ,
διὰ νὰ ἔλθῃ ἔπειτα ὁ Θεὸς
νὰ κατασκευάσῃ
τὸ ἀριστούργημά του αὐτό,
ποὺ λέγεται ἄνθρωπος.
«Ποιήσωμεν ἄνθρωπον
κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν
καὶ καθ’ ὁμοίωσιν».
Ἂς ποιήσωμεν
τὸν ἄνθρωπον,
λέγει ὁ Θεός.
Καὶ ἂς μὴ τὸν κάμωμεν
δημιούργημα τι καλὸν λίαν,
ὅπως εἶναι καὶ
τὰ ἄλλα κτίσματά μας.
Ἂς μὴ ἀρκεσθῶμεν μόνον
εἰς τὸ νὰ φαίνεται ἡ σοφία μας
καὶ ἡ δύναμίς μας ἡ ἄπειρος
εἰς τὸ πλάσμα μας αὐτό.
Ἂς τὸ προικίσωμεν
καὶ μὲ ἄλλα χαρίσματα,
ὥστε νὰ γίνῃ αὐτὸ
κτίσμα ἐξαιρετικὸν
ἐν τῇ γῇ.
Ἂς τοῦ δώσωμεν
τοιαύτην τελειότητα,
ὥστε νὰ φαίνεται εἰς αὐτὸ
καὶ ἡ ἀγαθὸτης μας ἡ ἄπειρος
κατὰ τρόπον ἔξοχον
καὶ μοναδικόν.
Ἂς τοῦ δώσωμεν
τὴν εἰκόνα μας.
Ἂς τὸν δημιουργήσωμεν
ὅμοιόν μας!
Ἐδῶ εἶναι ἀκριβῶς
τὸ μεγαλεῖον
τῆς θείας ἀγαθότητος.
Ἄχ!
ἄνθρωπε ἐλεεινὲ
καὶ τρισάθλιε!
Τί θέλεις σὺ
καὶ εἰς τί ἀρέσκεται
ὁ Θεός σου;
Σὺ θέλεις
νὰ εἶσαι μοναχός σου
καὶ κανεὶς ἄλλος
νὰ μὴ διακρίνεται.
Εἶσαι πλούσιος;
Εὐχαριστεῖσαι ὅλοι οἱ ἄλλοι,
ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων ζῇς,
νὰ εἶναι πτωχοὶ καὶ ἄθλιοι.
Εἶσαι γραμματισμένος;
Σοῦ φαίνεται
πὼς ἂν οἱ ἄλλοι
ἦσαν ἀγράμματοι
καὶ εἶχες σὺ μοναχός σου
τὴν σοφίαν,
θὰ ἦσο εὐτυχέστερος.
Εἶσαι ἔνδοξος
καὶ ἔχεις ὄνομα καλόν;
Θέλεις οἱ ἄλλοι
νὰ εἶναι ἄσημοι
καὶ ἀφανεῖς
διὰ νὰ διακρίνεσαι σὺ
ἀκόμη περισσότερον
καὶ διὰ νὰ γίνεται ἡ λάμψις σου
ἀκόμη καταφανεστέρα.
Μὰ γιὰ ἰδὲς τὸν Θεόν σου.
Εἶναι ἔνδοξος,
εἶναι πλούσιος,
εἶναι μακάριος
καὶ πανευδαίμων.
Τίποτε δὲν τοῦ λείπει·
ὅλα τὰ ἔχει·
δὲν ἔχει
τὴν ἰδικήν μας ἀνάγκην·
οὔτε πρόκειται
νὰ τοῦ προσθέσωμεν ἡμεῖς
τίποτε.
Ἀλλ’ ἡ ἀγαθωσύνη Του ὅμως
εἶναι μεγάλη,
πολὺ μεγάλη,
ἀπείρως μεγάλη,
καὶ δι’ αὐτὸ θέλει
καὶ εὐχαριστεῖται
καὶ εὐδοκεῖ νὰ δημιουργήσῃ
καὶ ἄλλα πλάσματα,
εἰς τὰ ὁποῖα νὰ μεταδώσῃ
τὰ ἀγαθά Του,
τὴν δόξαν Του,
τὴν εὐδαιμονίαν Του.
Εἶναι μόνος μὲ τὸν Υἱόν Του
καὶ τὸ Πνεῦμα Του τὸ Ἅγιον.
Καὶ εἰμπορεῖ νὰ μείνῃ μόνος.
Καὶ ὅμως δὲν θέλει
νὰ μείνῃ μόνος.
Θέλει νὰ δημιουργήσῃ
καὶ ἄλλους ὁμοίους Του,
οἱ ὁποῖοι νὰ ἀπολαύσουν
τῶν ἀγαθῶν Του.
Ὦ βάθος καὶ πλάτος
καὶ ὕψος ἀγαθότητος θείας!
Ἂς κάμωμεν τὸν ἄνθρωπον
κατ’ εἰκόνα
καὶ καθ’ ὁμοίωσιν
ἰδικήν μας,
εἶπεν ὁ Θεός.
Καὶ τὸν ἔκαμε.
«Κατ’ εἰκόνα Θεοῦ
ἐποίησεν αὐτόν»,
προσθέτει ἡ Ἁγία Γραφή.
Δὲν λέγει λοιπόν,
ὅτι τὸν ἔκαμε
καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ,
ἀλλὰ μόνον
κατ’ εἰκόνα Του.
Τί;
μήπως ἔκαμε λάθος ὁ Θεὸς
καὶ ἀντὶ
νὰ πλάσῃ τὸν ἄνθρωπον
καὶ κατ’ εἰκόνα
καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ,
τὸν ἔπλασε μόνον
κατ’ εἰκόνα Αὐτοῦ;
Μὴ γένοιτο
νὰ μᾶς ἔλθῃ εἰς τὸν νοῦν
μία τέτοια βλασφημία.
Ὁ Θεὸς νὰ κάμῃ λάθος;
Οὔτε νὰ συλλογισθῇ κανεὶς
δὲν ἐπιτρέπεται.
Ὄχι καὶ νὰ τὸ εἴπῃ.
Τί;
μήπως εἶναι ὁ Θεὸς
σὰν καὶ ἡμᾶς
τοὺς ἀδυνάτους
καὶ ἀνοήτους ἀνθρώπους,
ποὺ πίπτομεν διαρκῶς
εἰς λάθη;
Ὁ Θεὸς εἶναι τέλειος,
ἀπείρως τέλειος.
Ὄχι μόνον παντοδύναμος,
ἀλλὰ καὶ πάνσοφος.
Δι’ αὐτὸ δὲ εἶναι ἀδύνατον,
φύσει ἀδύνατον,
νὰ πέσῃ ποτὲ εἰς λάθος.
Ἀλλὰ διατί λοιπόν,
ἐνῶ ὁ Θεὸς
εἰς τὴν ἀρχὴν ἀποφασίζει
νὰ κάμῃ τὸν ἄνθρωπον
κατ’ εἰκόνα
καὶ καθ’ ὁμοίωσίν Του,
τὸν κάμνει ἔπειτα
μόνον κατ’ εἰκόνα Του;
Διότι τὸ καθ’ ὁμοίωσιν
ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ ἡμᾶς.
Ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωκε
τὴν εἰκόνα Του
καὶ μᾶς εἶπεν·
ἐργασθῆτε τώρα καὶ σεῖς
νὰ γίνετε ὅμοιοί Μου.
Ἐγὼ θέλω
νὰ σᾶς κάμω
ὁμοίους μου.
Ἀλλὰ πρέπει
νὰ τὸ θελήσετε
καὶ σεῖς.
Ἐργασθῆτε,
θελήσατε
καὶ ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος
νὰ σᾶς βοηθήσω.
Νὰ λοιπὸν
διατί ἡ Γραφὴ λέγει,
ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε
κατ’ εἰκόνα Του μόνον.
Διότι εἰς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν
ἐμπερικλείεται ὁ μέγας
καὶ ὑψηλὸς προορισμὸς
διὰ τὸν ὁποῖον
μᾶς ἔπλασεν ὁ Θεὸς
καὶ εἰς τὸν ὁποῖον προορισμόν,
διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας,
πρέπον καὶ δίκαιον
καὶ ἀναγκαῖον εἶναι
νὰ ἐργασθῶμεν καὶ ἡμεῖς.
«Κατ’ εἰκόνα Θεοῦ
ἐποίησεν αὐτόν».
Ὥστε λοιπὸν ὁ Θεὸς
ἔχει σῶμα,
ὅπως ἔχομεν καὶ ἡμεῖς;
Ἔχει χέρια καὶ πόδια,
μάτια καὶ αὐτιὰ ὁ Θεός;
Ἔχει πρόσωπον ὁ Θεός,
ὅπως εἶναι τὸ ἰδικόν μας
ὑλικὸν πρόσωπον;
Ἆ! ὄχι,
ἀγαπητέ μου ἀναγνῶστα.
Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα.
Δὲν ἔχει σῶμα ὑλικὸν
καὶ φθαρτόν.
Ἐὰν δὲ ἡ Ἁγία Γραφὴ
τὸν παριστάνῃ
εἰς πολλὰ μέρη,
ὅτι ἔχει χεῖρας
καὶ πόδας
καὶ ὀφθαλμοὺς
καὶ ὦτα,
ὁ σκοπός της εἶναι
νὰ μᾶς δώσῃ νὰ ἐννοήσωμεν
καλύτερα καὶ ζωηρότερα
τὴν Παντοδυναμίαν,
τὴν Παγγνωσίαν,
τὴν ἁπανταχοῦ Παρουσίαν
τοῦ Θεοῦ.
Μὲ ποῖον ἄλλον τρόπον
θὰ ἠμπορούσαμεν ἡμεῖς
οἱ νήπιοι ἄνθρωποι
νὰ ἐννοήσωμεν καλύτερα
καὶ παραστατικώτερα
τὴν ἄπειρον τελειότητα,
τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Θεὸς
τοῦ νὰ γνωρίζῃ ὅλα
καὶ νὰ μὴ τοῦ κρύπτεται τίποτε,
παρὰ διὰ τῆς εἰκόνος
ἑνὸς Ὀφθαλμοῦ μεγάλου,
ὁ Ὁποῖος βλέπει ὅλα
καὶ δὲν τοῦ διαφεύγει τίποτε;
Καὶ πῶς ἄλλως
θὰ παριστάνετο ζωηρότερα
ἡ δημιουργικὴ δύναμις τοῦ Θεοῦ
παρὰ διὰ τῆς εἰκόνος τῶν χειρῶν,
αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ εἶναι ἀδύνατοι,
ὅπως αἱ ἰδικαί μας,
ἀλλὰ τόσον δυναταὶ καὶ ἰσχυραί,
ὥστε τίποτε νὰ μὴ εἶναι
ποὺ νὰ μὴ μποροῦν
νὰ τὸ κατορθώσουν;
Καὶ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς
λαμβάνει γνῶσιν
τῶν προσευχῶν μας
ἢ τῶν λόγων μας
τῶν κακῶν ἢ ἀγαθῶν,
πῶς ἄλλως
θὰ ἐζωγραφίζετο ζωντανότερα
παρὰ δι’ αὐτιῶν,
τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν
ὀξυτάτην τὴν ἀκοήν,
ὥστε νὰ τὰ ἀκούουν ὅλα,
καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη
ποὺ λέγονται σιγά-σιγά,
καὶ ἐκεῖνα ποὺ ἐκστομίζονται
εἰς ἀπόμερα καὶ εἰς μακρυνὰ μέρη;
Ὄχι λοιπόν.
Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ὑλικός.
Δὲν ἔχει σῶμα,
ὅπως ἔχομεν ἡμεῖς.
Δὲν ἔχει χεῖρας καὶ πόδας
καὶ ὦτα καὶ ὀφθαλμούς.
Ὅλα αὐτὰ εἶναι εἰκόνες,
εἶναι παραστάσεις,
μὲ τὰς ὁποίας ἡ Γραφὴ
ζητεῖ νὰ μᾶς δώσῃ νὰ ἐννοήσωμεν
τὰς ἀΰλους,
τὰς πνευματικάς,
τὰς ἀσωμάτους τελειότητας
καὶ ἰδιότητας
τοῦ πνευματικοῦ καὶ ἀΰλου
καὶ ἀσωμάτου Θεοῦ.
Ἀλλὰ ποῦ λοιπὸν τότε
ὁ Θεός μᾶς ἔδωκε
τὴν εἰκόνα Του;
Μᾶς τὴν ἔδωκεν
εἰς τὴν ψυχήν μας.
Διότι, ἀδελφέ μου,
καθὼς θὰ γνωρίζῃς,
ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μόνον σῶμα,
σὰρξ δηλαδὴ καὶ αἷμα καὶ ὀστᾶ.
Ἔχει ἀκόμη καὶ ψυχήν.
Αὐτὴ δὲ εἶναι
τὸ ἀληθῶς εὐγενὲς
καὶ θεῖον καὶ οὐράνιον
συστατικόν μας.
Αὐτὴ φέρει μέσα της
τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ μᾶς συγγενεύει
μὲ τὸν Θεὸν
καὶ μᾶς δίδει τὴν δύναμιν
νὰ γίνωμεν παιδιά Του.
Αὐτή,
ἐνῶ μὲ τὸ σῶμα μας
εἴμεθα ἐδῶ κάτω εἰς τὴν γῆν,
μᾶς δείχνει ὑψηλὰ
τὴν ἀληθινήν μας πατρίδα,
τὸν Οὐρανόν,
ὅπου πρέπει νὰ ὑπάγωμεν
διὰ νὰ ζήσωμεν ἐκεῖ
μαζῆ μὲ τοὺς ἀγγέλους.
Ὅσον διὰ τὸ σῶμα μας,
αὐτὸ κατάγεται ἀπὸ τὸ χῶμα
καὶ ἔπλασεν αὐτὸ ὁ Θεὸς
ἀπὸ τὴν λάσπην.
Τὸ σῶμα μας
ἔπλασεν ὁ Θεὸς
λαβὼν χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς,
καθὼς λέγει ἡ Ἁγία Γραφή.
Χῶμα κοινὸν καὶ σύνηθες,
ἀπὸ αὐτὸ ποὺ εὑρίσκεται
ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια μας
καὶ τὸ πατοῦμεν,
αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ ὑλικόν,
μὲ τὸ ὁποῖον ἐπλάσθη τὸ σῶμα μας.
Χῶμα ἀπὸ αὐτὸ
ποὺ δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν,
ποὺ μᾶς λερώνει
πολλὲς φορὲς
μὲ τὴν λάσπην
ἢ μὲ τὴν σκόνην,
τὰ ὁποῖα βγαίνουν ἀπ’ αὐτό.
Βέβαια μέσα εἰς τὴν γῆν
ὑπάρχουν καὶ πολλὰ ἄλλα ὑλικά,
τὰ ὁποῖα ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι
θεωροῦμεν ὡς πολύτιμα
καὶ ὡς πολὺ εὐγενῆ.
Ὑπάρχει ὁ χρυσός·
εἶναι ὁ ἄργυρος·
εὑρίσκονται οἱ ἀδάμαντες.
Ἀλλὰ βλέπεις ὁ Θεὸς
δὲν ἐκλέγει κανὲν ἀπὸ αὐτὰ
τὰ πολύτιμα δημιουργήματά του
διὰ νὰ πλάσῃ τὸ σῶμα μας.
Προτιμᾷ τὸ χῶμα,
τὸ πρόστυχον
καὶ εὐτελὲς χῶμα.
Νά, τί εἶσαι ἄνθρωπε!
Ἰδοὺ ἡ καταγωγή σου
καὶ ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου.
Ἡ γῆ, τὸ χῶμα τῆς γῆς.
Μὴ ὑπερηφανεύεσαι λοιπόν.
Μὴ σοῦ φαίνεται ὅτι κάτι εἶσαι.
Χῶμα καὶ στάκτη εἶσαι.
Γῆ εἶσαι καὶ σποδός.
Δίδεις καμμίαν σημασίαν
εἰς τὸ χῶμα ποὺ πατᾷς;
Καὶ ἔχεις καμμίαν ὑπόληψιν
εἰς τὴν λάσπην
ποὺ λερώνει
τὰ ὑποδήματά σου
καὶ τὰ ροῦχα σου;
Ὅταν λοιπὸν
σοῦ ἔρχεται καμμία ἰδέα
ὑψηλὴ καὶ ὑπερήφανος
εἰς τὸν νοῦν σου·
ὅταν σοῦ ἔρχεται
νὰ περιφρονήσῃς
τὸν ὅμοιόν σου
νομίζων,
ὅτι σὺ εἶσαι καλύτερος
ἀπὸ ἐκεῖνον,
θυμήσου τότε,
ὅτι κατάγεσαι
ἀπὸ τὴν γῆν,
ὅτι εἶσαι χῶμα.
Καὶ ὅταν πάλιν καμαρώνῃς
διὰ τὴν εὐμορφιάν σου
καὶ διὰ τὴν δύναμιν
τοῦ σώματός σου
καὶ διὰ τὴν δροσιὰν
τῆς νεότητός σου,
καὶ πάλιν τότε θυμήσου
ὅτι τὸ σῶμα αὐτό,
διὰ τὸ ὁποῖον καυχᾶσαι
καὶ ἐπιδεικνύεσαι,
ἡ γῆ τὸ ἐγέννησε
καὶ ἡ γῆ θὰ τὸ καταπίῃ.
Χῶμα ἤσουν, ἄνθρωπε.
Ἀλλὰ τὸ χῶμα αὐτὸ
εἰς τὰς παντοδυνάμους
καὶ πανσόφους χεῖρας τοῦ Θεοῦ
τί ἔγινεν;
Ἔγινεν
ὁ πλέον τελειότερος ὀργανισμός,
ἀπὸ ὅσους ὑπάρχουν εἰς τὴν γῆν.
Ἔγινε
τὸ πλέον τελειότερον σῶμα
ἀπὸ ὅσα εἶδεν ἐδῶ
ὁ ὑλικὸς κόσμος.
Ὡς ἐμεγαλύνθη
τὰ ἔργα Σου,
Κύριε!
Πόσον σοφός,
πόσον δυνατὸς
εἶναι ὁ Θεός!
Ἀπὸ τὸ χῶμα νὰ δημιουργῇ
ἕνα σῶμα ἀνθρώπινον.
Ἄνθρωπε,
ἰδοὺ ἡ πηγὴ
τοῦ μεγαλείου σου.
Ὁ Θεός.
Ἂν θέλῃς νὰ ὑψωθῇς
καὶ νὰ δοξασθῇς,
μὴ φεύγῃς ἀπὸ κοντά Του.
Μεῖνε πλησίον
εἰς τὸν Θεόν.
Αὐτὸς ἀπὸ χῶμα
σὲ ἔκαμεν ἄνθρωπον.
Αὐτὸς ἀπὸ ἄνθρωπον
θὰ σὲ κάμῃ καὶ ὅμοιόν Του,
κατὰ χάριν Θεὸν.
Καὶ ἔτσι,
ἀφοῦ ὁ Θεὸς
ἔπλασε τὸ σῶμα
τοῦ ἀνθρώπου
ἀπὸ τὸ χῶμα,
«ἐνεφύσησεν
εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ
πνοὴν ζωῆς».
Μὲ τὸ σῶμα
συνέδεσεν ὁ Θεὸς
καὶ τὴν ψυχήν,
ἡ ὁποία δὲν εἶναι
δημιούργημα ὑλικὸν
καὶ χονδρόν.
Εἶναι δημιούργημα ἄϋλον
καὶ λεπτόν,
πολὺ λεπτότερον
ἀπὸ ὅ,τι εἶναι
τὸ φύσημα τοῦ ἀέρος.
Ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη καὶ
δημιούργημα εὐγενές,
οὐράνιον, θεῖον.
Δι’ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ἡ Γραφὴ
τὴν παριστάνει δημιουργηθεῖσαν
ἀπὸ ἐμφύσημα τοῦ Θεοῦ.
Ταλαίπωρος ψυχή!
Ἔχεις θείαν τὴν καταγωγὴν
καὶ ὅμως προσκολλᾶσαι
εἰς τὴν γῆν.
Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἡ πατρίς σου
καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ διευθύνῃς
τοὺς πόθους σου.
Καὶ ὅμως
σὰν νὰ ἦσο βαρυτέρα
ἀπὸ τὸ μολύβι
πίπτεις κάτω
πρὸς τὰ μάταια
τοῦ κόσμου συμφέροντα
καὶ τὰ ἀκάθαρτα
τῆς σαρκός σου πάθη.
Ἐνθυμήσου,
ὦ ψυχή μου,
τὴν εὐγένειάν σου.
Μελέτησε
τὴν καταγωγήν σου.
Καὶ ἀπόκοψε λοιπὸν
τὰς πονηρὰς συνηθείας,
αἱ ὁποῖαι ὡς ἁλύσεις
σὲ κρατοῦν δεμένην
εἰς τὴν ματαιότητα
καὶ τρέξε πρὸς τὸν Πλάστην
καὶ Πατέρα σου.
«Καὶ ἐνεφύσησεν
εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ
πνοὴν ζωῆς».
Καὶ τὸ λεπτὸν αὐτὸ
καὶ ἄϋλον δημιούργημα
τοῦ Θεοῦ
εἶναι ἡ ψυχή μας,
εἰς τὴν ὁποίαν
πρέπει νὰ ζητήσωμεν
τὴν εἰκόνα Αὐτοῦ.
Ναί, ἀδελφέ μου,
ἡ ψυχή σου καὶ ἡ ψυχή μου
καὶ αἱ ψυχαὶ
ὅλων τῶν ὁμοίων μας
εἶναι εἰκόνες τοῦ Θεοῦ.
Εἰκόνες
ὄχι βέβαια ἀπαράλλακτοι
καὶ ἐξ ὁλοκλήρου ὅμοιαι
πρὸς τὸν Θεόν.
Μὴ γένοιτο,
ποτὲ μιὰ τέτοια πλάνη
νὰ εἰσχωρήσῃ
εἰς τὸν νοῦν μας!
Εἰκὼν τοῦ Θεοῦ
καὶ Πατρὸς
ἀπαράλλακτος,
ἡ ὁποία δεικνύει ἐν ἑαυτῇ
ὁλόκληρον τὴν δόξαν
καὶ τὴν τελειότητα
τοῦ Πατρός·
εἰκών,
ἡ ὁποία ἔχει μίαν
καὶ τὴν αὐτὴν φύσιν
πρὸς τὸν Θεόν,
μίαν καὶ τὴν αὐτὴν
καὶ ἴσην τιμὴν
πρὸς τὸν Πατέρα,
μία καὶ μόνη εἶναι,
ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ,
ὁ ἐνανθρωπήσας
καὶ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν φορέσας
Ἰησοῦς Χριστός.
Ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι
λεγόμεθα βέβαια
εἰκόνες τοῦ Θεοῦ
ἐν σχέσει
πρὸς τὰ ἄλλα κτίσματα,
τὰ ὁποῖα δὲν τοῦ ὁμοιάζουν.
Λεγόμεθα εἰκόνες τοῦ Θεοῦ,
ὄχι διότι Τοῦ ὁμοιάζομεν
καθ’ ὅλα ἀνεξαιρέτως
καὶ ἀκριβῶς.
Ὄχι·
ἐὰν Τοῦ ὡμοιάζομεν
καθ’ ὅλα,
ἔπρεπε καὶ Ἐκεῖνος
νὰ εἶναι μικρός,
ἀδύνατος,
περιωρισμένος
καὶ μὲ μίαν λέξιν
πεπερασμένος,
ὅπως εἴμεθα ἡμεῖς.
Μία σκιὰ μόνον
τῆς θείας τελειότητος
ἔχει πέσει ἐπάνω μας.
Μία ἀκτὶς μόνον
τοῦ θείου μεγαλεῖου
ἐκρύβη μέσα εἰς τὰ βάθη μας.
Καὶ ἡ σκιὰ αὐτὴ
καὶ τὸ ὀλίγον αὐτὸ φῶς,
ποὺ δίδει ἡ ἀκτὶς ἐκείνη,
ἂν ἡμεῖς μείνωμεν πιστοὶ
εἰς τὸν Θεὸν
καὶ δὲν ἀπομακρυνθῶμεν
ἀπὸ κοντά Του,
θὰ μεγαλώσῃ,
θὰ τελειοποιηθῇ,
θὰ γίνῃ ἄστρον
καὶ ἥλιος.
Διατί;
Διότι θὰ ὁμοιάσωμεν
ἀκόμη περισσότερον
πρὸς τὸν Θεὸν
καὶ ἀπὸ ἀσθενεῖς εἰκόνες Του,
ποὺ εἴμεθα τώρα,
θὰ γίνωμεν εἰς τὸ μέλλον
ὁμοιώματά Του.
Ἡ εἰκὼν θὰ γίνῃ ὁμοίωσις
καὶ ἀπὸ γυαλιὰ μουντζουρωμένα
ποὺ εἴμεθα τώρα,
εἰς τὰ ὁποῖα
μόλις διακρίνεται ὀλίγον
ἡ λάμψις καὶ ἡ ἀστραπὴ
τοῦ ἡλίου τῆς Θεότητος,
θὰ γίνωμεν καθρέφτες
κρυστάλλινοι καὶ καθαροί,
ποὺ θὰ ἀστράπτουν ὁλόκληροι
καὶ θὰ λάμπουν
ἀπὸ τὴν δόξαν
τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης,
ἡ ὁποία μέσα τους
θὰ ἀναζωγραφίζεται
καὶ θὰ ἀπεικονίζεται.
Ὥστε λοιπὸν τώρα
ἡ ὁμοιότης μας
πρὸς τὸν Θεὸν
δὲν εἶναι πλήρης.
Καὶ θὰ θέλῃς ἴσως,
ἀναγνῶστα μου,
νὰ μάθῃς
κατὰ τί ὡμοίαζεν ὁ ἄνθρωπος
πρὸς τὸν Πλάστην του,
ὅταν ἐξῆλθεν
ἀπὸ τὰς χεῖρας Αὐτοῦ.
Θὰ θέλῃς νὰ μάθῃς
διὰ ποίους λόγους
καὶ διὰ ποῖα χαρίσματα
καὶ διὰ ποῖα προσόντα
ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου
ὠνομάσθη
εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὸ ἔρχομαι τώρα
νὰ σοῦ ἐκθέσω,
ἀδελφέ μου,
μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν
μεγαλυτέραν σαφήνειαν
καὶ συντομίαν.
Διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους
εἶναι καὶ λέγεται
ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου
εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.
Πρῶτον διότι,
ὅπως εἴπομεν,
ἡ ψυχὴ εἶναι δημιούργημα
ἄϋλον καὶ πνευματικόν.
Εἶναι καὶ ἡ ψυχή μας
πνεῦμα ἀθάνατον
καὶ αἰώνιον,
διαφέρει δὲ κατὰ τοῦτο
ἀπὸ τὸν Θεόν,
ὅτι Ἐκεῖνος
εἶναι Πνεῦμα ἄναρχον
καὶ ἀΐδιον,
ἄπειρον καὶ τέλειον,
τὸ Ὁποῖον ὑπῆρξε
καὶ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε,
χωρὶς νὰ δημιουργηθῇ
ἀπὸ ἄλλον κανένα
καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀτέλειαν
ἢ ἀδυναμίαν
ἢ ἄγνοιαν τινά.
Ἐνῶ ἡ ψυχή μας
εἶναι μὲν ἀθάνατον πνεῦμα
καὶ δὲν θὰ ἀποθάνῃ ποτέ,
ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἄναρχον,
διότι ὑπῆρξε καιρὸς
ποὺ δὲν ἔζη
καὶ εἰς ὡρισμένον χρόνον
ὁ Θεὸς τὴν ἐδημιούργησε
καὶ τὴν ἔπλασε.
Οὔτε ἄπειρον πνεῦμα
εἶναι ἡ ψυχή μας,
ὅπως εἶναι ὁ Θεός.
Εἶναι πνεῦμα πεπερασμένον,
ἀτελές, ἀδύνατον,
τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει
τὴν τελείαν
καὶ ἄπειρον γνῶσιν.
Ὡς πνεῦμα ὅμως
ὅπου εἶναι ἡ ψυχή,
ἔχει βέβαια λόγον
καὶ θέλησιν,
ἢ μὲ ἄλλας λέξεις
ἔχει λογικὸν
καὶ ἐλευθερίαν.
Λογικὸν καὶ νοῦν,
μὲ τὰ ὁποῖα γνωρίζει
καὶ διακρίνει
ὅ,τι δὲν εἰμποροῦν νὰ ἴδουν
καὶ νὰ γνωρίσουν
τὰ ἄλογα ζῶα.
Δηλαδὴ λογικὸν καὶ νοῦν,
μὲ τὰ ὁποῖα νοεῖ καὶ διακρίνει
τὸν ἀόρατον δημιουργόν της,
μὲ τὰ ὁποῖα πετᾷ
ἐπάνω εἰς τοὺς οὐρανοὺς
καὶ ἀνακαλύπτει
ἕνα ἄλλον κόσμον,
κόσμον, ὁ ὁποῖος δὲν φαίνεται
μὲ τοὺς σωματικοὺς ὀφθαλμούς,
τὸν κόσμον τὸν ἠθικόν.
Νοεῖ δηλαδὴ
καὶ γνωρίζει
τὴν ἀλήθειαν,
τὴν δικαιοσύνην,
τὴν ἀγάπην,
τὰς ἀρετὰς ὅλας,
ποὺ εἶναι ἄγνωστοι
εἰς τὰ κτήνη,
τὰ ὁποῖα δὲν διευθύνονται
ἀπὸ νόμους ἠθικούς,
ἀλλὰ ἀπὸ ἐπιθυμίας
καὶ ὀρέξεις φυσικάς.
Νοεῖ καὶ γνωρίζει
τὴν τελειότητα,
τὴν καλλονήν,
τὴν ὡραιότητα,
τὴν ἁρμονίαν,
εὑρίσκει τὴν αἰτίαν τοῦ παντός,
εὑρίσκει τοὺς λόγους
καὶ τοὺς σκοποὺς
καὶ τὰς αἰτίας,
ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξαρτᾶται
καὶ πρὸς τὰς ὁποίας διευθύνεται
τὸ κάθε τι εἰς τὸν κόσμον.
Βέβαια ὁ λόγος αὐτός,
τὸ λογικὸν δηλαδή,
τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἄνθρωπος,
δὲν εἶναι ἄπειρος Λόγος,
ὅπως εἶναι ὁ Υἱὸς
καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι πεπερασμένος,
ἀτελής,
πλανώμενος πολλὲς φορὲς
λόγος.
Μιὰ φορὰ ὅμως
εἶναι λόγος,
εἶναι λογικόν.
Ὁμοιάζει
ἔστω καὶ σκιωδῶς
πρὸς τὸν συνάναρχον
καὶ ἀΐδιον Λόγον,
τὸν Λόγον τοῦ Θεοῦ.
Ἡ ψυχὴ ἀκόμη,
ὅπως ἐλέγομεν,
ἔχει καὶ θέλησιν,
δηλαδὴ ἐλευθερίαν.
Ἀφοῦ ἔχει τὴν δύναμιν
νὰ διακρίνῃ τὸ ὀρθόν,
τὸ δίκαιον,
τὸ πρέπον,
ἔχει καὶ τὴν δύναμιν
νὰ συμμορφοῦται πρὸς αὐτό.
Καὶ ἐὰν ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς
καὶ τῆς δικαιοσύνης
ζητῇ πολλὲς φορὲς ἀπὸ ἡμᾶς
κόπους καὶ ἀγῶνας καὶ θυσίας,
ἡ ψυχὴ
χάρις εἰς τὸ θεῖον αὐτὸ προσὸν
τῆς ἐλευθερίας
ἔχει τὴν δύναμιν,
ἐὰν θέλῃ,
νὰ τὰ δέχεται ὅλα.
Καὶ θυσιάζει λοιπὸν
ἡ ψυχὴ τοῦ ἐναρέτου
τὰ πρόσκαιρα συμφέροντα,
περιφρονεῖ τὸ ἄνομον
καὶ ἄδικον κέρδος,
καὶ προτιμᾷ τὴν πτωχείαν,
δέχεται εὐχαρίστως
νὰ περάσῃ τὸν ἐπὶ γῆς βίον
μέσα εἰς μίαν σκοτεινὴν φυλακήν,
ἐπάνω εἰς ἕνα ξηρὸ ψαθίον,
μὲ ἕνα κομμάτι ψωμιοῦ
ὡς μόνην τροφήν,
ἀρκεῖ μόνον
νὰ φανῇ πιστὴ
εἰς τὸ καθῆκον.
Θυσιάζει ἀκόμη αὐτὴν
τὴν πρόσκαιρον ζωὴν
καὶ παραδίδει τὸ σαρκίον της
εἰς τὰς φλόγας
καὶ εἰς τὰ μαρτύρια
διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ.
Καὶ ἀφίνει
ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βλέπει
μὲ τὰ μὰτια τοῦ σώματος
χάριν ἐκείνων
τὰ ὁποῖα δὲν βλέπει,
ἀλλὰ μόνον πιστεύει
καὶ νοεῖ.
Τί περίεργον πρᾶγμα!
Καὶ τί μυστήριον μέγα!
Τὰ κτήνη,
τὰ ζῶα τὰ ἄλογα
θέλουν καὶ αὐτά,
μὰ δὲν ἔχουν
τὴν θέλησιν,
ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος.
Θέλουν ἐκεῖνα
τὰ ὁποῖα βλέπουν·
θέλουν ἐκεῖνα
πρὸς τὰ ὁποῖα
ἡ σωματική των ὄρεξις
τὰ κινεῖ.
Θέλουν
ὅ,τι ἐπιθυμεῖ
τὸ σῶμα των.
Εἶναι κτήνη.
Εἰς τὴν γῆν κινοῦνται
καὶ εἰς τὴν γῆν
εἶναι καρφωμένα.
Τί θὰ εἴπῃ αὐταπάρνησις,
τί ἡρωϊσμός,
τί αὐτοθυσία,
δὲν τὸ ξεύρουν.
Τὸ ξεύρει μόνον ὁ ἄνθρωπος.
Διότι ὁ ἄνθρωπος
δὲν εἶναι μόνον σῶμα·
εἶναι καὶ ψυχή.
Δὲν εἶναι μόνον ὕλη·
εἶναι καὶ εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.
Ναί·
εἶναι εἰκὼν τοῦ Θεοῦ
ὁ ἄνθρωπος.
Πάρτε τον ὅπως ἦτο,
ὅταν ἑβγῆκεν
ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ,
προτοῦ ἀκόμη ἡ ἁμαρτία
νὰ τοῦ διαφθείρῃ
καὶ νὰ τοῦ μολύνῃ
τὰ αἰσθήματα
καὶ τὰ φρονήματα.
Καὶ θὰ ἴδετε
καὶ ἄλλας ἀκόμη ὁμοιότητας,
ἐξαιρετικὰς καὶ θαυμασίας,
ποὺ ἔχει πρὸς τὸν Πλάστην του.
Ὄχι,
δὲν εἶναι πονηρὸς
καὶ διεφθαρμένος ὁ Ἀδάμ,
ὅπως ἔγινε κατόπιν.
Ὄχι,
δὲν αἰσθάνεται ἀγῶνα
καὶ πόλεμον
διὰ νὰ κατορθώσῃ τὴν ἀρετήν,
ὅπως θὰ δοκιμάσῃ μετ’ ὀλίγον
καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἀπόγονοί του,
ὅταν εἰσχωρήσῃ μέσα τους
ἡ ἁμαρτία.
Ὄχι,
δὲν ἐπαναστατεῖ τὸ σῶμα του
κατὰ τῆς ψυχῆς του,
ὅπως γίνεται ἔπειτα,
ποὺ ὑποδουλοῦται
ἡ εὐγενής μας ψυχὴ
εἰς τὰ ἄτιμα τῆς σαρκὸς πάθη.
Τὸ σῶμα ὑπακούει
καὶ ὑποτάσσεται
ὡς ὄργανον πιστὸν
εἰς τὰς διαταγὰς
τοῦ πνεύματος.
Ἡ ψυχὴ τοῦ Ἀδὰμ
εἶναι ἐλευθέρα,
ἀγαθή,
μὲ κλίσεις ἁγίας,
μὲ διαθέσεις ἁγνάς.
Ἀκόμη βέβαια
δὲν ἔχει ἀνέλθει
εἰς τὸ ὕψος τῆς τελειότητος,
οὔτε ἔχει στερεωθῆ
εἰς τὴν ἀρετήν,
οὔτε ἔχει ἀποκτήσει
τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν
εἰς τὴν ζωὴν τὴν πνευματικήν.
Αὐτὸ ἦτο κατάστασις,
ποὺ θὰ τὴν ἀπέκτα
σιγά-σιγὰ ὁ Ἀδὰμ
διὰ τῆς συνεχοῦς
καὶ εἰρηνικῆς προόδου
καὶ ἀσκήσεως
εἰς τὴν ἀρετήν.
Ἐν τούτοις
ἡ ψυχή του ἦτο καθαρὰ
ἀπὸ κάθε πονηρὸν σπέρμα
καὶ ἀπὸ πᾶσαν διάθεσιν κακίας.
Καὶ ὅπως τώρα,
ποὺ εἰσεχώρησε μέσα μας
ἡ ἁμαρτία,
αἰσθάνεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου
κλίσιν εἰς τὸ κακὸν
καὶ φαίνεται φυσικὰ
νὰ ἀρέσκεται περισσότερον
εἰς αὐτό,
ἔτσι τότε ἡ ψυχὴ
τοῦ πρώτου ἀνθρώπου,
ἐλευθέρα ἀπὸ τὸν μολυσμὸν
καὶ τὸ σπέρμα τῆς ἁμαρτίας,
ἔκλινεν εἰς τὸ ἀγαθὸν
καὶ φυσικὰ ἠρέσκετο
εἰς τὴν ἀρετὴν
καὶ τὴν δικαιοσύνην.
Ἡ φύσις
τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου
ἦτο ἀγαθή,
αἱ διαθέσεις του ἁγναί,
τὸ ἐσωτερικόν του ἀμόλυντον.
Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ
τὸν δεύτερον λόγον,
διὰ τὸν ὁποῖον
ὁ ἄνθρωπος ὠνομάσθη
εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.
Ὑπάρχει ἀκόμη
καὶ τρίτος λόγος.
Ποῖος εἶναι αὐτός;
Μᾶς τὸν λέγει ἡ Ἁγία Γραφή.
Ἂς κάμωμεν
τὸν ἄνθρωπον,
εἶπεν ὁ Θεός,
κατ’ εἰκόνα
καὶ καθ’ ὁμοίωσιν
ἰδικήν μας
καὶ ἂς ἄρχῃ αὐτὸς
καὶ ἂς ἐξουσιάζῃ
«τῶν πτηνῶν τοῦ οὐρανοῦ,
καὶ τῶν κτηνῶν
καὶ πάσης τῆς γῆς».
Ἔκαμε δηλαδὴ ὁ Θεὸς
τὸν ἄνθρωπον
ἕνα εἶδος ἀντιπρόσωπόν Του
εἰς τὴν γῆν.
Ὥστε τὴν τιμὴν
καὶ τὸν σεβασμὸν
καὶ τὴν ὑπακοὴν
ποὺ ὀφείλουν
ἀλλὰ δὲν δύνανται τὰ ζῶα
νὰ ἀποδώσουν εἰς τὸν Θεὸν
καὶ Δημιουργόν τους,
τὸν Ὁποῖον οὔτε νὰ ἴδουν
οὔτε νὰ γνωρίσουν δύνανται,
νὰ τὰ ἀποδίδουν
εἰς τὸν ἄνθρωπον,
ποὺ τὸν βλέπουν τὰ ζῶα
καὶ τὸν αἰσθάνονται
καὶ τὸν φοβοῦνται.
Καὶ ἔτσι ὁ ἄνθρωπος
ἀπὸ τὸν σεβασμὸν
καὶ τὴν ὑπακοὴν
ποὺ θὰ τοῦ ἐδείκνυον τὰ ζῶα,
θὰ ἐλάμβανε
νέας ἀφορμὰς καὶ αἰτίας
νὰ δοξολογῇ
καὶ νὰ εὐχαριστῇ
τὸν Πλάστην
καὶ Δημιουργὸν
τοῦ παντός.
Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι,
ἀναγνῶστα μου,
διὰ τοὺς ὁποίους
ὁ Ἀδὰμ ὠνομάσθη
εἰκὼν τοῦ Θεοῦ
καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ πλοῦτος
τῶν χαρισμάτων
καὶ τῶν προσόντων,
μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς
ἐπροίκισε τὴν ψυχήν του.
Οὕτως ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν
ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ.
Ἀλλὰ νὰ ἔμενε μοναχὸς
μέσα εἰς ἐκείνην
τὴν θαυμασίαν δημιουργίαν
τοῦ Θεοῦ,
χωρὶς νὰ ἔχῃ καὶ
ἕναν ἄλλον ἀκόμη σύντροφον
ὅμοιόν του,
πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ ἐκδηλώνῃ
τὰς σκέψεις του,
τὴν χαράν του,
τὴν ἀγάπην του,
καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον πάλιν
νὰ δέχεται καὶ αὐτὸς συμπάθειαν,
ἀγάπην,
βοήθειαν,
αὐτὸ θὰ τοῦ περιώριζε πολὺ
τὴν εὐτυχίαν
καὶ θὰ τοῦ ὠλιγόστευε
τὴν εὐφροσύνην.
Ἡ τελεία ἀπομόνωσις
μπορεῖ νὰ μεταβάλῃ
ἕνα παράδεισον
εἰς τόπον ἔρημον
καὶ ἓν ἀνάκτορον
εἰς φυλακὴν σκοτεινήν.
Ἔπρεπε λοιπὸν
νὰ δοθῇ εἰς τὸν Ἀδὰμ
καὶ ἕνας σύντροφος
ὁ ὁποῖος νὰ τοῦ χρησιμεύσῃ
ὡς βοηθὸς καὶ σύνοικος
ἐν τῇ ζωῇ του.
Καὶ τὸν σύντροφον αὐτὸν
πρόκειται τώρα νὰ τοῦ δώσῃ ὁ Θεός.
Ὁ Θεὸς δίδει ὕπνον
εἰς τὸν Ἀδάμ.
Ὁ Ἀδὰμ κοιμᾶται,
ἀλλ’ ὁ Πλάστης αὐτοῦ ἀγρυπνεῖ.
Ὁ Ἀδὰμ ἀναπαύεται,
ἀλλ’ ὁ Δημιουργός του ἐργάζεται.
Ὁ Ἀδὰμ ἡσυχάζει
καὶ ὁ Θεὸς φροντίζει
δι’ αὐτόν.
Εἰξεύρει καλύτερα ὁ Θεὸς
τί χρειάζεται
καὶ τίνας ἀνάγκας ἔχει
ὁ Ἀδάμ.
Καὶ καθ’ ὃν χρόνον
ἐκεῖνος μένει ἀναπαυμένος
μὲ τὰς ἐλπίδας του ὅλας
ἐστραμμένας πρὸς τὸν Θεόν,
ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἐπαγρυπνεῖ
καὶ ἐργάζεται διὰ τὴν εὐτυχίαν
καὶ τὴν προστασίαν αὐτοῦ.
Ταλαίπωρε ἄνθρωπε!
Τί βασανίζεις τὸν νοῦν σου
καὶ τί στενοχωρεῖς
τὴν καρδίαν σου;
Ἔλπισε εἰς τὸν Θεόν.
Στήριξε τὸν ἑαυτόν σου
εἰς τὴν προστασίαν Του.
Ἐμπιστεύσου τὸν ἑαυτόν σου
εἰς τὴν Πρόνοιάν Του.
Καὶ θὰ ἴδῃς,
ὅτι ὅλα θὰ ἔλθουν καλὰ
καὶ ὅτι ὅλες οἱ στενοχωρίες
τῆς ζωῆς σου
καὶ τὰ βάσανα
καὶ οἱ πειρασμοὶ
θὰ πάρουν ἐπὶ τέλους δρόμον
καὶ τέλος αἴσιον.
Εἰξεύρει ὁ Θεὸς
τὰς ἀνάγκας σου·
ξεύρει τοὺς πόνους σου
καὶ τὰ δάκρυά σου·
ξεύρει τὴν πικρίαν
καὶ τὸ δηλητήριον
ποὺ ποτίζεσαι καθημερινῶς
ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς.
Ρίψε λοιπὸν
τὴν ἐλπίδα σου
εἰς Αὐτὸν
καὶ ὅλα Ἐκεῖνος
θὰ τὰ διορθώσῃ.
Καὶ τί ἐργασίαν
κάμνει ὁ Θεός,
καθ’ ὃν χρόνον
ὁ Ἀδὰμ κοιμᾶται;
«Ἔλαβε μίαν
τῶν πλευρῶν αὐτοῦ
καὶ ὠκοδόμησεν ὁ Θεὸς
τὴν πλευράν,
ἣν ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ Ἀδάμ,
εἰς γυναῖκα».
Ἰδοὺ λοιπὸν
τί ὁ Θεὸς κάμνει
καὶ τί ἡ Πρόνοιά Του ἡ ἀγαθὴ
ἐργάζεται!
Μίαν πλευράν,
τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖ
ἀπὸ τὸν Ἀδάμ,
τὴν συμπληρώνει
εἰς ὁλόκληρον καὶ τέλειον
ὀργανισμὸν ἀνθρώπινον,
καὶ δημιουργεῖ οὕτω
τὴν γυναῖκα.
Ποῖον μυστήριον
καὶ ποία ἔννοια βαθεῖα
κρύπτεται ὑποκάτω
εἰς τὴν δημιουργικὴν ἐνέργειαν
τοῦ Θεοῦ!
Δὲν λαμβάνει ὁ Θεὸς ἕνα ὀστοῦν
ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Ἀδὰμ
διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν Εὔαν.
Διότι οὔτε ὁδηγὸν
οὔτε αὐθέντην καὶ δεσπότην
ἐχρειάζετο ὁ Ἀδάμ.
Οὔτε ἦτο
πρέπον καὶ δίκαιον
ἡ γυναῖκα νὰ καθίσῃ
εἰς τὸ κεφάλι τοῦ ἀνδρὸς
καὶ νὰ πάρῃ
εἰς τὰς χεῖρας της τὰ ἡνία
διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὸν ἄνδρα.
Αὐτὸ ποὺ κάμνουν
μερικοὶ ἀνόητοι
καὶ διεφθαρμένοι,
οἱ ὁποῖοι
ἀπὸ ἕνα πνεῦμα σαρκολατρείας
διευθυνόμενοι
δὲν διστάζουν
ὡς δοῦλοι ταπεινοὶ
καὶ θεράποντες
νὰ προσκυνοῦν
καὶ νὰ λατρεύουν τὴν γυναῖκα,
εἶναι ἀφύσικον πρᾶγμα.
Εἶναι ἐξευτελισμὸς
τῆς ἀνδρικῆς τιμῆς
καὶ τοῦ ἀνδρικοῦ πρωτείου,
τὸ ὁποῖον παρεχώρησε
καὶ ἀνεγνώρισεν
εἰς τὸν ἄνδρα
αὐτὸς ὁ Ὕψιστος Δημιουργός.
Ἀλλ’ οὔτε
καὶ ἀπὸ τοὺς πόδας
ἐπῆρεν ὁ Δημιουργὸς ὀστοῦν
διὰ νὰ δημιουργήσῃ
ἐπ’ αὐτοῦ τὴν Εὔαν.
Ὄχι·
διότι δὲν ἐπρόκειτο ὁ σύντροφος,
ποὺ θὰ ἐδίδετο εἰς τὸν Ἀδάμ,
νὰ εἶναι δοῦλος του
καὶ ἀνδράποδόν του
καὶ σκλάβος του,
τὸν ὁποῖον
μὲ τὰ πόδια του ἀκόμη
νὰ δικαιοῦται ὁ Ἀδὰμ
νὰ πατῇ.
Οὔτε εἶναι δίκαιον
καὶ σωστὸν πρᾶγμα
νὰ μεταβάλλεται ἡ γυναῖκα
εἰς δούλην
καὶ εἰς ὑπηρέτριαν
τοῦ ἀνδρός,
δούλην μάλιστα,
ἡ ὁποία ὀλίγον
θὰ διαφέρῃ
ἀπὸ τὸ κτῆνος.
Αὐτὸ εἶναι ἀδίκημα τρομερόν,
ἀδίκημα κατὰ τῆς φύσεως αὐτῆς,
ἀφοῦ φυσικὰ ὁ Θεὸς
δὲν ἔπλασε τὴν γυναῖκα
διὰ τόσον ἐξευτελισμένην κατάστασιν.
Ὁ Θεὸς ἐπῆρε
μίαν πλευρὰν τοῦ Ἀδάμ.
Καὶ ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ σημάνῃ,
ὅτι ὁ βοηθός,
τὸν ὁποῖον θὰ ἔδιδε,
θὰ ἦτο ἰσότιμος
πρὸς αὐτόν.
Οὔτε εἰς τὸ κεφάλι του ἐπάνω
ἔπρεπε νὰ τεθῇ,
ἀλλ’ οὔτε καὶ
εἰς τὰ πόδια του ὑποκάτω
ἔπρεπε νὰ καθίσῃ.
Ἔπρεπε νὰ μένῃ
εἰς τὸ πλευρόν του,
εἰς τὸ πλάγι του,
ἐκεῖ ἀκριβῶς,
ὅπου εἶναι ἡ θέσις τῆς πλευρᾶς
ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθη.
Ὑποκάτω δηλαδὴ
ἀπὸ τὸν βραχίονα
τοῦ Ἀδάμ,
ὁ ὁποῖος λοιπὸν
ἦτο ὑποχρεωμένος
νὰ προστατεύῃ
τὴν γυναῖκα του,
ὡς τολμηρότερος
καὶ ἀνδρειότερος
ποὺ ἦτο ἐκ φύσεως.
Ὑποκάτῳ ἀπὸ τὸν βραχίονα
καὶ κοντὰ εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Ἀδάμ,
ὁ ὁποῖος συνεπῶς
εἶχε καθῆκον νὰ ἀγαπᾷ
ἀπὸ βάθους καρδίας
τὴν γυναῖκα του
ὡς ἴδιον μέλος αὐτοῦ
καὶ ὡς σάρκα ἀνήκουσαν
εἰς τὸν ἑαυτόν του.
Ἐπλάσθη λοιπὸν ἡ γυνὴ
ἰσότιμος πρὸς τὸν ἄνδρα.
Μὲ ὅλα ταῦτα
δὲν πρέπει ποτὲ
νὰ λησμονῇ ἡ γυναῖκα,
ὅτι ἐπλάσθη
ἀπὸ τὸν ἄνδρα
καὶ διὰ τὸν ἄνδρα.
Δὲν πρέπει ποτὲ
νὰ ξεχάνῃ ἡ γυναῖκα,
ὅτι ὁ ἄνδρας
ἐδημιουργήθη πρῶτα ἀπὸ αὐτὴν
καὶ ὅτι συνεπῶς
καὶ αὐτὴ ἡ φύσις
τοῦ ἀναγνωρίζει
κἄποιαν ὑπεροχήν,
καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὴν γυναῖκα
νὰ τὸν σέβεται
καὶ νὰ τὸν ἀναγνωρίζῃ
ὡς κεφαλήν της.
Πρέπει πάντοτε
νὰ ἐνθυμῆται ἡ γυναῖκα,
ὅτι ὁ Δημιουργὸς τὴν ἔπλασε
διὰ νὰ εἶναι βοηθὸς
τοῦ ἀνδρός της,
διὰ νὰ τὸν ἀνακουφίζῃ
εἰς τὰς στενοχωρίας του,
διὰ νὰ τὸν παρηγορῇ
εἰς τὰς λύπας του,
διὰ νὰ τοῦ ἐπαυξάνῃ
τὴν χαράν του,
διὰ νὰ βαστάζῃ μαζῆ του
τὸ φορτίον τῆς ζωῆς
καὶ τῶν περιπετειῶν αὐτῆς.
Γυναῖκα,
ἡ ὁποία λησμονεῖ ὅλα αὐτά,
εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν προορισμόν της.
Γυναῖκα,
ποὺ γίνεται σωστὴ πληγὴ
διὰ τὸν ἄνδρα της,
πειρασμὸς
καὶ μαστίγιον τῆς ζωῆς του,
διὰ νὰ τὸν πικραίνῃ
μὲ τὴν φαρμακερήν της γλῶσσαν,
διὰ νὰ τὸν ποτίζῃ δηλητήριον
μὲ τὰ αὐθάδη λόγια της,
διὰ νὰ τὸν ἐντροπιάζῃ
καὶ ἀτιμάζῃ
μὲ τὰ ξετσίπωτα φερσίματά της,
καὶ μὲ τὴν ἐπαίσχυντον
διαγωγήν της,
διὰ νὰ τὸν φέρῃ εἰς ἀδιέξοδον
μὲ τὰς παραλόγους ἀξιώσεις της
καὶ μὲ τὰς τρελλὰς
καὶ ἀνοήτους δαπάνας της,
μιὰ τέτοια γυναῖκα
ποὺ δὲν εἶναι πλέον βοηθὸς
τοῦ ἀνδρὸς
ἀλλὰ τύραννός του
καὶ ἀνυπόφορον φόρτωμα,
καλύτερα νὰ ἔλειπεν
ἀπὸ τὸν κόσμον
καὶ νὰ μὴ τὴν ἔβλεπε
τὸ φῶς τῆς ἡμέρας.
Ἀλλοίμονον καὶ τρισαλλοίμονον
εἰς τὸ σπίτι ἐκεῖνο,
ποὺ ἀκούεται ἡ φωνὴ
τῆς γυναικὸς αὐτῆς.
Ἀλλοίμονον
εἰς τὸν ταλαίπωρον ἄνδρα της
καὶ δυστυχία
εἰς τὰ κακόμοιρα παιδιά της!
Ἀλλ’ ἂς ἐπανέλθωμεν τώρα
εἰς τὴν σειρὰν
τῆς διηγήσεώς μας.
Ὁ Ἀδὰμ ἐν τῷ μεταξὺ ἐξύπνησε.
Καὶ βλέπει λοιπὸν πλησίον του
τὸν ὅμοιόν του σύντροφον,
τὸν ὁποῖον ηὐδόκησεν
ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ
νὰ τοῦ δώσῃ.
Καὶ ἐμπνεόμενος
τὴν στιγμὴν ἐκείνην
ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ
ὁ πρωτόπλαστος,
ἀνοίγει τὸ στόμα του
καὶ λαλεῖ λόγους,
οἱ ὁποῖοι ἔμειναν
καὶ θὰ μείνουν ἀλησμόνητοι
καὶ ἀθάνατοι,
ἐπειδὴ ἐκφράζουν
ἀληθείας αἰωνίας.
Ὁ Θεὸς
κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην
κινεῖ τὴν γλῶσσαν
τοῦ γενάρχου μας Ἀδὰμ
διὰ νὰ ἐξυμνήσῃ
καὶ διὰ νὰ παραστήσῃ
τὸ ὕψος καὶ τὴν ἱερότητα,
τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ γάμος.
Ἡ Εὔα
ἦτο ἡ σύζυγός του
καὶ ἡ εὐλογία,
τὴν ὁποίαν θὰ τοῦ ἔδιδεν
εὐθὺς ἀμέσως ὁ Θεός,
θὰ ἦτο εὐλογία γάμου
εἰς τὸ πρῶτον ἀνδρόγυνον,
ποὺ ἐφάνη εἰς τὴν γῆν.
Τί εἶπεν ὁ Ἀδάμ;
«Τοῦτο νῦν ὀστοῦν
ἐκ τῶν ὀστέων μου
καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου.
Αὕτη κληθήσεται γυνή,
ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη».
Ἀπεκαλύφθη λοιπὸν ἀμέσως
εἰς τὸν Ἀδάμ,
ὅτι ἡ Εὔα εἶχε δημιουργηθῆ
διὰ τῆς πλευρᾶς του.
Καὶ δι’ αὐτὸ λοιπὸν
τὴν ὀνομάζει ὀστοῦν,
τὸ ὁποῖον ἔλαβε
καὶ ἐδημιούργησεν ὁ Θεὸς
ἀπὸ τὰ ἴδια τοῦ Ἀδὰμ ὀστᾶ.
Τὴν ὀνομάζει σάρκα, ἡ ὁποία
ἐκ τῆς ἰδίας του σαρκὸς ἐλήφθη.
Καὶ προχωρεῖ ὁ Ἀδὰμ
λέγων:
«Ἕνεκεν τούτου
καταλείψει ἄνθρωπος
τὸν πατέρα αὐτοῦ
καὶ τὴν μητέρα
καὶ προσκολληθήσεται
πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ.
Καὶ ἔσονται οἱ δύο
εἰς σάρκα μίαν».
Ποῖος δεσμός!
Καὶ ποία ἕνωσις!
Ἐμπρὸς
εἰς τὸν δεσμὸν
τοῦ γάμου
καὶ αὐτοὶ ἀκόμη
οἱ στενώτατοι
φυσικοὶ δεσμοὶ
ὑποχωροῦν
καὶ γίνονται
ὀλιγώτερον στενοί.
Ὁ δεσμὸς τοῦ τέκνου
πρὸς τὸν πατέρα του
καὶ τὴν μητέρα του
εἶναι δεσμὸς φυσικός,
τὸν ὁποῖον
αὐτὴ ἡ φύσις συνάπτει
καὶ εἰς τὸν ὁποῖον συνηθίζομεν
ἀπὸ τὰ χρόνια,
ποὺ εἴμεθα ἀκόμη νήπιοι
καὶ μόλις ἀρχίζομεν
νὰ καταλαμβάνωμεν
τὸν ἑαυτόν μας.
Ὑπάρχει ἄλλος
ἰσχυρότερος δεσμὸς
ἀπὸ αὐτόν;
Καὶ ὑπάρχει
ἄλλο πρόσωπον
γνωστότερον
καὶ ἀγαπητότερον
εἰς ἡμᾶς
ἀπὸ τὴν μητέρα μας
καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα μας;
Καὶ ὅμως,
τί μυστήριον!
Καὶ πόσον μεγάλη
εἶναι ἡ δύναμις
τῆς προσταγῆς
τοῦ Θεοῦ!
Διὰ τοῦτο βλέπομεν
ὅτι δύο πρόσωπα,
ποὺ ἦσαν
μέχρι πρὸ ὀλίγου
ἄγνωστα τελείως,
τὰ ὁποῖα τώρα
ἴσως πρωτοβλέπονται
καὶ πρωτοχαιρετῶνται,
συνδέονται τόσον πολύ,
ὅσον δὲν εἶχον συνδεθῆ
μὲ ἐκείνους,
ποὺ ἀπὸ τὴν μικράν τους ἡλικίαν
ἐγνώρισαν ὡς γονεῖς των.
Καὶ ἔτσι
ἀφίνει ὁ ἄνδρας
τὴν μητέρα του
καὶ τὸν πατέρα του
διὰ νὰ συνδεθῇ
μὲ τὴν γυναῖκα του
καὶ διὰ νὰ ἀποτελέσῃ μὲ αὐτὴν
μίαν σάρκα,
ἓν σῶμα.
Μὴ κακοφαίνεται λοιπὸν
εἰς σὲ τὴν πενθεράν,
ἐὰν βλέπῃς τὸ παιδί,
ποὺ ἀπὸ νήπιον ἀνάστησες
μὲ τὰ χὲρια σου
καὶ τὄκαμες ἄνδρα,
νὰ ἀγαπᾷ
περισσότερον ἀπὸ σὲ
τὴν γυναῖκα του.
Μὴ ζηλεύῃς δι’ αὐτό.
Μὴ πικραίνεσαι.
Ὁ Θεὸς διέταξε
νὰ γίνεται οὕτω πως.
Καὶ ἔτσι γίνεται
ἀπὸ τὸν καιρὸν
ποὺ ἐπρωτοπλάσθη ὁ ἄνθρωπος
καὶ ἐφάνη τὸ πρῶτον ἀνδρόγυνον
εἰς τὴν γῆν.
Καὶ ἀντὶ λοιπὸν νὰ πικραίνεσαι,
πρέπει νὰ χαίρῃς.
Μὲ ὅλην σου τὴν καρδιὰ
νὰ δίδῃς τὴν εὐχή σου
εἰς τὸ παιδί σου
καὶ τὴν νύμφην σου
νὰ ζῶσι ὁμονοιασμένοι
καὶ ἀγαπημένοι.
Αὐτὸ θὰ εἶναι καμάρι ἰδικόν σου
καὶ εὐτυχία μεγάλη δι’ αὐτούς.
Ὁ Ἀδὰμ ὁμιλεῖ λοιπὸν
ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ
καὶ κατ’ ἔμπνευσιν τοῦ Θεοῦ.
Θὰ ἀφήσῃ, λέγει,
ὁ ἄνθρωπος τὸν πατέρα του
καὶ τὴν μητέρα του
καὶ θὰ ἑνωθῇ στενῶς
πρὸς τὴν γυναῖκα του.
Μὲ τοὺς λόγους δὲ αὐτοὺς
δὲν θέλει ποτὲ νὰ σημάνῃ ὁ Ἀδάμ,
ὅτι ἐρχόμενος εἰς γάμον
δικαιοῦται νὰ περιφρονήσῃ
καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ ὁλοτελῶς
τοὺς γονεῖς του
μὴ λαμβάνων καμμίαν φροντίδα
καὶ κανὲν ἐνδιαφέρον δι’ αὐτούς.
Μὴ γένοιτο.
Ὁ πατέρας
εἶναι πάντοτε
πατέρας.
Καὶ ἡ μητέρα
δὲν παύει ποτὲ νὰ εἶναι
τὸ γλυκὺ πρόσωπον,
ποὺ μᾶς ἐγέννησε
καὶ μὲ τὸ ἴδιόν της
αἷμα καὶ γάλα
μᾶς ἀνέστησεν.
Ἁπλῶς μόνον θέλει ἐδῶ
νὰ παραστήσῃ
τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ,
ποὺ ἐμπνέει τὸν Ἀδάμ,
πόσον ἱερός,
πόσον στενός,
πόσον ἀδιάσπαστος εἶναι
ὁ δεσμὸς τοῦ γάμου,
ἀφοῦ εἶναι ἀνώτερος
καὶ σφιγκτότερος
καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη
τὸν φυσικὸν δεσμόν,
ὁ ὁποῖος μᾶς συνδέει
μὲ τοὺς γονεῖς μας.
Καὶ συνεπῶς
θέλει ἀκόμη
νὰ μᾶς διδάξῃ,
ὅτι ἐὰν ἀσεβῇ
πρὸς τὸν ἠθικὸν νόμον
ἐκεῖνος, ποὺ ἀθετεῖ
τὸν σεβασμὸν
πρὸς τοὺς γονεῖς του
καὶ περιφρονεῖ
τὸν ἱερὸν δεσμόν,
μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ φύσις
συνδέει τὸ τέκνον
πρὸς ἐκείνους,
οἵτινες τὸν ἐγέννησαν,
πολὺ περισσότερον
ἀσεβεῖ ἐκεῖνος,
ὅστις περιφρονεῖ
τὸν ἱερὸν τοῦ γάμου του δεσμὸν
καὶ θεωρεῖ τὸν γάμον
ὡς μίαν συναλλαγὴν
καὶ ὡς μίαν ἐπιχείρησιν
καὶ ὡς ἕνα ἁπλοῦν συνεταιρισμόν,
τὸν ὁποῖον
διὰ πᾶσαν οἱανδήποτε αἰτίαν,
«παρεκτὸς λόγου πορνείας»,
δικαιοῦται διὰ διαζυγίου
νὰ διαλύσῃ.
Ὁ Ἀδὰμ ἄλλως τε
δὲν εἶχε πατέρα
καὶ μητέρα.
Πατέρας δι’ αὐτὸν
ἦτο ὁ Θεός.
Παρατήρησε λοιπόν,
ἀναγνῶστα μου,
καὶ ἴδε,
πῶς γίνεται
τὸ πρῶτον συνοικέσιον
ἀνδρὸς καὶ γυναικός.
Ὁ Ἀδὰμ δὲν παίρνει
μὲ τὸ χέρι του
τὴν γυναῖκα αὐτοῦ.
Τοῦ τὴν δίδει ὁ Θεός.
Δηλαδὴ Ἐκεῖνος,
ποὺ διὰ τὸν Ἀδὰμ
εἶχε θέσιν πατρὸς.
Μὲ τὴν ἐκλογὴν λοιπὸν
καὶ τὴν συγκατάθεσιν
καὶ τὴν ἄδειαν,
καθὼς δὲ μετ’ ὀλίγον
θὰ ἴδωμεν,
καὶ μὲ τὴν εὐλογίαν
τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός του
λαμβάνει ὁ Ἀδὰμ τὴν Εὔαν
ὡς σύζυγον αὐτοῦ.
Ὥστε, ἀδελφέ μου,
ὄχι μόνον
δὲν σὲ διδάσκει ὁ Ἀδὰμ
νὰ περιφρονήσῃς
καὶ νὰ ἀποστραφῇς
τὸν γονέα σου,
ἀλλὰ μὲ τὸ παράδειγμά του,
σοῦ ὑποδεικνύει,
ὅτι ὅταν πρόκειται
νὰ ἔλθῃς εἰς γάμον,
πρέπει νὰ συνάπτῃς αὐτὸν
καὶ μὲ τὴν συγκατάθεσιν
καὶ μὲ τὴν γνώμην
τῶν γονέων σου
καὶ μὲ τὴν εὐχὴν αὐτῶν.
Αὐτοὶ μάλιστα
καὶ ὡς ἐμπειρότεροι ἀπὸ σὲ
καὶ ὡς κρίνοντες τὸ πρᾶγμα
μὲ περισσοτέραν ψυχρότητα
καὶ κρίσιν
καὶ μὲ ὀλιγώτερον αἴσθημα
ἀπὸ σέ,
εἶναι εἰς θέσιν,
ἂν μὴ πάντοτε,
πάντως ὅμως
τὶς περισσότερες φορὲς
νὰ ἐκλέξουν τὸν σύντροφον
τοῦ βίου σου
πολὺ καλύτερα
ἀπὸ ὅτι
θὰ τὸν ἐξέλεγες σύ.
«Καὶ ἔσονται οἱ δύο
εἰς σάρκα μίαν»,
προσθέτει ὁ Ἀδάμ.
Μὲ ἄλλας λέξεις,
θὰ ἀποτελοῦν οἱ δύο,
ὁ ἄνδρας δηλαδὴ
καὶ ἡ γυναῖκα,
ἓν σῶμα.
Ἀπὸ δῶ,
ἀγαπητέ μου ἀναγνῶστα,
ἡμπορεῖς νὰ ἐννοήσῃς,
πόσην ἀγάπην
πρέπει νὰ δεικνύῃ ὁ ἄνδρας
πρὸς τὴν γυναῖκα του
καὶ ἡ γυναῖκα
πρὸς τὸν ἄνδρα της.
Πρέπει νὰ θεωρῇ
ὁ ἕνας τὸν ἄλλον
σῶμα του καὶ σάρκα του.
Ἐμίσησε ποτὲ κανείς,
ἔχων σώας τὰς φρένας του,
ἐμίσησε ποτὲ
τὸ ἴδιόν του σῶμα;
Ὄχι.
Τοὐναντίον τὸ περιθάλπει
καὶ τὸ τρέφει
καὶ τὸ περιποιεῖται
μὲ μεγάλο ἐνδιαφέρον
καὶ μὲ πολλὴν φροντίδα.
Ἔτσι καὶ ὁ ἄνδρας
πρέπει νὰ ἀγαπᾷ
τὴν γυναῖκα του,
ὡς ἰδίαν του σάρκα.
Ἔτσι καὶ ἡ γυναῖκα
πρέπει νὰ σέβεται
καὶ νὰ ἀγαπᾷ
τὸν ἄνδρα της,
ὡς ἰδίαν της κεφαλήν.
Αὐτὰ τὰ λόγια
εἶπεν ὁ Ἀδάμ,
ὅταν ἐξυπνήσας
εἶδε τὸν σύντροφον,
τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς
πρὸς χάριν του
εἶχε δημιουργήσει.
Ὁ Θεὸς δὲ ἀκολούθως
«εὐλόγησεν αὐτοὺς λέγων·
αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε,
καὶ πληρώσατε τὴν γῆν
καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς».
Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ γάμος
ἐπινόησις πονηρὰ
καὶ ἁμαρτωλή·
εἶναι εὐλογία Θεοῦ.
Εἶναι δεσμὸς ἅγιος
καὶ ἱερός,
ποὺ ἔγινε
μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ,
ὄχι εἰς τὸν τόπον
τῆς ἐξορίας,
ὅπου ἔπειτα
κατέφυγαν οἱ πρωτόπλαστοι
ἐκδιωχθέντες
ἀπὸ τὸν κῆπον τῆς Ἐδέμ,
ἀλλὰ μέσα εἰς αὐτὸν
τὸν πανευδαίμονα τόπον
τοῦ παραδείσου.
Ὄχι,
δὲν εἶναι κατάρα
τοῦ Θεοῦ
ὁ γάμος.
Δὲν βλέπεις
ποὺ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ
τοὺς πρωτοπλάστους
καὶ ἁγιάζει
τὸν ἱερὸν δεσμόν τους;
Δὲν βλέπεις ἀκόμη,
ποὺ θέλει νὰ αὐξήσουν
καὶ νὰ πληθυνθοῦν
καὶ νὰ ἴδουν υἱοὺς
καὶ θυγατέρας
πολυαρίθμους;
Δὲν βλέπεις,
ποὺ σὰν καλὸς
καὶ προνοητικὸς Πατέρας,
φιλοδωρεῖ
καὶ σὰν νὰ εἰποῦμε
προικίζει
τὸ πρῶτον ἀνδρόγυνον,
τὸ ὁποῖον ἐπρωτοφάνη
εἰς τὴν γῆν;
Τοῦ δίδει ὡσὰν προῖκα
ὁλόκληρον τὴν γῆν
καὶ τὸ ἐξουσιοδοτεῖ
νὰ κατακτήσῃ αὐτὴν
καὶ νὰ κυριαρχήσῃ ἐπὶ πάντων,
ὅσα εὑρίσκονται
καὶ κινοῦνται ἐπ’ αὐτῆς.
Πόσον ἀγαθὸς
καὶ πόσον οἰκτίρμων εἶσαι,
Κύριε!
Ἀπὸ τὸ ὕψος
τοῦ μεγάλου Σου θρόνου
καταδέχεσαι νὰ ἐπιβλέπῃς
εἰς ἕνα σκώληκα,
ποὺ λέγεται ἄνθρωπος,
καὶ ὡσὰν πατέρας,
ὡσὰν πενθερὸς
νὰ φροντίζῃς
καὶ νὰ μεριμνᾷς
δι’ αὐτόν!
Τέλος 1ου κεφαλαίου